Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2021

O Νεοσύλλεκτος Σταύρος από τη Βαλύρα και τα Κονδύλια της Αγιογραφίας, το 1905

Σε εκείνους που αγιογραφούν τη ζωή, με θεία κονδύλια στη Βαλύρα

          Ο παππούς Σταύρος  που ζούσε στο Μπιζάνι της Βαλύρας, όταν υπηρέτησε στον Ελληνικό στρατό     το 1905, έτυχε κοντά στο στρατόπεδο να βρίσκεται  μία μικρή νεόκτιστη εκκλησία, για την οποία ο  διοικητής του έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί ήταν αφιερωμένη στην Παναγία και την μητέρα του     την έλεγαν Παναγιώτα.  Η εκκλησία  χρειαζόταν αγιογράφηση, οπότε ρώτησε όλους  τους στρατιώτες αν κάποιος  γνωρίζει τη συγκεκριμένη τέχνη . Τελικά βρέθηκε ανάμεσα στους νεοσύλλεκτους  ένας ειδικευμένος στην αγιογραφία, ο Φώτης. Στην συνέχεια αναζήτησαν  στο στρατόπεδο     έναν βοηθό  ο  οποίος να ζωγραφίζει καλά, ασχέτως αν δεν έχει γνώσεις αγιογραφίας και προσφέρθηκε ο νεαρός τότε παππούς Σταύρος.

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2021

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΤΖΙΜΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΑΤΑΛΙΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΠΡΟΩΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΣΤΙΣ 20-7-2021

 

ΦΙΛΕ ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΟ ΚΑΛΟ

 ΠΟΝΕΣΕ ΟΛΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΤΟΜΟ ΧΑΜΟ ΣΟΥ

 ΠΟΥΓΡΑΦΕ ΤΟ ΡΙΖΙΚΟ ΣΟΥ.

ΑΞΙΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

ΤΗΣ ΜΠΑΤΑΛΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

 ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΣ ΤΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑ

 ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ.

ΘΑ ΣΕ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΚΙ ΕΜΕΙΣ

 ΜΕΣΣΗΝΙΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ

ΤΑ ΘΕΡΜΑ ΣΥΛΛΥΠΗΤΗΡΙΑ

 ΣΤΕΛΝΟΥΜΕ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ.

ΑΣ ΕΙΝ’ ΤΟ ΧΩΜΑ ΕΛΑΦΡΥ

 ΣΤΟΥ ΑΗ ΓΙΩΡΓΗ ΤΗΝ ΑΥΛΗ

 ΠΟΥ ΘΑ ΣΕ ΣΚΕΠΑΣΕΙ ΓΙΑΝΝΗ

ΤΗΣ ΒΑΛΥΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙ.

ΤΟΥ ΤΖΙΜΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕΛΒΟΥΡΝΗ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ

25-5-2021


Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2021

Ο Ιεράρχης που Λεηλάτησε τη Μεσσηνία: Μέρος Δεύτερο

 Ο όχι και τόσον ‘Πανάρετος” και η  Μαυροφορούσα Υπεραγία  Θεοτόκος  της Βαλύρας

 Αφιερωμένο σε εκείνους που σεβάστηκαν και προστάτευσαν τα ιερά και όσια του τόπου μας.

       Κατά τα σκοτεινά χρόνια της δεκαετίας του 1980 , περίοδο   λεηλασίας των ιερών εικόνων της Μεσσηνίας από τους μητροπολιτικούς ναούς και τα ξωκκλήσια των χωριών της Μεσσηνίας, ιδίως της Βαλύρας,  σατανικός νους ήταν ο ακατονόμαστος Μητροπολίτης Μεσσηνίας και πρωτοπαλίκαρο ο όχι και τόσον ‘Πανάρετος” ,μοναχός του Βουλκάνου ,με έναν οδηγό κι ένα μικρό φορτηγό .Περιφέρονταν από χωριό σε χωριό, με τις  ευλογίες του Δεσπότη,  και συνέλεγαν όλες τις παλιές εικόνες, δήθεν  για συντήρηση και τοποθέτηση στο Μουσείο στη Καλαμάτα, όπως θυμούνται οι κάτοικοι των χωριών της Μεσσηνίας. Ο  νέος τότε  μοναχός “Πανάρετος”, χωρίς διάκριση, πειθήνιο όργανο της μεγαλύτερης μαφίας που  γνώρισε ποτέ η Μεσσηνία στον εκκλησιαστικό  χώρο, όργωσε ,χειρότερα από τον Ιμπραήμ, πολλά ιερά εκκλησάκια στα  χωριά και τους αφαίρεσε τον θείο στόλο τους, επιστρέφοντας με θησαυρούς προς αξιολόγηση στη Μονή του Βουλκάνου, όπου ανενόχλητος ο  “δεινός ιεράρχης”, με στόχο την ανακαίνιση και συντήρηση των Μονών και των ναών, είχε καταντήσει τον οίκο  της Παναγιάς οίκο εμπορίου.

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2021

Στρατής Τσιλίκας, το Όργανον της Τάξεως επί το Έργον

 Αφιερωμένο σε όσους υπηρέτησαν με ήθος, ως αγροφύλακες στη Βαλύρα

       Μετά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο , γεννήθηκε στη Βαλύρα ένας μελαχροινός φιλόπατρις  αγροφύλακας, με έντονη την αίσθηση του χιούμορ, που άλλον  όμοιο η Βαλύρα δεν γνώρισε. Γιατί πολλοί καλοί  αγροφύλακες υπηρέτησαν στο χωριό, αλλά τον  Στρατή, στην ευρηματικότητα και στο χιούμορ, δεν τον έφθανε κανένας! Όταν ο Αριστοτέλης έγραφε τα Φυσιογνωμικά  και περιέγραφε τον έντιμο, άξιο, αξιόπιστο, δυνατό και εχέμυθο άνδρα ,σίγουρα έναν  Στρατή της αρχαιότητας θα είχε υπόψη του, αλλά του μέγα φιλοσόφου τού  διέφυγε κάτι. Ήταν ένα ανεπαίσθητο γελάκι, κρυμμένο δεξιά, κάτω από το παχύ μουστάκι του  Τσιλίκα, που σήμαινε “θα σας τη φέρω   μπαγάσηδες”!

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2021

Οι Τζατζάδες στη Βαλύρα, τη Δεκαετία του 1950

 Αφιερωμένο στα θύματα  της  φτώχειας στη  Βαλύρα των παππούδων μας

       Ο χαρακτηρισμός Τζατζάς προήλθε από τον διαβόητο λήσταρχο Μήτρο Τζατζά, που έδρασε στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στη Μακεδονία κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Ήταν γνωστός πανελλαδικά για την απαγωγή του γερουσιαστή Σωτηρίου Χατζηγάκη το 1929 στη Θεσσαλία.Το όνομά του έγινε συνώνυμο του “κακούργος”. Στη Βαλύρα, την περίοδο του 1950, αποκαλούσαν Τζατζάδες τους ντόπιους κλέφτες που λήστευαν τα νοικοκυριά, τους κήπους, τους μπαξέδες και τα κτήματα των κατοίκων. Ήταν συνήθως άτομα φτωχά, ορφανά, χωρίς προσανατολισμό, πεινασμένα, που έψαχναν τροφή για να   καταστείλουν τη πείνα τους και να θεραπεύσουν τη πονεμένη τους κοιλιά. Οι σημερινοί αντίστοιχα Τζατζάδες είναι   παραβάτες του νόμου,  γιατί η τροφή και η στέγη δεν τους λείπει και το κίνητρό τους είναι κυρίως η  συσσώρευση χρήματος και πραγμάτων.

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2021

Ο Γάμος του Αριστείδη Μπουρίκα από τη Βαλύρα με τη Γεωργία Κολλάτου από το Αριστοδήμειο , το 1890.

  Αφιερωμένο  στις γιαγιάδες μας , οι οποίες μας δίδαξαν τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μας  

        Καθώς  αέριζα τα υφαντά της προγιαγιάς μου Γεωργίας , που δυστυχώς δεν πρόλαβα να την γνωρίσω, και της γιαγιά μου Κωνσταντίνας, το  βλέμμα μου έπεσε επάνω σε δύο άσπρες νυφιάτικες πετσέτες, υφαντές στον αργαλειό, διακοσμημένες με δαντέλλα χειρός . Ο νους μου έτρεξε στη παιδική μου ηλικία, στο έτος  1967,  όταν η γιαγιά μου  Κωνσταντίνα  μου έλεγε μπροστά στον αργαλειό της, σαν παραμύθι το θυμάμαι, πόσο  άξια γυναίκα και μοναδική υφάντρα ήταν η μητέρα της Γεωργία, στην οποία έμοιασε η ίδια, όχι μόνο στη μορφή, αλλά και στα  πολλά και μοναδικά ταλέντα  της. Η γιαγιά Γεωργία ήρθε  νύφη στη Βαλύρα από το Αριστοδήμειο, στο  πέτρινο σπίτι του προπάππου μου Αριστείδη στο Μπιζάνι, που ήταν ένας ομορφονιός και καλά  αναθρεμμένος,  παράλληλα πολύ υπεύθυνος και εργατικός κτηματίας, μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Ήταν δε τόσο μεγάλη η απώλεια για τη γιαγιά μου Κωνσταντίνα , όταν έφυγαν από τη ζωή οι αγαπημένοι της γονείς, που μόνο μία φορά τον χρόνο αφαιρούσε τον μαύρο κεφαλόδεσμο και άλλαζε το μακρύ  μαύρο φόρεμα της,  της Αγίας Τριάδος  κατ΄ εξαίρεση, για να κάνει το χατήρι του άνδρα της, του παππού μου Γιώργου Γρίβα, όταν τον συνόδευε στο πανηγύρι της Βαλύρας.

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2021

Οι Ευκάλυπτοι της Ιεράς Μονής του Βουλκάνου

 Αφιερωμένο  σε εκείνους που έχουν ενορατικό χάρισμα και βαθιά κατά Χριστόν πίστη

       Οι πρώτοι ευκάλυπτοι ανακαλύφθηκαν στην Τασμανία το 1788 από  Γάλλο Βοτανικό. Οι πρώτες σπορές του ευκαλύπτου στην Ευρώπη έγιναν στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο Γεωργικός Σταθμός των Αθηνών, από το 1822 δοκίμασε και πολλαπλασίασε πολλά είδη ευκαλύπτου. Η ευκάλυπτος η σφαιρόκαρπος, που είναι διαδεδομένη στην Ελλάδα , καλλιεργήθηκε πρώτα το 1864 από τον Ορφανίδη στον Βοτανικό Κήπο των Αθηνών,  με μέτρια επιτυχία, λόγω του ξηρού κλίματος της Αττικής. Η Εταιρία Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου καλλιέργησε με επιτυχία ευκαλύπτους σε όλη την Πελοπόννησο, ιδίως στη Κυλλήνη. Η Μεσσηνία, η Κρήτη και η Θεσσαλία είχαν τους περισσότερους ευκαλύπτους   τον 19ο αιώνα. Φυτεύτηκαν ευκάλυπτοι και στον Μεσσηνιακό κάμπο, γιατί έχουν την ιδιότητα να απορροφούν τα ύδατα του εδάφους, να προστατεύουν από την ελονοσία, κανένα έντομο δεν τους πλησιάζει, και υγιαίνουν το περιβάλλον. Ακόμη και σήμερα εντοπίζουμε 2-3 γηραιούς ευκαλύπτους στη Βαλύρα, με μεγαλύτερο αυτόν στην οικία του Λινάρδου, που είναι περισσότερο από 120 ετών. Από τους πρώτους που φυτεύτηκαν στη Μεσσηνία ήταν κι αυτοί που βρίσκονται στη Μονή του Βουλκάνου. Οι Βαλυραίοι καλλιεργούσαν την Άνοιξη σε ξύλινα κουτιά τους σπόρους του ευκαλύπτου και όταν έβγαζε 6-8 φύλλα τον μεταφύτευαν το φθινόπωρο σε γλάστρα. Στη συνέχεια, την επόμενη Άνοιξη, τον φύτευαν στο έδαφος. Ασχέτως αν δεν υπάρχουν αρκετοί ευκάλυπτοι σήμερα στη Βαλύρα, κάθε σπίτι είχε και τον μικρό του ευκάλυπτο, για θεραπευτικούς λόγους.

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2021

Τα φραγκόσυκα των παιδικών μας χρόνων

Κάθε καλοκαίρι στο χωριό, μετά την γιορτή του Άη Λια, όποιο δρόμο και να πάρεις, της Μαραθιάς, του Αγιώργη, της Ψηλής Ράχης, στο Πρόχωμα και στις Κοκκαλίτσες, θα συναντήσεις ψηλές φραγκοσυκιές με πλάντρες γεμάτες με ώριμα φραγκόσυκα. Τότε είναι που το μυαλό σε πάει στην παιδική ηλικία που το κιτρινοκκόκινο γλυκό φραγκόσυκο ήταν το καθημερινό μας καλοκαιρινό αγνό φρούτο, υπερτροφή της γενιάς μας.
Ποιος δεν θυμάται τις μανάδες αγρότισσες στους κήπους να καψαλίζουν τα τρυφερά φύλλα της φραγκοσυκιάς να φύγουνε τα αγκάθια τους, μετά να τα τεμαχίζουν και να ταϊζουν τα ζώα τους. Οι μανάδες πάντα είχαν κοντά τους το τσιγκλί και το κοφίνι που μισογέμιζαν με ώριμα φραγκόσυκα για να τα φάνε τα παιδιά μετά το φαγητό και να χορτάσουν με τα μοναδικά μας φρούτα. Κάποτε τα παιδιά στα χωριά της Μεσσηνίας τα έτρωγαν σαν γλυκίσματα μετά το φαγητό. Τώρα οι γονείς φοβούνται μη φάνε πολλά και στουμποκολιάσουν και τρέχουμε στους γιατρούς για κλύσματα, αφού όπως είναι γνωστό τα φραγκόσυκα έχουν πολλά σπόρια και είναι λίγο δυσκοίλια. Τα σύγχρονα παιδιά τρώνε μπανάνες και ανανάδες από μέρη εξωτικά, ενώ τα πιο πολλά φραγκόσυκα μένουν αμάζευτα στις φραγκοσυκιές και σαπίζουν το χειμώνα, αφού δεν τα τρώνε ούτε οι καρακάξες. Λίγοι αγρότες τα πουλάνε στις λαϊκές. Πέρυσι θυμάμαι όταν αγόραζα δέκα φραγκόσυκα στη λαϊκή στην Αθήνα, οι διπλανοί μου πρωτευουσιάνοι με κοίταζαν περίεργα, λες και είχα έρθει από το Μεξικό, την πατρίδα του κάκτου.







Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2021

Η Τανάλια του Παππού Ιωάννη Λινάρδου στη Βαλύρα, το 1950

 Αφιερωμένο σε αυτούς που φροντίζουν  τα άτομα της τρίτης ηλικίας στη Βαλύρα

        Ο παππούς Ιωάννης Λινάρδος γεννήθηκε το 1888   και ήταν ένας ευπρεπής και

 μοσχοαναθρεμένος Βαλυραίος, που κατοικούσε σε ένα από τα ωραιότερα πέτρινα σπίτια επάνω στη δημοσιά (δημόσιο δρόμο) της Βαλύρας, που οδηγεί προς τη Λάμπαινα και τη Μεσσήνη.    Η διώροφη πέτρινη  οικία του κτίστηκε όταν  εκείνος ήταν ακόμη νεαρός και ανύπαντρος και αγοράστηκε από τους γονείς του  το οικόπεδο.  Αρκετά χρόνια ,μετά   την ανέγερση του κτίσματος, φυτεύτηκε στο περιβόλι πίσω από το σπίτι ένας ευκάλυπτος ,που είναι σήμερα τουλάχιστον 120 ετών και ανοίχτηκε ένα πηγάδι με  20 μέτρα βάθος, το οποίο  προσφέρει το δροσερό νερό του    αγόγγυστα, ακόμη και  στις μέρες μας. Ο νεαρός νοικοκύρης Ιωάννης, νυμφεύτηκε τη Βασιλική, μία λεπτή σε τρόπους και ευπαρουσίαστη νέα γυναίκα, με την οποία απέκτησε τρεις κόρες κι έναν γιό, τις  Γεωργία, Ελένη, Αγγελική και τον Ερρίκο,  ο οποίος τον δόξασε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπηρετώντας στο  Ύδρα , που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς στον Σαρωνικό  το 1940 και επέζησε , χαρίζοντας του με τη Βασιλική πέντε εγγόνια, δύο κορίτσια και τρία αγόρια. Το πρώτο από τα αγόρια φέρει το όνομά του.

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2021

Η Κοινωνία της Σταφίδας στη Βαλύρα τη Περίοδο 1960-1970

 Αφιερωμένο στους καλλιεργητές της σταφίδας στη Μεσσηνία

        Στο Δημοτικό Σχολείο της Βαλύρας  κάναμε συχνά εκπαιδευτικές εκδρομές στην ευρεία περιοχή του χωριού περπατώντας και τραγουδώντας. Σε μία από αυτές, το σωτήριον έτος 1969,  που  τελείωνα την έκτη Δημοτικού, ο δάσκαλος μας και Διευθυντής του Σχολείου κ. Χρήστος Γεωργακόπουλος μας ξενάγησε στο   κτίριο της Ελληνικής Εταιρίας Οίνων και Οινοπνευμάτων(Ε.Ε.Ο.Ο.) που ιδρύθηκε το 1906, ως δυνατή λύση για τη κατεργασία της σταφίδας.   Η συγκεκριμένη εταιρία έφθασε στο απόγειό της το 1930 και ήταν ένας από τους μεγαλύτερους βιομηχανικούς οργανισμούς της Ευρώπης στον κλάδο της οινοποιίας. Περιλάμβανε 8 μεγάλα εργοστάσια πανελλαδικά, επίσης αρκετά οινοποιεία, ένα εκ των οποίων λειτουργούσε στη Βαλύρα .

      Το διώροφο οινοποιείο της Βαλύρας ιδρύθηκε το 1928 ανατολικά του σιδηροδρομικού σταθμού του χωριού ,  είχε 11 τσιμεντένιες δεξαμενές, ήταν εξοπλισμένο με χημείο και γεφυροπλάστιγα, όπως διαβάζουμε στο ιστορικό αρχείο του καθ. Ιωάννη Λύρα. Γέμιζαν οι δεξαμενές με μούστο από σταφίδα, ο οποίος μεταφερόταν με βαγόνια του τραίνου στη Καλαμάτα και ήταν η πρώτη ύλη για τη παρασκευή οινοπνεύματος. Η επιχείρηση αυτή είχε και Γάλλους μετόχους-επιχειρηματίες της Ζανέ και Ρως και αγοράστηκε ολοκληρωτικά το 1938 από τον Μποδοσάκη-Αθανασιάδη. Στη συνέχεια το 1973 ιδρύθηκε το Ίδρυμα Μποδοσάκη, το οποίο πέρασε το 1979 στον Τζώρτζη Αθανασιάδη, τον οποίο σκότωσε η 17 Νοέμβρη το 1982.Το εργοστάσιο της Βαλύρας έκλεισε οριστικά και παραμένει ερειπωμένο στον χώρο , εκεί που κάποτε  άνθισε.

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2021

Ο Μίμης, το Μουλάρι του Κώστα Σκαμπίλη στη Βαλύρα, του 1940

 Αφιερωμένο σε όλα τα μουλάρια που υπηρέτησαν στη Βαλύρα

        Στη Βαλύρα,  πριν τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο  και τρεις δεκαετίες μετά , οι νέοι του χωριού  ονειρεύονταν αυτοκίνητα, οι  μεγαλύτεροι όμως στηρίζονταν παραδοσιακά στα κάρα με τα άλογα , στα  γαϊδούρια  και στα  εργατικά μουλάρια τους. Ιδίως  για τη μεταφορά στο Μοναστήρι του Βουλκάνου στην Ιθώμη , όπου ο δρόμος δεν ήταν κατάλληλος για μηχανικά μέσα μεταφοράς και σε ορισμένα σημεία ήταν γεμάτος πέτρες και ψηλά χορτάρια, το μουλάρι ήταν η ιδανική λύση  .Αυτό όμως που έχει   ιδιαίτερο λαογραφικό ενδιαφέρον είναι το  μουλάρι του Κώστα Σκαμπίλη ,  το  οποίο γεννήθηκε  λιγότερο από δέκα χρόνια ,πριν το 1940.

       Ο Κώστας Σκαμπίλης ήταν ένας πράος, μετρίου αναστήματος γεωργός  , πολύ συμπαθής σε όλους τους κατοίκους του χωριού ,γιατί ήταν έντιμος και εργατικός, παράλληλα όμως ήταν ο “υποτακτικός “ της  δυναμικής γυναίκας του   Μαρίας, που έκλεινε μέσα της δέκα στρατηγούς και πενήντα  αφέντες, με τη σημαία σε έπαρση. Επειδή ο Κώστας δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει εύκολα οικονομικά ως οικογενειάρχης και άκουγε συχνά τα σχολιανά του, εκτός από τη καλλιέργεια των κτημάτων, την κατασκευή σαρωματίνων (σκούπες με αφάνες) εργαζόταν και ως μεταφορέας επισκεπτών στη Μονή του Βουλκάνου , με το προπολεμικό μουλάρι του , όπως και  με  εκείνα που απέκτησε σταδιακά μετά τον πόλεμο, μέχρι το σωτήριον έτος 1970.

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2021

Η Μπαταλοθανάσω και οι Παραβάτες του Άγραφου Νόμου του Αυλακίου, στη Βαλύρα του 1960

 Αφιερωμένο  στην αείμνηστη κυρά Θανάσω τη Μυλωνού

        Η Βαλύρα ουδέποτε μαράθηκε, ουδέποτε δίψασε.  Ο ελεήμων Θεός έδωσε κουράγιο στους σκληρά εργαζόμενους αγρότες να χαράξουν αυλάκια πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τη δέση του ποταμού της Μαυροζούμενας, ψηλά στο Μπιζάνι, έως τον κάμπο του χωριού ,κάτω στα Μανιατέικα. Οι δύο υπέροχοι μύλοι  της Βαλύρας εργάζονταν Χειμώνα Καλοκαίρι,  επίσης το νερό, κατόπιν κατανόησης και συνεννόησης ,το δρομολογούσαν οι κάτοικοι του χωριού στα ποτιστικά τους και στους μοναδικούς ,με παντός είδους κηπευτικών και καρποφόρων δέντρων μπαξέδες τους.

Το  αυλάκι είχε κι έναν ανεπανάληπτο φύλακα άγγελο. Μία ανδρειωμένη αγρότισσα, με τσιγκελωτό μουστάκι  ,  στρατιωτικές μπότες μέχρι το γόνατο και με μια αξίνα μονίμως στο χέρι,  η οποία έδινε Ελληνιστί και Γαλλιστί  ,με την  αγριοφωνάρα της, στους μουλωχτούς παραβάτες του νόμου να καταλάβουν τι “εστί  Θανάσω η Μυλωνού”. Την έβλεπαν όλοι και έτρεμαν!

       Η κυρά Θανάσω,   γέννημα και θρέμμα της Βαλύρας, ήταν ευθυτενής, μετρίου προς ψηλού αναστήματος, λεπτή αλλά γεροδεμένη, με έξαρση των ανδρικών ορμονών, αλλά λειτουργικά ετεροσεξουαλική ,  μία πιστή και έντιμη σύζυγος του εκ ίσου ατρόμητου Δημήτρη Μπατάλια, που το χωριό τον θυμάται από τις εθνικές γιορτές και το Πάσχα .Άναβε τα τρία μάσκουλα στο προαύλιο του ιερού ναού του Αγίου Αθανασίου, παίρνοντας κομμένα κεραμίδια, που του κουβαλούσε στη ποδιά της η Θανάσω και συγκλόνιζε  τη Βαλύρα και τον Μεσσηνιακό κάμπο με τους κρότους  του φόβου και του τρόμου, αλλά και της χαράς, εξαναγκάζοντας τα  κακοποιά πνεύματα και την κακοτυχία να μετοικήσουν στα άγρια όρη και βουνά.

      Η κυρά Θανάσω δεν είχε αναλάβει εξ αρχής τη λειτουργία του παλιού Μύλου του χωριού και την επιστασία στο αυλάκι, γιατί  έκανε στα νιάτα της   άλλες εργασίες.  Στα δεκαοχτώ της χρόνια  εργάστηκε ως οικιακή βοηθός για δύο  χρόνια , στην οικία   του Βαλυραίου Παναγιώτη Λύρα στη Μασσαλία και έμαθε να μιλάει πολύ καλά Γαλλικά ,σταδιακά και  με φυσικό τρόπο. Ο Παναγιώτης Λύρας  είχε εργοστάσιο κατασκευής πολυελαίων και παραγωγής σαπουνιών στη Γαλλία και ήταν ιδιαίτερα ευκατάστατος. Οι δύο πολυέλαιοι στον ιερό ναό του Αγίου Αθανασίου της Βαλύρας είναι δική του δωρεά. Η   Θανάσω, αν και ήταν   νοήμων, και τελείωσε με καλούς βαθμούς το Δημοτικό Σχολείο, στην προπολεμική εποχή  που έζησε, τα κορίτσια του χωριού δεν  πήγαιναν στο Σχολαρχείο, ούτε στο Πανεπιστήμιο, με εξαίρεση κάποιες σχολές τεχνικών επαγγελμάτων, όπως οικοκυρικών, κοπτικής ραπτικής,  κοφτού κεντήματος στη ραπτομηχανή και υφαντικής.  Οι κόρες ετοίμαζαν τη προίκα τους και παντρεύονταν.  Η Θανάσω έκανε έναν παραδοσιακό γάμο, με ένα άξιο και ατρόμητο παλικάρι, που αν το γνώριζε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σίγουρα θα το  έκανε  πρωτοπαλίκαρο του. Κι ενώ  συμπορευόταν αρμονικά μετά του συζύγου της,που τον φωνάζαμε κυρ Μήτσο, και  απέκτησαν δύο υγιέστατα παιδιά, έναν γιο και μία κόρη, η δουλειά που ανέλαβε με το αυλάκι στη Βαλύρα, παράλληλα με τη λειτουργία του παλιού Μύλου της Βαλύρας, ήθελε πολλά κότσια, γιατί ανάμεσα σε εκείνους που τηρούσαν ανελλιπώς το πρόγραμμα  δρομολόγησης του νερού στο αυλάκι, όπως όριζε ο κανόνας, κατόπιν προφορικής συνεννόησης μεταξύ των κατοίκων, υπήρχαν και οι εξαιρέσεις. Ήταν συνήθως άτομα, τα οποία κατά την καλοκαιρινή περίοδο  αγχώνονταν ιδιαίτερα ότι θα τους ξεραθούν τα ζαρζαβατικά αν περίμεναν τη σειρά τους και έκλεβαν νερό, δρομολογώντας το αυλάκι προς τα ποτιστικά τους. Ένας εξ αυτών ήταν και ο  Μπότης, που είχε  το κτήμα του πριν τα Μανιατέικα.

Και τι δεν είχε ακούσει, που για  χρόνια, χωρίς μεταμέλεια ,χαλούσε το πρόγραμμα της κυράς Θανάσως και εξέθετε την επαγγελματική αξιοπιστία της στα μάτια των Βαλυραίων!

- Μπότη, που είσαι ουρέ  Μπότη να σου πάρω το κεφάλι; Είπε βροντοφωνάζοντας η Θανάσω ,σαν  φλεγόμενο μπαρούτι.

Ο  Μπότης ,μόλις την  είδε να έρχεται από μακριά, ανέβηκε γρήγορα ,για καλού και κακού, πάνω σε μία φουντωτή και ψηλή καρυδιά που είχε φτιάξει στα κλαδιά της ένα κρεβατάκι με σανίδια για να ξαπλώνει και τράβηξε τη σκάλα, την κρέμασε ψηλά στο δέντρο για να μην ανέβει η  Μπαταλοθανάσω και τον καρατομήσει.

-Πού κρύβεσαι ουρέ λαδοπόντικα, πανάθεμα σε ,που έμειναν  τρία κτήματα απότιστα σήμερα εξ αιτίας σου ,κωθώνι, και φωνάζουν με το δίκιο τους οι άνθρωποι. Τον Θεό δεν τον φοβάσαι αγράμματε;

Ο  Μπότης τσιμουδιά!

-Δεν μιλάς; Πώς να μιλήσεις; Έχεις βρεγμένη τη φωλιά σου! Κι όντως ,λίγο ήθελε για να κατουρηθεί επάνω  από τον φόβο του ο παραβάτης του “νόμου του αυλακίου”.

-Βέβαια! Δεν σε συμφέρει. Έτσι και το ξανακάνεις κακομοίρη μου θα σου κάνω μήνυση. Θα βάλω τον βουλευτή στη Καλαμάτα που λύνει και δένει να σε πάνε μέσα δεμένο. Θα πουλήσεις το χωράφι σου για να ξεπληρώσεις!

Ο Μπότης λογικευόταν αρκετές φορές, αλλά όταν έβλεπε  λιποθυμισμένα φύλλα  στα καλοκαιρινά λαχανικά του  ξεχνούσε και τη Θανάσω, τα ξεχνούσε όλα. Μια μέρα, καθώς πήγαινε για να αγοράσει ψωμί στη πλατεία, τον άρπαξε η Θανάσω δυνατά  από τη ζώνη του παντελονιού του πίσω στη πλάτη και τον ακινητοποίησε.

-Πρόσεξε τυφλοπόντικα, του είπε στο αυτί. Σε παρακολουθώ!

-Δεν έκανα τίποτα, διαμαρτυρήθηκε εκείνος, λίγο νερό πήρα γιατί μαράθηκαν όλα.

-Τίποτα δεν μαράθηκε, απάντησε η κυρά Θανάσω. Παρακολουθώ όλα τα κτήματα και τους μπαξέδες σας από το πρωί έως το βράδυ. Λες να είμαι καμιά διαβολογυναίκα  που θέλει να  καούν τα ποτιστικά σας;  Προσεύχομαι για σας. Ο Θεός επιβλέπει και θα σε τιμωρήσει που δεν  βάζεις μυαλό μέσα στο κουρκούτι σου.

Κι αν δεν μπόρεσε η κυρά Θανάσω να λογικέψει τον Μπότη, τον λογίκεψε σίγουρα η κοιλιά του, γιατί κάθε φορά που παρανομούσε εις βάρος των συγχωριανών του θυμόταν τη Μπαταλοθανάσω και είχε  μεγάλη διάρροια. Μόλις το έμαθε αυτό η κυρά Θανάσω γέλασε με την καρδιά της, γονάτισε μπροστά στη Δέση ψηλά στη Μαυροζούμενα , έκανε τον σταυρό της και είπε με ανακούφιση ψυχής: “Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου”!

      Όταν ήρθε νυφούλα   η Βάσω του Λινάρδου στη Βαλύρα από του Κεφαληνού, αδελφή τριών μορφωμένων πανεπιστημιακά ανδρών,  μιλούσε με το σας και με το σεις. Ο πεθερός της ο Γιάννης, κάπου κάπου έκανε ατασθαλίες με το νερό στο αυλάκι. Η  Μπαταλοθανάσω τον έψαχνε για να του τα σούρει, αλλά έπεσε μία φορά πάνω στη Βάσω, και  κόντεψε να πάει  από τη καρδιά της η νιόπαντρη κόρη! Τόσο πολύ τρόμαξε η  νύφη του Λινάρδου, που μόλις   άκουσε την αγριοφωνάρα της κυράς Θανάσως και την είδε  που κτυπούσε νευρικά κάτω στο χώμα   την αξίνα δεν είπε κουβέντα, αλλά   μπήκε τρέχοντας στο σπίτι και κλειδώθηκε μέσα  στο γαμήλιο υπνοδωμάτιο.

Μόλις γύρισε ο πεθερός της  , άρχισε να την καλεί :

-Βασούλα, Βασούλα,   είσαι εδώ;

-Εκείνη ξεθάρρεψε, κτύπησε τρεις φορές δυνατά την πόρτα του υπνοδωματίου, χωρίς να βγάλει  άχνα.

Θα αλλάζει το κορίτσι στο δωμάτιο του, σκέφτηκε ο πεθερός της και την άφησε χωρίς ενόχληση για μισή ώρα. Μόλις είδε   ότι δεν  έβγαινε από το δωμάτιο, πήγε έξω από την πόρτα, κτύπησε  και τη ρώτησε διακριτικά:

-Βάσω μου, είσαι καλά;

-Τρέμει η καρδιά μου, απάντησε εκείνη.

-Άνοιξε τη πόρτα παιδάκι μου να δω τι έχεις, απάντησε ο κυρ Γιάννης.

-Μόνος σας είστε; Ρώτησε η Βάσω.

-Μόνος μου είμαι, ο Ρίκος με τη πεθερά σου δεν έχουν γυρίσει ακόμη.

Η Βάσω άνοιξε την πόρτα κρατώντας την καρδιά της, πήγε στη κουζίνα, πήρε ένα ποτήρι νερό και κάθισε σε μία καρέκλα.

-Θέλεις να πάμε στο γιατρό; Ρώτησε ο πεθερός της.

-Όχι, απάντησε εκείνη, και του διηγήθηκε τι συνέβη.

Μία άγρια γυναίκα με μαύρο μουστάκι και με μία αξίνα , που την κτυπούσε κάτω απειλητικά σας έψαχνε για να σας σκοτώσει! Και επειδή δεν βρήκε εσάς, άρχισε να φοβερίζει εμένα , αλλά της ξέφυγα! Έτρεξα γρήγορα και κλειδώθηκα στο δωμάτιο για να μη με βρει, μέχρι να επιστρέψετε,  εξήγησε η Βάσω.

Ο πεθερός της τη φίλησε στο μέτωπο και  τη καθησύχασε:

-Μη φοβάσαι   κορίτσι μου, αυτή είναι η  κυρά Θανάσω η Μυλωνού. Δεν σκοτώνει κανέναν, αλλά πολλοί μπορούν να πάνε από καρδιακή προσβολή αν την δουν για πρώτη φορά ξαφνικά μπροστά τους. Κρίμα που δεν σε είχα ενημερώσει.

-Τι της κάνατε και είναι τόσο πολύ θυμωμένη μαζί σας; Ρώτησε η Βάσω.

-Της χαλάω τα σχέδια μερικές φορές και παίρνω νερό από το αυλάκι, όταν δεν είναι η σειρά μου.

-Συγνώμη, αλλά αυτό δεν είναι σωστό πατέρα, είπε η Βάσω.

-Σωστό, λάθος, μερικές φορές είναι αναγκαίο, όταν δεν επαρκεί το νερό για το πότισμα. Γιατί ναι μεν έχουμε συμφωνήσει πότε θα ποτίζει ο καθένας, αλλά σε όλους τους νόμους, που δεν είναι ποτέ τέλειοι ,υπάρχουν και εξαιρέσεις.

Η Βασούλα δαγκώθηκε, δεν είπε τίποτα, αλλά μέσα σ΄ ένα χρόνο εξοικειώθηκε με την νοοτροπία των Βαλυραίων και συμφιλιώθηκε με τη κυρά Θανάσω. Όταν ο πεθερός της παρατυπούσε, εκείνη διακριτικά επανέφερε τα πράγματα στη τάξη. Αυτό το πρόσεξε η  Μυλωνού και τη συμπάθησε ιδιαίτερα. Μαζί της έπιανε συζήτηση σαν γυναίκα και όχι σαν διοικητής στο μέτωπο. Μια μέρα συζήτησαν για την εξαίρεση στον κανόνα.

-Καήκαμε, είπε η κυρά  Θανάσω, αν τους πω ότι ισχύει η εξαίρεση. Δεν θα υπάρχει πλέον κανόνας, όλοι θα συμπεριφέρονται ως  “οι αχαλίνωτοι της εξαίρεσης” και θα κάνουν ό,τι κατέβει στη γκλάβα τους. Πέταξε και μερικά γαλλικά της καθομιλουμένης  (κοματαλεβού- με καταλαβαίνεις) η γαλλομαθής Μπαταλοθανάσω στη Βάσω και την κούφανε κυριολεκτικά!

-Εσύ είσαι μορφωμένη!  Της απάντησε η νύφη του Λινάρδου.

-Η ζωή με τον Θεό κυβερνήτη μας μορφώνει  , απάντησε η κυρά Θανάσω , με ύφος ταπεινής δασκάλας.

Η Βάσω άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και είδε την άλλη όψη της   Μυλωνούς.

      Εκείνη που συμπαθούσε πολύ  η κυρά Θανάσω ,και ποτέ δεν της φώναξε ,ήταν η μητέρα μου,   Ευγενία  Γρίβα, γιατί όχι μόνο δεν τηρούσε ανελλιπώς το πρόγραμμα της  , αλλά όταν υπήρχε ανάγκη για επιπλέον νερό στα ποτιστικά φόρτωνε στο πηγάδι του Βίγκου και πότιζε στα Αγρίλια, χωρίς να  εμποδίζει τη ροή στο αυλάκι.

Όταν βλέπαμε τη κυρά Θανάσω, αμέσως   έκοβε  διάφορους καρπούς  από το κτήμα για να της δώσουμε, μπουρνέλες (κορόμηλα), δαμάσκηνα, βερίκοκα ,ροδάκινα , σταφύλια, καρπούζια, πεπόνια, φασολάκια, μελιτζάνες , κολοκυθάκια , πιπεριές ,και ό,τι άλλο είχε φυτέψει και είχε καρποφορήσει.

Της φώναζα δυνατά , όταν πλησίαζε:

-Γιαγιά Θανάσω, γιαγιά Θανάσω,  έχω να σου δώσω κάτι από τη μαμά μου.

Μια μέρα με πίεζε η μητέρα μου να φάω ένα ζυμωτό κουλούρι  ,αλλά  προτιμούσα τη σοκολάτα αμυγδάλου που μου είχε αγοράσει ο πατέρας μου.

-Αυτά από τη μαμά μου κι αυτό από μένα,   της είπα.

Εκείνη πήρε το κουλούρι, χαμογέλασε και μου  απάντησε ,δήθεν αυστηρά:

-Μόνο αυτή τη φορά θα το  δεχτώ και δεν θα  πω τίποτα της μάνας σου , είπε χαμηλόφωνα, και μου έκλεισε το μάτι.

Η ιστορία με την κυρά Θανάσω και τον πονηρό τσοπάνο είναι μοναδική, όπως μας την αφηγείται ο καθ. Ιωάννης Λύρας, που τη γνώριζε καλά, γιατί είχε  εργαστεί στο σπίτι του θείου του στη Μασσαλία, παράλληλα ο ίδιος έκανε παρέα με τον γιό της τον Αχιλλέα στα παιδικά του χρόνια:

 

Το ψάρεμα κάποτε στο ποτάμι της Μαυροζούμενας ήταν μια πολύ συχνή ενασχόληση των Βαλυραίων. Τα ψάρια του γλυκού νερού, σε παλιές εποχές, ήταν τα μόνα διαθέσιμα. Θαλασσινά δεν υπήρχαν αλλά και η φτώχεια ανάγκαζε τον κόσμο να ψαρεύει στο ποτάμι μας,για να συμπληρώσει το οικογενειακό τραπέζι. Τότε η μόλυνση δεν είχε μολύνει τα νερά και κάθε τι ποταμίσιο ήταν καθαρό και κατάλληλο προς βρώση. Τρόποι ψαρέματος υπήρχαν αρκετοί. Ένας πιο συνηθισμένος και μεγάλης απόδοσης τρόπος ήταν η καλαμωτή .Η κυρά Θανάσω η Μυλωνού που άλεθε το σιτάρι στον παλιό μύλο του χωριού, είχε παράλληλα στήσει στην κοίτη της Μαυροζούμενας και την καλαμωτή της, για να τρώει κανένα ψαράκι αυτή και οικογένειά της. Πλούσια ήταν κάθε φορά η ψαριά γεμάτη κεφαλόπουλα,τριχόπουλα, χαμοσούρτια, χέλια, και καβούρια. Ροβόλαγε νωρίς πρωί-πρωί και γέμιζε το καλάθι της. Με τα πολλά και με τα λίγα,πήρε πρέφα την καλαμωτή και ένας τσοπάνος που είχε το μαντρί του  πιο πέρα στις ελιές και του μπήκε η ιδέα να φάει και αυτός κανένα ψαράκι. Μόνο που ''γλυκάθηκε'' από τη πρώτη φορά και του έγινε συνήθεια. Έτσι λοιπόν έπαιρνε τα άγρια χαράματα τη καρδάρα του και ξάφριζε κυριολεκτικά την καλαμωτή. Η κυρά Θανάσω ήταν πολύ έξυπνη γυναίκα και γρήγορα την ψιλιάστηκε τη δουλειά. Αμέσως έβαλε σε εφαρμογή σχέδιο για την ''σύλληψη'' και την παραδειγματική τιμωρία του δράστη. Έτσι μια νύχτα γέμισε μπροστογιομή την τσιάγκρα της με μπαρούτι,προσθέτοντας αντί για σκάγια,χοντρό αλάτι και ψιλοφάσολα! Κρύφτηκε λοιπόν από τις πέντε τα χαράματα πίσω από κάτι λυγαριές με το όπλο της προτεταμένο και περίμενε τον απρόσκλητο επισκέπτη. Πράγματι αυτός δεν άργησε να φανεί, σαν σκιά μέσα στο σκοτάδι,κρατώντας την καρδάρα του,που αντί για γάλα τα πρωινά,την ''ασήμωνε'' πρώτα τελευταία με φρέσκα ψαράκια Μαυροζούμενας. Η κυρά Θανάσω τον άφησε να πλησιάσει στην καλαμωτή και όταν αυτός έσκυψε να πάρει τη λεία του,σηκώθηκε όρθια και του φώναξε:

-Αλτ μπαγάσα και σ' έφαγα!

 Δεν περίμενε περαιτέρω ενέργειες του δράστη και αμέσως του έσκασε μια μπαταριά στα προτεταμένα από το σκύψιμο οπίσθια του. Τρομαγμένος ο βλάχος τόβαλε στα πόδια πετώντας τη καρδάρα κατάχαμα και ακόμα τρέχει από το τσούξιμο του αλατιού στον πισινό του. Ένας Θεός ξέρει που στα καπινίδια έχει σκαπετήσει, αφού ακόμα τρέχει”! 

 

      Ένα καλοκαιρινό βράδυ η κυρά Θανάσω με τον μπάρμπα Μήτσο θυμήθηκαν ότι εκείνη την ημερομηνία παντρεύτηκαν και πήγαν στο  εξοχικό κέντρο του Τσαγκάρη για να διασκεδάσουν, που ήταν κοντά στις σιδηροδρομικές  γραμμές   στη Βαλύρα. Η κυρά Θανάσω κάθισε με το ένα πόδι πάνω στο άλλο, και έπινε άνετα το κρασάκι της. Κάπου - κάπου, όταν βρεχόταν το μουστάκι της το σκούπιζε και το έστριβε  απαλά, με το δεξί της χέρι.

Δύο  νεαροί  τουρίστες από την πρωτεύουσα,  κάθονταν στο διπλανό τραπέζι. Δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο θέαμα , και δεν άντεχαν  , ήθελαν να το σχολιάσουν  χωρίς  η κυρά Θανάσω να το  αντιληφθεί!

 Υπολόγισαν ότι μία τέτοια γυναίκα σίγουρα δεν γνωρίζει Γαλλικά , διαφορετικά θα ήταν εκλεπτυσμένη, όπως οι Αθηναίες των “καλών οικογενειών”.Άρχισαν να την εκθέτουν ασύστολα και να γελούν  εις βάρος της,  επικοινωνώντας Γαλλιστί. Η κυρά Θανάσω τους άκουγε με υπομονή για  να δει πού τελικά θα φτάσουν,  κατέβαζε το κρασάκι γουλιά γουλιά και έστριβε το μουστάκι της, κουνώντας  και το κεφάλι της.

-Κοίτα γυναίκα να σου πετύχει, είναι παντρεμένη, απίστευτο! Καλά, ο άντρας της ήθελε να  πάρει   το φίλο του;

-Κοίτα πώς στρίβει το μουστάκι της ,έλεγε ο άλλος. Σίγουρα είναι ερμαφρόδιτος, κόβω το κεφάλι μου.

Μόλις το είπαν αυτό, η  Μυλωνού δεν άντεξε, σηκώθηκε όρθια, έσυρε τη καρέκλα της νευρικά  στο τραπέζι των νεαρών , κάθισε απροσκάλεστη και τους  ξάφνιασε κυριολεκτικά. Αφού έστριψε και με τα δύο χέρια το μουστάκι της ,τους είπε:

-Non, ce n est pas un homme, c est une femme, (νόν σε νε παζ εν ομ ,σετ υν φαμ) όχι δεν είναι άνδρας, είναι γυναίκα je suis (ζε συι) Batalothanaso ( εγώ είμαι η Μπαταλοθανάσω )και συνέχισε Ελληνιστί:

-Να κόψετε το κεφάλι σας!  Δεν αξίζει ούτε μια δεκάρα !

Άγουρα δαμάσκηνα και πικρές ελιές, τα κρυφομουρμουρίσματα δεν ειν΄καλές δουλειές!

-Συγνώμη, απάντησαν και οι δύο αναψοκοκκινισμένοι.

-Είστε σπουδασμένοι ή όχι;

-Είμαστε απόφοιτοι της ιατρικής ,απάντησε ο ένας.

-Κι αυτά που σας μάθαιναν στη Σχολή  πού  μπήκαν; Στου Κασίδη το κεφάλι;

Πώς σας έδωσαν πτυχίο, χωρίς να ξέρετε να κλείνετε το στόμα σας;

Κάτι  πήγε να πει ο ένας για να δικαιολογηθεί, αλλά τον διέκοψε , αφού τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα της και του  απάντησε λακωνικά η κυρά Θανάσω:

Φερμέ λα μπούς. Κλείσε το στόμα .

Όπως τους κεραυνοβόλησε και τους επέπληξε, έτσι ξαφνικά και τους   εγκατέλειψε, ψιθυρίζοντας les boeufs (μπε) τα βόδια! Άρπαξε την καρέκλα της , και τους γύρισε τη πλάτη ,αγνοώντας τους κυριολεκτικά. Εκείνοι αισθάνθηκαν πολύ  άβολα, δεν άντεξαν, και σε τρία λεπτά πλήρωσαν και αποχώρησαν βιαστικά.

Μόλις αποχωρούσαν , τους είπε ο μπάρμπα  Μπατάλιας επιδεικτικά:

-Σερσέ λα φαμ, ψάξε τη γυναίκα, αυτό ήταν το μόνο που θυμόταν από τους συχωριανούς του και όχι από αυτά που του  μάθαινε η κυρά Θανάσω!

-Βρε θηρίο, της είπε  χαμογελώντας, τους κατάλαβες που σε σχολίαζαν;

-Φερμέ λα μπους. Του απάντησε η   Μπαταλοθανάσω,  κτύπησαν  τα ποτήρια τους εις υγείαν, κι εκείνος για να την ευχαριστήσει κατάπιε τη γλώσσα του!

      Η κυρά Θανάσω η Μυλωνού έφυγε ένδοξα,  ήταν Χριστιανά τα τέλη της. Κοιμήθηκε σαν πουλάκι, και παρέδωσε    την αξίνα στον Κύριο.  Στη Βαλύρα, μετά τον αναδασμό την δεκαετία του 1970 και με τα αρδευτικά έργα στον Πάμισο, μπάζωσαν όλα τα αυλάκια ( όπως διαβάζουμε στο ιστορικό αρχείο του καθ. Ιωάννη Λύρα). Οι μύλοι ερειπώθηκαν , το νερό άρχισε να κοστίζει και κανένας δεν είχε πλέον κίνητρο για  να πληρώνει τα λαχανικά του χρυσά στην ΕΥΔΑΠ. Τα δέντρα ξεράθηκαν και τα υπέροχα περιβόλια χάθηκαν από τον χάρτη του χωριού. Η μετανάστευση και η αστυφιλία τράβηξαν μακριά από τις ρίζες τους πολλούς άξιους  Βαλυραίους και γέμισαν τη τσέπη τους χρήμα και την ψυχή τους θλίψη,  σε ξένη   γη. Κι όμως, μέσα στη ξέρα και την απόγνωση , ο τόπος  ανέδειξε νέα γεννήματα και η Βαλύρα παραμένει σήμερα ανθισμένη στις αυλές των λιγοστών σπιτιών, συγκριτικά με αυτό που ήταν άλλοτε , στο ένδοξο παρελθόν της. Ας φροντίσουμε  τον τόπο μας  με νύχια και με δόντια, έστω κι από το  μικρό περίσσευμά μας. Ας διατηρήσουμε τη Βαλύρα ολόδροση και τη ψυχή μας ανθισμένη , “κυλώντας το νερό στο αυλάκι”.

    Ο Θεός μαζί σας!

 Ευθυμία Η. Κοντοπούλου

 16/7/2021