Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΘΥΜΙΑ Η. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΘΥΜΙΑ Η. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Αυγούστου 2021

Η Ίνδικτος, την 1η Σεπτεμβρίου και η Αρχή του Εκκλησιαστικού Έτους

Αφιερωμένο σε όσους θησαυρίζουν πνευματικούς θησαυρούς επί γης

        Καλή Χρονιά,   ευχόμαστε σε πνευματικό επίπεδο, αφού το έτος για τη σπορά και τα γεννήματα του νου και της ψυχής αρχίζει  την 1η Σεπτεμβρίου, για τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Η εκκλησία ονόμασε  αυτή την εναρκτήριο ημέρα Ίνδικτο, δηλαδή “ένδειξη”αρχής, των μαθημάτων και άθλων  ενώπιον του   Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όσον αφορά τα έργα των ανθρώπων, τα οποία θα στεφανώσει Χριστός,  εφ΄ όσον ο πνευματικός μας αγρός βλαστήσει τον Μάρτιο στάχυ  και τον Αύγουστο , κατά το θέρος, φέρει πολύ καρπό στον αγρό του Θεού.

 Ο ορισμός της Ινδίκτου

     Η λέξη Ίνδικτος είναι λατινικής προελεύσεως και προέρχεται από το λατινικό ρήμα indico , το οποίο αντίστοιχα  προήλθε από το Ελληνικό ρήμα  ενδείκνυμι. Ένδειξις (Liddell an Scott,II,E-K) στην αρχαιότητα σήμαινε “φανέρωσις κατά των ατίμων και ποιούντων ά κωλύουσι οι νόμοι” (Δημ. 504,24).Το indictus εμπεριέχει και την έννοια του αρρήτου στα λατινικά. Ένδικοι είμαστε όλοι επί των πραγμάτων κατά το δίκαιον του Θεού. Ο Πίνδαρος λέγει (Πινδ. 0.7.107)” πριν γ΄αν ενδείξω τι δρω, πριν ποιήσω γνωστόν εις την πόλιν τι πράττω”. Στη Βυζαντινή αυτοκρατορία υπήρχαν τρία είδη Ινδικτιώνος, πρώτον η αυτοκρατορική ,Καισαρική και Κωνσταντινιακή που αρχή της ήταν η 24η Σεπτεμβρίου, δεύτερο  η λεγόμενη Παπική, η οποία άρχεται την 1η Ιανουαρίου και τρίτο της Κων/πόλεως ,την οποία παρέλαβαν οι Πατριάρχες μετά την πτώση της Ανατολικής Αυτοκρατορίας.

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2021

Ο Ιατρός Παναγιώτης Παπασαραντόπουλος, (Παπάσης ) στη Βαλτοκκλησιά της Βαλύρας, το 1920

 Αφιερωμένο  σε εκείνους που οικοδόμησαν ιερούς ναούς στη Βαλύρα 

     Ο ιατρός Παναγιώτης Παπασαραντόπουλος γεννήθηκε στη Βαλύρα ,πριν το 1900, και απεβίωσε στις 9 Ιουνίου το 1938,  ευτυχώς, χωρίς να προλάβει να δει η ευγενική ψυχή του τις καταστροφές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τον Εμφύλιο  Σπαραγμό του τόπου μας. Ήταν υιός του Αριστόδημου Παπασαραντόπουλου, επίσης ιατρού, και γόνος μίας παλιάς και ευκατάστατης οικογένειας  του  χωριού. Τη παλιά οικία της οικογένειας Παπασαραντόπουλου χρησιμοποίησε ως χώρος διαμονής  του  ο Τζαφέρ Αγάς , ο οποίος ήταν ο τέταρτος κατά συνέχεια αγάς στη Βαλύρα.  Έχει καλντερίμι, πολεμίστρες, κρυψώνες και το υπόγειο είναι θολωτό.Το 1814 δωρίστηκε    από τον παπά Σαράντη, συγγενή του ιατρού Παπάση. Ο Παναγιώτης Παπασαραντόπουλος, από τη παιδική  του ηλικία ,διακρίθηκε για την οξύνοια του, επιμέλεια, πειθαρχία και άριστη διαγωγή του και έλαβε πολλά αριστεία κατά τα μαθητικά του χρόνια. Στη συνέχεια σπούδασε ιατρική στην Ελλάδα και  συνέχισε στη Γαλλία,  όπου ειδικεύτηκε σε αρκετούς τομείς,  και έλαβε   το όνομα Παπάσης, το οποίο κράτησε μέχρι το γήρας του, διαβάζουμε στο βιβλίο του καθ. Ιωάννη Λύρα, “Βαλύρα Ονομάτων Επίσκεψις”,(Λύρας, 2018, σελ.18-20).

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021

Πατήρ Νικόδημος ,ο Άγιος Μοναχός της Ιεράς Μονής Βουλκάνου, με το Προφητικό Χάρισμα

Αφιερωμένο  σε όσους έχουν εν Χριστώ  προφητικό χάρισμα

       Στον ματαιόφρονα κόσμο μας , γεννήθηκε λίγο πριν από τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο Αριοχώρι   Μεσσηνίας ,ένα ευλογημένο  παιδί, με προφητικό χάρισμα από τα γεννοφάσκια του, το οποίο έμελλε να υπηρετήσει την Παναγία Βουλκανιώτισσα με των παθών του τη νέκρωση, με τον ενάρετο βίο του και να φυλάξει απαρασάλευτους τους νόμους, κανόνες και τύπους της μοναχικής πολιτείας, όσους του παρέδωσαν οι τρισμακάριοι αδελφοί του , οι οποίοι προηγήθηκαν αυτού.

      Ο πατήρ Νικόδημος, από τη παιδική του ηλικία, δεν φαινόταν ότι μπορούσε να συμπορευτεί με τα δεδομένα του κοσμικού βίου, μία ακατανίκητη  δύναμη τον ωθούσε προς την ένωση με τον Υπεριούσιο Θεό, γι΄ αυτό απείχε από τα εγκόσμια για την ωφέλεια της ψυχής του. Παράλληλα, δεν  ήθελε να συμπορευθεί με τον κόσμο ούτε ως ιερέας, όταν του το πρότειναν.   Η μόνη του επιθυμία ήταν να απομονωθεί και να υπηρετήσει τον κύριο μέσα από τον μοναχισμό, γι΄ αυτό πίκρανε  τη πατρική του οικογένεια   αρχικά, αφού τους άφησε για την αγαπημένη  του μητέρα, την  Υπεραγία Θεοτόκο. Όμως, στη πορεία πολύ τους χαροποίησε, αφού ευλόγησε ολόκληρες γενιές , όχι μόνο αδελφών μοναχών, αλλά συγγενών του και  κοσμικών πιστών, που είχαν την ευκαιρία   να τον γνωρίσουν από κοντά. Έδρασε ως θείο πρότυπο και σανίδα σωτηρίας στη ζωή  πολλών ανθρώπων, τους οποίους καθοδήγησε και οικοδόμησε  θεάρεστα. Ο λόγος του ήταν μελίρρυτος και μεστός, με υψηλά νοήματα, τα οποία απλοποιούσε και καθιστούσε κατανοητά, με καθημερινά παραδείγματα, στους κοσμικούς ανθρώπους   όταν τους καθοδηγούσε , αλλά και στους νεότερους αδελφούς του, στην Ιερά Μονή του Βουλκάνου.

Σάββατο 7 Αυγούστου 2021

Πατήρ Αμβρόσιος, ο Άγιος Τραπεζάρης της Ιεράς Μονής Βουλκάνου

 Αφιερωμένο  στον μακαριστό Πατέρα Αμβρόσιο, των παιδικών μας χρόνων

       Πρωτογνώρισα  τον πατέρα Αμβρόσιο σε ηλικία πέντε ετών, το 1963, όταν επισκεφτήκαμε την Ιερά Μονή   Βουλκάνου με τους γονείς μου και τις δύο μικρότερες αδελφές μου. Έκτοτε τον συνάντησα σε μεγαλύτερη ηλικία άλλες  δέκα φορές, μέχρι που τελείωσα το Γυμνάσιο.Ο πατήρ Αμβρόσιος και ο αγιότατος γέροντας πατήρ Γρηγοράκος, έχουν μία ιδιαίτερη θέση στη καρδιά και στη μνήμη μου,  συνυφασμένη με εκείνα τα ευλογημένα παιδικά μου  χρόνια. Ο πατήρ Αμβρόσιος ήταν ο πατέρας όλων μας και ο πατήρ Γρηγοράκος ο Άγιος , ο οποίος μεσίτευε με το κομποσκοίνι του στον Θεό, υπέρ  του Μεσσηνιακού λαού και της Πατρίδας ολόκληρης.

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021

Τρεις Λογικές Προσεγγίσεις στη Παρουσίαση της Αγίας Εικόνας της Παναγίας Βουλκανιώτισσας, τον Δεκαπενταύγουστο του 2008

 Αφιερωμένο στη Παναγία τη Βουλκανιώτισσα

        Σε αυτό το κείμενο θα αναλύσουμε τη κοινή λογική ενός δεινού πολιτικού ,την   επιστημονική προσέγγιση ενός άρτια καταρτισμένου αρχαιολόγου ,και την ενορατική- θεία λογική ενός σεβάσμιου ιερέα   ,  κατά την παρουσίαση  της αγίας εικόνας της Παναγίας Βουλκανιώτισσας ,τον Δεκαπενταύγουστο  του  2008, στη Μονή του Βουλκάνου, από μία φοιτήτρια δημοσιογραφίας.

     Σε μία συνέντευξη   που  μου πήρε το 2008 μία  φοιτήτρια δημοσιογραφίας , γνωστής Σχολής   στην Αθήνα,    ως μέρος της εργασίας της  σε ένα από τα μαθήματα  για το πτυχίο της, χρειάστηκε να  αναλύσω τον τρόπο αντίληψης  (perception) τριών ενηλίκων αρρένων ,στους οποίους το  οπτικό ερέθισμα που δόθηκε για περιγραφή ήταν  μία έγχρωμη φωτοτυπημένη και πλαστικοποιημένη εικόνα της Παναγίας Βουλκανιώτισσας, την ημέρα της εορτής της Παναγίας , στις 15 Αυγούστου, το 2008. 

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2021

Δημήτρης Κατσίρης, ο Σαγματοποιός της Βαλύρας ,στο Έπος του 1940

 Αφιερωμένο στους Βαλυραίους ήρωες του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου

        Η Βαλύρα ανέδειξε ήρωες τόσο κατά την απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό, όσο και   στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Ανάμεσα  στα τιμώμενα πρόσωπα του χωριού μας περιλαμβάνεται και ο νεαρός σαγματοποιός και  εκπαιδευτής αλόγων Δημήτρης Κατσίρης , ο οποίος έπεσε υπέρ Πατρίδος στα Ελληνοαλβανικά σύνορα.  Η πρόσοψη του παλιού σιδηρουργείου του αείμνηστου Μπαρμπαλιά αποτελεί ένα μικρό μέρος από τη προπολεμική οικία που κληρονόμησε η Ευσταθία Γρίβα από τον πατέρα της Δημήτριο και   είναι ο χώρος που  είδε το φως της ζωής του ο ήρωας Δημήτρης Κατσίρης.

   Ο Δημήτριος Γρίβας, ο παππούς του Δημήτρη Κατσίρη, ήταν ένας ευκατάστατος Βαλυραίος κτηματίας με σεβαστή ακίνητη περιουσία, που την μοίρασε στην κόρη του Ευσταθία που απέκτησε από τον πρώτο του γάμο, και στα άλλα τέσσερα παιδιά του,    Γιώργο , Κωνσταντίνο , Μαρία και Γιαννούλα, από τον δεύτερο γάμο του. Μετά τον ιερό ναό του Αγίου Κων/νου και Ελένης, οδεύοντας προς την γέφυρα της Βαλύρας, ακολουθεί το σιδηρουργείο του Μπαρμπαλιά, που ήταν το σπίτι της Ευσταθίας, στη συνέχεια   της αδελφής της Μαρίας,  κατόπιν  ήταν το αρχοντικό  του παππού Δημήτρη Γρίβα, που το κληρονόμησε ο γιος του  Κωνσταντίνος και στη συνέχεια το σπίτι του Γιώργου Γρίβα. Η αδελφή τους  Γιαννούλα πήρε την περιουσία της σε χρήματα και παντρεύτηκε στη Λάμπαινα. Η Ευσταθία, εκτός από το σπίτι στη Βαλύρα, κληρονόμησε  από τους γονείς της και τρία στρέμματα ελιές στις Ξιφάρες, προς τη Λάμπαινα,  κτήμα με  κατάλληλο χώρο για το γύμνασμα των αλόγων του γιου της  Δημήτρη Κατσίρη.


Κυριακή 1 Αυγούστου 2021

Σε εκείνους που αγιογραφούν τη ζωή, με θεία κονδύλια στη Βαλύρα


          Ο παππούς Σταύρος  που ζούσε στο Μπιζάνι της Βαλύρας, όταν υπηρέτησε στον Ελληνικό στρατό     το 1905, έτυχε κοντά στο στρατόπεδο να βρίσκεται  μία μικρή νεόκτιστη εκκλησία, για την οποία ο  διοικητής του έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί ήταν αφιερωμένη στην Παναγία και την μητέρα του     την έλεγαν Παναγιώτα.  Η εκκλησία  χρειαζόταν αγιογράφηση, οπότε ρώτησε όλους  τους στρατιώτες αν κάποιος  γνωρίζει τη συγκεκριμένη τέχνη . Τελικά βρέθηκε ανάμεσα στους νεοσύλλεκτους  ένας ειδικευμένος στην αγιογραφία, ο Φώτης. Στην συνέχεια αναζήτησαν  στο στρατόπεδο     έναν βοηθό  ο  οποίος να ζωγραφίζει καλά, ασχέτως αν δεν έχει γνώσεις αγιογραφίας και προσφέρθηκε ο νεαρός τότε παππούς Σταύρος.

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021

O Νεοσύλλεκτος Σταύρος από τη Βαλύρα και τα Κονδύλια της Αγιογραφίας, το 1905

Σε εκείνους που αγιογραφούν τη ζωή, με θεία κονδύλια στη Βαλύρα

          Ο παππούς Σταύρος  που ζούσε στο Μπιζάνι της Βαλύρας, όταν υπηρέτησε στον Ελληνικό στρατό     το 1905, έτυχε κοντά στο στρατόπεδο να βρίσκεται  μία μικρή νεόκτιστη εκκλησία, για την οποία ο  διοικητής του έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί ήταν αφιερωμένη στην Παναγία και την μητέρα του     την έλεγαν Παναγιώτα.  Η εκκλησία  χρειαζόταν αγιογράφηση, οπότε ρώτησε όλους  τους στρατιώτες αν κάποιος  γνωρίζει τη συγκεκριμένη τέχνη . Τελικά βρέθηκε ανάμεσα στους νεοσύλλεκτους  ένας ειδικευμένος στην αγιογραφία, ο Φώτης. Στην συνέχεια αναζήτησαν  στο στρατόπεδο     έναν βοηθό  ο  οποίος να ζωγραφίζει καλά, ασχέτως αν δεν έχει γνώσεις αγιογραφίας και προσφέρθηκε ο νεαρός τότε παππούς Σταύρος.

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2021

Ο Ιεράρχης που Λεηλάτησε τη Μεσσηνία: Μέρος Δεύτερο

 Ο όχι και τόσον ‘Πανάρετος” και η  Μαυροφορούσα Υπεραγία  Θεοτόκος  της Βαλύρας

 Αφιερωμένο σε εκείνους που σεβάστηκαν και προστάτευσαν τα ιερά και όσια του τόπου μας.

       Κατά τα σκοτεινά χρόνια της δεκαετίας του 1980 , περίοδο   λεηλασίας των ιερών εικόνων της Μεσσηνίας από τους μητροπολιτικούς ναούς και τα ξωκκλήσια των χωριών της Μεσσηνίας, ιδίως της Βαλύρας,  σατανικός νους ήταν ο ακατονόμαστος Μητροπολίτης Μεσσηνίας και πρωτοπαλίκαρο ο όχι και τόσον ‘Πανάρετος” ,μοναχός του Βουλκάνου ,με έναν οδηγό κι ένα μικρό φορτηγό .Περιφέρονταν από χωριό σε χωριό, με τις  ευλογίες του Δεσπότη,  και συνέλεγαν όλες τις παλιές εικόνες, δήθεν  για συντήρηση και τοποθέτηση στο Μουσείο στη Καλαμάτα, όπως θυμούνται οι κάτοικοι των χωριών της Μεσσηνίας. Ο  νέος τότε  μοναχός “Πανάρετος”, χωρίς διάκριση, πειθήνιο όργανο της μεγαλύτερης μαφίας που  γνώρισε ποτέ η Μεσσηνία στον εκκλησιαστικό  χώρο, όργωσε ,χειρότερα από τον Ιμπραήμ, πολλά ιερά εκκλησάκια στα  χωριά και τους αφαίρεσε τον θείο στόλο τους, επιστρέφοντας με θησαυρούς προς αξιολόγηση στη Μονή του Βουλκάνου, όπου ανενόχλητος ο  “δεινός ιεράρχης”, με στόχο την ανακαίνιση και συντήρηση των Μονών και των ναών, είχε καταντήσει τον οίκο  της Παναγιάς οίκο εμπορίου.

Τρίτη 27 Ιουλίου 2021

Στρατής Τσιλίκας, το Όργανον της Τάξεως επί το Έργον

 Αφιερωμένο σε όσους υπηρέτησαν με ήθος, ως αγροφύλακες στη Βαλύρα

       Μετά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο , γεννήθηκε στη Βαλύρα ένας μελαχροινός φιλόπατρις  αγροφύλακας, με έντονη την αίσθηση του χιούμορ, που άλλον  όμοιο η Βαλύρα δεν γνώρισε. Γιατί πολλοί καλοί  αγροφύλακες υπηρέτησαν στο χωριό, αλλά τον  Στρατή, στην ευρηματικότητα και στο χιούμορ, δεν τον έφθανε κανένας! Όταν ο Αριστοτέλης έγραφε τα Φυσιογνωμικά  και περιέγραφε τον έντιμο, άξιο, αξιόπιστο, δυνατό και εχέμυθο άνδρα ,σίγουρα έναν  Στρατή της αρχαιότητας θα είχε υπόψη του, αλλά του μέγα φιλοσόφου τού  διέφυγε κάτι. Ήταν ένα ανεπαίσθητο γελάκι, κρυμμένο δεξιά, κάτω από το παχύ μουστάκι του  Τσιλίκα, που σήμαινε “θα σας τη φέρω   μπαγάσηδες”!

Κυριακή 25 Ιουλίου 2021

Ο Γάμος του Αριστείδη Μπουρίκα από τη Βαλύρα με τη Γεωργία Κολλάτου από το Αριστοδήμειο , το 1890.

  Αφιερωμένο  στις γιαγιάδες μας , οι οποίες μας δίδαξαν τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μας  

        Καθώς  αέριζα τα υφαντά της προγιαγιάς μου Γεωργίας , που δυστυχώς δεν πρόλαβα να την γνωρίσω, και της γιαγιά μου Κωνσταντίνας, το  βλέμμα μου έπεσε επάνω σε δύο άσπρες νυφιάτικες πετσέτες, υφαντές στον αργαλειό, διακοσμημένες με δαντέλλα χειρός . Ο νους μου έτρεξε στη παιδική μου ηλικία, στο έτος  1967,  όταν η γιαγιά μου  Κωνσταντίνα  μου έλεγε μπροστά στον αργαλειό της, σαν παραμύθι το θυμάμαι, πόσο  άξια γυναίκα και μοναδική υφάντρα ήταν η μητέρα της Γεωργία, στην οποία έμοιασε η ίδια, όχι μόνο στη μορφή, αλλά και στα  πολλά και μοναδικά ταλέντα  της. Η γιαγιά Γεωργία ήρθε  νύφη στη Βαλύρα από το Αριστοδήμειο, στο  πέτρινο σπίτι του προπάππου μου Αριστείδη στο Μπιζάνι, που ήταν ένας ομορφονιός και καλά  αναθρεμμένος,  παράλληλα πολύ υπεύθυνος και εργατικός κτηματίας, μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Ήταν δε τόσο μεγάλη η απώλεια για τη γιαγιά μου Κωνσταντίνα , όταν έφυγαν από τη ζωή οι αγαπημένοι της γονείς, που μόνο μία φορά τον χρόνο αφαιρούσε τον μαύρο κεφαλόδεσμο και άλλαζε το μακρύ  μαύρο φόρεμα της,  της Αγίας Τριάδος  κατ΄ εξαίρεση, για να κάνει το χατήρι του άνδρα της, του παππού μου Γιώργου Γρίβα, όταν τον συνόδευε στο πανηγύρι της Βαλύρας.

Σάββατο 24 Ιουλίου 2021

Οι Ευκάλυπτοι της Ιεράς Μονής του Βουλκάνου

 Αφιερωμένο  σε εκείνους που έχουν ενορατικό χάρισμα και βαθιά κατά Χριστόν πίστη

       Οι πρώτοι ευκάλυπτοι ανακαλύφθηκαν στην Τασμανία το 1788 από  Γάλλο Βοτανικό. Οι πρώτες σπορές του ευκαλύπτου στην Ευρώπη έγιναν στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο Γεωργικός Σταθμός των Αθηνών, από το 1822 δοκίμασε και πολλαπλασίασε πολλά είδη ευκαλύπτου. Η ευκάλυπτος η σφαιρόκαρπος, που είναι διαδεδομένη στην Ελλάδα , καλλιεργήθηκε πρώτα το 1864 από τον Ορφανίδη στον Βοτανικό Κήπο των Αθηνών,  με μέτρια επιτυχία, λόγω του ξηρού κλίματος της Αττικής. Η Εταιρία Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου καλλιέργησε με επιτυχία ευκαλύπτους σε όλη την Πελοπόννησο, ιδίως στη Κυλλήνη. Η Μεσσηνία, η Κρήτη και η Θεσσαλία είχαν τους περισσότερους ευκαλύπτους   τον 19ο αιώνα. Φυτεύτηκαν ευκάλυπτοι και στον Μεσσηνιακό κάμπο, γιατί έχουν την ιδιότητα να απορροφούν τα ύδατα του εδάφους, να προστατεύουν από την ελονοσία, κανένα έντομο δεν τους πλησιάζει, και υγιαίνουν το περιβάλλον. Ακόμη και σήμερα εντοπίζουμε 2-3 γηραιούς ευκαλύπτους στη Βαλύρα, με μεγαλύτερο αυτόν στην οικία του Λινάρδου, που είναι περισσότερο από 120 ετών. Από τους πρώτους που φυτεύτηκαν στη Μεσσηνία ήταν κι αυτοί που βρίσκονται στη Μονή του Βουλκάνου. Οι Βαλυραίοι καλλιεργούσαν την Άνοιξη σε ξύλινα κουτιά τους σπόρους του ευκαλύπτου και όταν έβγαζε 6-8 φύλλα τον μεταφύτευαν το φθινόπωρο σε γλάστρα. Στη συνέχεια, την επόμενη Άνοιξη, τον φύτευαν στο έδαφος. Ασχέτως αν δεν υπάρχουν αρκετοί ευκάλυπτοι σήμερα στη Βαλύρα, κάθε σπίτι είχε και τον μικρό του ευκάλυπτο, για θεραπευτικούς λόγους.

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2021

Η Κοινωνία της Σταφίδας στη Βαλύρα τη Περίοδο 1960-1970

 Αφιερωμένο στους καλλιεργητές της σταφίδας στη Μεσσηνία

        Στο Δημοτικό Σχολείο της Βαλύρας  κάναμε συχνά εκπαιδευτικές εκδρομές στην ευρεία περιοχή του χωριού περπατώντας και τραγουδώντας. Σε μία από αυτές, το σωτήριον έτος 1969,  που  τελείωνα την έκτη Δημοτικού, ο δάσκαλος μας και Διευθυντής του Σχολείου κ. Χρήστος Γεωργακόπουλος μας ξενάγησε στο   κτίριο της Ελληνικής Εταιρίας Οίνων και Οινοπνευμάτων(Ε.Ε.Ο.Ο.) που ιδρύθηκε το 1906, ως δυνατή λύση για τη κατεργασία της σταφίδας.   Η συγκεκριμένη εταιρία έφθασε στο απόγειό της το 1930 και ήταν ένας από τους μεγαλύτερους βιομηχανικούς οργανισμούς της Ευρώπης στον κλάδο της οινοποιίας. Περιλάμβανε 8 μεγάλα εργοστάσια πανελλαδικά, επίσης αρκετά οινοποιεία, ένα εκ των οποίων λειτουργούσε στη Βαλύρα .

      Το διώροφο οινοποιείο της Βαλύρας ιδρύθηκε το 1928 ανατολικά του σιδηροδρομικού σταθμού του χωριού ,  είχε 11 τσιμεντένιες δεξαμενές, ήταν εξοπλισμένο με χημείο και γεφυροπλάστιγα, όπως διαβάζουμε στο ιστορικό αρχείο του καθ. Ιωάννη Λύρα. Γέμιζαν οι δεξαμενές με μούστο από σταφίδα, ο οποίος μεταφερόταν με βαγόνια του τραίνου στη Καλαμάτα και ήταν η πρώτη ύλη για τη παρασκευή οινοπνεύματος. Η επιχείρηση αυτή είχε και Γάλλους μετόχους-επιχειρηματίες της Ζανέ και Ρως και αγοράστηκε ολοκληρωτικά το 1938 από τον Μποδοσάκη-Αθανασιάδη. Στη συνέχεια το 1973 ιδρύθηκε το Ίδρυμα Μποδοσάκη, το οποίο πέρασε το 1979 στον Τζώρτζη Αθανασιάδη, τον οποίο σκότωσε η 17 Νοέμβρη το 1982.Το εργοστάσιο της Βαλύρας έκλεισε οριστικά και παραμένει ερειπωμένο στον χώρο , εκεί που κάποτε  άνθισε.

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021

Ο Μίμης, το Μουλάρι του Κώστα Σκαμπίλη στη Βαλύρα, του 1940

 Αφιερωμένο σε όλα τα μουλάρια που υπηρέτησαν στη Βαλύρα

        Στη Βαλύρα,  πριν τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο  και τρεις δεκαετίες μετά , οι νέοι του χωριού  ονειρεύονταν αυτοκίνητα, οι  μεγαλύτεροι όμως στηρίζονταν παραδοσιακά στα κάρα με τα άλογα , στα  γαϊδούρια  και στα  εργατικά μουλάρια τους. Ιδίως  για τη μεταφορά στο Μοναστήρι του Βουλκάνου στην Ιθώμη , όπου ο δρόμος δεν ήταν κατάλληλος για μηχανικά μέσα μεταφοράς και σε ορισμένα σημεία ήταν γεμάτος πέτρες και ψηλά χορτάρια, το μουλάρι ήταν η ιδανική λύση  .Αυτό όμως που έχει   ιδιαίτερο λαογραφικό ενδιαφέρον είναι το  μουλάρι του Κώστα Σκαμπίλη ,  το  οποίο γεννήθηκε  λιγότερο από δέκα χρόνια ,πριν το 1940.

       Ο Κώστας Σκαμπίλης ήταν ένας πράος, μετρίου αναστήματος γεωργός  , πολύ συμπαθής σε όλους τους κατοίκους του χωριού ,γιατί ήταν έντιμος και εργατικός, παράλληλα όμως ήταν ο “υποτακτικός “ της  δυναμικής γυναίκας του   Μαρίας, που έκλεινε μέσα της δέκα στρατηγούς και πενήντα  αφέντες, με τη σημαία σε έπαρση. Επειδή ο Κώστας δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει εύκολα οικονομικά ως οικογενειάρχης και άκουγε συχνά τα σχολιανά του, εκτός από τη καλλιέργεια των κτημάτων, την κατασκευή σαρωματίνων (σκούπες με αφάνες) εργαζόταν και ως μεταφορέας επισκεπτών στη Μονή του Βουλκάνου , με το προπολεμικό μουλάρι του , όπως και  με  εκείνα που απέκτησε σταδιακά μετά τον πόλεμο, μέχρι το σωτήριον έτος 1970.

Κυριακή 18 Ιουλίου 2021

Η Μπαταλοθανάσω και οι Παραβάτες του Άγραφου Νόμου του Αυλακίου, στη Βαλύρα του 1960

 Αφιερωμένο  στην αείμνηστη κυρά Θανάσω τη Μυλωνού

        Η Βαλύρα ουδέποτε μαράθηκε, ουδέποτε δίψασε.  Ο ελεήμων Θεός έδωσε κουράγιο στους σκληρά εργαζόμενους αγρότες να χαράξουν αυλάκια πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τη δέση του ποταμού της Μαυροζούμενας, ψηλά στο Μπιζάνι, έως τον κάμπο του χωριού ,κάτω στα Μανιατέικα. Οι δύο υπέροχοι μύλοι  της Βαλύρας εργάζονταν Χειμώνα Καλοκαίρι,  επίσης το νερό, κατόπιν κατανόησης και συνεννόησης ,το δρομολογούσαν οι κάτοικοι του χωριού στα ποτιστικά τους και στους μοναδικούς ,με παντός είδους κηπευτικών και καρποφόρων δέντρων μπαξέδες τους.

Το  αυλάκι είχε κι έναν ανεπανάληπτο φύλακα άγγελο. Μία ανδρειωμένη αγρότισσα, με τσιγκελωτό μουστάκι  ,  στρατιωτικές μπότες μέχρι το γόνατο και με μια αξίνα μονίμως στο χέρι,  η οποία έδινε Ελληνιστί και Γαλλιστί  ,με την  αγριοφωνάρα της, στους μουλωχτούς παραβάτες του νόμου να καταλάβουν τι “εστί  Θανάσω η Μυλωνού”. Την έβλεπαν όλοι και έτρεμαν!

       Η κυρά Θανάσω,   γέννημα και θρέμμα της Βαλύρας, ήταν ευθυτενής, μετρίου προς ψηλού αναστήματος, λεπτή αλλά γεροδεμένη, με έξαρση των ανδρικών ορμονών, αλλά λειτουργικά ετεροσεξουαλική ,  μία πιστή και έντιμη σύζυγος του εκ ίσου ατρόμητου Δημήτρη Μπατάλια, που το χωριό τον θυμάται από τις εθνικές γιορτές και το Πάσχα .Άναβε τα τρία μάσκουλα στο προαύλιο του ιερού ναού του Αγίου Αθανασίου, παίρνοντας κομμένα κεραμίδια, που του κουβαλούσε στη ποδιά της η Θανάσω και συγκλόνιζε  τη Βαλύρα και τον Μεσσηνιακό κάμπο με τους κρότους  του φόβου και του τρόμου, αλλά και της χαράς, εξαναγκάζοντας τα  κακοποιά πνεύματα και την κακοτυχία να μετοικήσουν στα άγρια όρη και βουνά.

      Η κυρά Θανάσω δεν είχε αναλάβει εξ αρχής τη λειτουργία του παλιού Μύλου του χωριού και την επιστασία στο αυλάκι, γιατί  έκανε στα νιάτα της   άλλες εργασίες.  Στα δεκαοχτώ της χρόνια  εργάστηκε ως οικιακή βοηθός για δύο  χρόνια , στην οικία   του Βαλυραίου Παναγιώτη Λύρα στη Μασσαλία και έμαθε να μιλάει πολύ καλά Γαλλικά ,σταδιακά και  με φυσικό τρόπο. Ο Παναγιώτης Λύρας  είχε εργοστάσιο κατασκευής πολυελαίων και παραγωγής σαπουνιών στη Γαλλία και ήταν ιδιαίτερα ευκατάστατος. Οι δύο πολυέλαιοι στον ιερό ναό του Αγίου Αθανασίου της Βαλύρας είναι δική του δωρεά. Η   Θανάσω, αν και ήταν   νοήμων, και τελείωσε με καλούς βαθμούς το Δημοτικό Σχολείο, στην προπολεμική εποχή  που έζησε, τα κορίτσια του χωριού δεν  πήγαιναν στο Σχολαρχείο, ούτε στο Πανεπιστήμιο, με εξαίρεση κάποιες σχολές τεχνικών επαγγελμάτων, όπως οικοκυρικών, κοπτικής ραπτικής,  κοφτού κεντήματος στη ραπτομηχανή και υφαντικής.  Οι κόρες ετοίμαζαν τη προίκα τους και παντρεύονταν.  Η Θανάσω έκανε έναν παραδοσιακό γάμο, με ένα άξιο και ατρόμητο παλικάρι, που αν το γνώριζε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σίγουρα θα το  έκανε  πρωτοπαλίκαρο του. Κι ενώ  συμπορευόταν αρμονικά μετά του συζύγου της,που τον φωνάζαμε κυρ Μήτσο, και  απέκτησαν δύο υγιέστατα παιδιά, έναν γιο και μία κόρη, η δουλειά που ανέλαβε με το αυλάκι στη Βαλύρα, παράλληλα με τη λειτουργία του παλιού Μύλου της Βαλύρας, ήθελε πολλά κότσια, γιατί ανάμεσα σε εκείνους που τηρούσαν ανελλιπώς το πρόγραμμα  δρομολόγησης του νερού στο αυλάκι, όπως όριζε ο κανόνας, κατόπιν προφορικής συνεννόησης μεταξύ των κατοίκων, υπήρχαν και οι εξαιρέσεις. Ήταν συνήθως άτομα, τα οποία κατά την καλοκαιρινή περίοδο  αγχώνονταν ιδιαίτερα ότι θα τους ξεραθούν τα ζαρζαβατικά αν περίμεναν τη σειρά τους και έκλεβαν νερό, δρομολογώντας το αυλάκι προς τα ποτιστικά τους. Ένας εξ αυτών ήταν και ο  Μπότης, που είχε  το κτήμα του πριν τα Μανιατέικα.

Και τι δεν είχε ακούσει, που για  χρόνια, χωρίς μεταμέλεια ,χαλούσε το πρόγραμμα της κυράς Θανάσως και εξέθετε την επαγγελματική αξιοπιστία της στα μάτια των Βαλυραίων!

- Μπότη, που είσαι ουρέ  Μπότη να σου πάρω το κεφάλι; Είπε βροντοφωνάζοντας η Θανάσω ,σαν  φλεγόμενο μπαρούτι.

Ο  Μπότης ,μόλις την  είδε να έρχεται από μακριά, ανέβηκε γρήγορα ,για καλού και κακού, πάνω σε μία φουντωτή και ψηλή καρυδιά που είχε φτιάξει στα κλαδιά της ένα κρεβατάκι με σανίδια για να ξαπλώνει και τράβηξε τη σκάλα, την κρέμασε ψηλά στο δέντρο για να μην ανέβει η  Μπαταλοθανάσω και τον καρατομήσει.

-Πού κρύβεσαι ουρέ λαδοπόντικα, πανάθεμα σε ,που έμειναν  τρία κτήματα απότιστα σήμερα εξ αιτίας σου ,κωθώνι, και φωνάζουν με το δίκιο τους οι άνθρωποι. Τον Θεό δεν τον φοβάσαι αγράμματε;

Ο  Μπότης τσιμουδιά!

-Δεν μιλάς; Πώς να μιλήσεις; Έχεις βρεγμένη τη φωλιά σου! Κι όντως ,λίγο ήθελε για να κατουρηθεί επάνω  από τον φόβο του ο παραβάτης του “νόμου του αυλακίου”.

-Βέβαια! Δεν σε συμφέρει. Έτσι και το ξανακάνεις κακομοίρη μου θα σου κάνω μήνυση. Θα βάλω τον βουλευτή στη Καλαμάτα που λύνει και δένει να σε πάνε μέσα δεμένο. Θα πουλήσεις το χωράφι σου για να ξεπληρώσεις!

Ο Μπότης λογικευόταν αρκετές φορές, αλλά όταν έβλεπε  λιποθυμισμένα φύλλα  στα καλοκαιρινά λαχανικά του  ξεχνούσε και τη Θανάσω, τα ξεχνούσε όλα. Μια μέρα, καθώς πήγαινε για να αγοράσει ψωμί στη πλατεία, τον άρπαξε η Θανάσω δυνατά  από τη ζώνη του παντελονιού του πίσω στη πλάτη και τον ακινητοποίησε.

-Πρόσεξε τυφλοπόντικα, του είπε στο αυτί. Σε παρακολουθώ!

-Δεν έκανα τίποτα, διαμαρτυρήθηκε εκείνος, λίγο νερό πήρα γιατί μαράθηκαν όλα.

-Τίποτα δεν μαράθηκε, απάντησε η κυρά Θανάσω. Παρακολουθώ όλα τα κτήματα και τους μπαξέδες σας από το πρωί έως το βράδυ. Λες να είμαι καμιά διαβολογυναίκα  που θέλει να  καούν τα ποτιστικά σας;  Προσεύχομαι για σας. Ο Θεός επιβλέπει και θα σε τιμωρήσει που δεν  βάζεις μυαλό μέσα στο κουρκούτι σου.

Κι αν δεν μπόρεσε η κυρά Θανάσω να λογικέψει τον Μπότη, τον λογίκεψε σίγουρα η κοιλιά του, γιατί κάθε φορά που παρανομούσε εις βάρος των συγχωριανών του θυμόταν τη Μπαταλοθανάσω και είχε  μεγάλη διάρροια. Μόλις το έμαθε αυτό η κυρά Θανάσω γέλασε με την καρδιά της, γονάτισε μπροστά στη Δέση ψηλά στη Μαυροζούμενα , έκανε τον σταυρό της και είπε με ανακούφιση ψυχής: “Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου”!

      Όταν ήρθε νυφούλα   η Βάσω του Λινάρδου στη Βαλύρα από του Κεφαληνού, αδελφή τριών μορφωμένων πανεπιστημιακά ανδρών,  μιλούσε με το σας και με το σεις. Ο πεθερός της ο Γιάννης, κάπου κάπου έκανε ατασθαλίες με το νερό στο αυλάκι. Η  Μπαταλοθανάσω τον έψαχνε για να του τα σούρει, αλλά έπεσε μία φορά πάνω στη Βάσω, και  κόντεψε να πάει  από τη καρδιά της η νιόπαντρη κόρη! Τόσο πολύ τρόμαξε η  νύφη του Λινάρδου, που μόλις   άκουσε την αγριοφωνάρα της κυράς Θανάσως και την είδε  που κτυπούσε νευρικά κάτω στο χώμα   την αξίνα δεν είπε κουβέντα, αλλά   μπήκε τρέχοντας στο σπίτι και κλειδώθηκε μέσα  στο γαμήλιο υπνοδωμάτιο.

Μόλις γύρισε ο πεθερός της  , άρχισε να την καλεί :

-Βασούλα, Βασούλα,   είσαι εδώ;

-Εκείνη ξεθάρρεψε, κτύπησε τρεις φορές δυνατά την πόρτα του υπνοδωματίου, χωρίς να βγάλει  άχνα.

Θα αλλάζει το κορίτσι στο δωμάτιο του, σκέφτηκε ο πεθερός της και την άφησε χωρίς ενόχληση για μισή ώρα. Μόλις είδε   ότι δεν  έβγαινε από το δωμάτιο, πήγε έξω από την πόρτα, κτύπησε  και τη ρώτησε διακριτικά:

-Βάσω μου, είσαι καλά;

-Τρέμει η καρδιά μου, απάντησε εκείνη.

-Άνοιξε τη πόρτα παιδάκι μου να δω τι έχεις, απάντησε ο κυρ Γιάννης.

-Μόνος σας είστε; Ρώτησε η Βάσω.

-Μόνος μου είμαι, ο Ρίκος με τη πεθερά σου δεν έχουν γυρίσει ακόμη.

Η Βάσω άνοιξε την πόρτα κρατώντας την καρδιά της, πήγε στη κουζίνα, πήρε ένα ποτήρι νερό και κάθισε σε μία καρέκλα.

-Θέλεις να πάμε στο γιατρό; Ρώτησε ο πεθερός της.

-Όχι, απάντησε εκείνη, και του διηγήθηκε τι συνέβη.

Μία άγρια γυναίκα με μαύρο μουστάκι και με μία αξίνα , που την κτυπούσε κάτω απειλητικά σας έψαχνε για να σας σκοτώσει! Και επειδή δεν βρήκε εσάς, άρχισε να φοβερίζει εμένα , αλλά της ξέφυγα! Έτρεξα γρήγορα και κλειδώθηκα στο δωμάτιο για να μη με βρει, μέχρι να επιστρέψετε,  εξήγησε η Βάσω.

Ο πεθερός της τη φίλησε στο μέτωπο και  τη καθησύχασε:

-Μη φοβάσαι   κορίτσι μου, αυτή είναι η  κυρά Θανάσω η Μυλωνού. Δεν σκοτώνει κανέναν, αλλά πολλοί μπορούν να πάνε από καρδιακή προσβολή αν την δουν για πρώτη φορά ξαφνικά μπροστά τους. Κρίμα που δεν σε είχα ενημερώσει.

-Τι της κάνατε και είναι τόσο πολύ θυμωμένη μαζί σας; Ρώτησε η Βάσω.

-Της χαλάω τα σχέδια μερικές φορές και παίρνω νερό από το αυλάκι, όταν δεν είναι η σειρά μου.

-Συγνώμη, αλλά αυτό δεν είναι σωστό πατέρα, είπε η Βάσω.

-Σωστό, λάθος, μερικές φορές είναι αναγκαίο, όταν δεν επαρκεί το νερό για το πότισμα. Γιατί ναι μεν έχουμε συμφωνήσει πότε θα ποτίζει ο καθένας, αλλά σε όλους τους νόμους, που δεν είναι ποτέ τέλειοι ,υπάρχουν και εξαιρέσεις.

Η Βασούλα δαγκώθηκε, δεν είπε τίποτα, αλλά μέσα σ΄ ένα χρόνο εξοικειώθηκε με την νοοτροπία των Βαλυραίων και συμφιλιώθηκε με τη κυρά Θανάσω. Όταν ο πεθερός της παρατυπούσε, εκείνη διακριτικά επανέφερε τα πράγματα στη τάξη. Αυτό το πρόσεξε η  Μυλωνού και τη συμπάθησε ιδιαίτερα. Μαζί της έπιανε συζήτηση σαν γυναίκα και όχι σαν διοικητής στο μέτωπο. Μια μέρα συζήτησαν για την εξαίρεση στον κανόνα.

-Καήκαμε, είπε η κυρά  Θανάσω, αν τους πω ότι ισχύει η εξαίρεση. Δεν θα υπάρχει πλέον κανόνας, όλοι θα συμπεριφέρονται ως  “οι αχαλίνωτοι της εξαίρεσης” και θα κάνουν ό,τι κατέβει στη γκλάβα τους. Πέταξε και μερικά γαλλικά της καθομιλουμένης  (κοματαλεβού- με καταλαβαίνεις) η γαλλομαθής Μπαταλοθανάσω στη Βάσω και την κούφανε κυριολεκτικά!

-Εσύ είσαι μορφωμένη!  Της απάντησε η νύφη του Λινάρδου.

-Η ζωή με τον Θεό κυβερνήτη μας μορφώνει  , απάντησε η κυρά Θανάσω , με ύφος ταπεινής δασκάλας.

Η Βάσω άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και είδε την άλλη όψη της   Μυλωνούς.

      Εκείνη που συμπαθούσε πολύ  η κυρά Θανάσω ,και ποτέ δεν της φώναξε ,ήταν η μητέρα μου,   Ευγενία  Γρίβα, γιατί όχι μόνο δεν τηρούσε ανελλιπώς το πρόγραμμα της  , αλλά όταν υπήρχε ανάγκη για επιπλέον νερό στα ποτιστικά φόρτωνε στο πηγάδι του Βίγκου και πότιζε στα Αγρίλια, χωρίς να  εμποδίζει τη ροή στο αυλάκι.

Όταν βλέπαμε τη κυρά Θανάσω, αμέσως   έκοβε  διάφορους καρπούς  από το κτήμα για να της δώσουμε, μπουρνέλες (κορόμηλα), δαμάσκηνα, βερίκοκα ,ροδάκινα , σταφύλια, καρπούζια, πεπόνια, φασολάκια, μελιτζάνες , κολοκυθάκια , πιπεριές ,και ό,τι άλλο είχε φυτέψει και είχε καρποφορήσει.

Της φώναζα δυνατά , όταν πλησίαζε:

-Γιαγιά Θανάσω, γιαγιά Θανάσω,  έχω να σου δώσω κάτι από τη μαμά μου.

Μια μέρα με πίεζε η μητέρα μου να φάω ένα ζυμωτό κουλούρι  ,αλλά  προτιμούσα τη σοκολάτα αμυγδάλου που μου είχε αγοράσει ο πατέρας μου.

-Αυτά από τη μαμά μου κι αυτό από μένα,   της είπα.

Εκείνη πήρε το κουλούρι, χαμογέλασε και μου  απάντησε ,δήθεν αυστηρά:

-Μόνο αυτή τη φορά θα το  δεχτώ και δεν θα  πω τίποτα της μάνας σου , είπε χαμηλόφωνα, και μου έκλεισε το μάτι.

Η ιστορία με την κυρά Θανάσω και τον πονηρό τσοπάνο είναι μοναδική, όπως μας την αφηγείται ο καθ. Ιωάννης Λύρας, που τη γνώριζε καλά, γιατί είχε  εργαστεί στο σπίτι του θείου του στη Μασσαλία, παράλληλα ο ίδιος έκανε παρέα με τον γιό της τον Αχιλλέα στα παιδικά του χρόνια:

 

Το ψάρεμα κάποτε στο ποτάμι της Μαυροζούμενας ήταν μια πολύ συχνή ενασχόληση των Βαλυραίων. Τα ψάρια του γλυκού νερού, σε παλιές εποχές, ήταν τα μόνα διαθέσιμα. Θαλασσινά δεν υπήρχαν αλλά και η φτώχεια ανάγκαζε τον κόσμο να ψαρεύει στο ποτάμι μας,για να συμπληρώσει το οικογενειακό τραπέζι. Τότε η μόλυνση δεν είχε μολύνει τα νερά και κάθε τι ποταμίσιο ήταν καθαρό και κατάλληλο προς βρώση. Τρόποι ψαρέματος υπήρχαν αρκετοί. Ένας πιο συνηθισμένος και μεγάλης απόδοσης τρόπος ήταν η καλαμωτή .Η κυρά Θανάσω η Μυλωνού που άλεθε το σιτάρι στον παλιό μύλο του χωριού, είχε παράλληλα στήσει στην κοίτη της Μαυροζούμενας και την καλαμωτή της, για να τρώει κανένα ψαράκι αυτή και οικογένειά της. Πλούσια ήταν κάθε φορά η ψαριά γεμάτη κεφαλόπουλα,τριχόπουλα, χαμοσούρτια, χέλια, και καβούρια. Ροβόλαγε νωρίς πρωί-πρωί και γέμιζε το καλάθι της. Με τα πολλά και με τα λίγα,πήρε πρέφα την καλαμωτή και ένας τσοπάνος που είχε το μαντρί του  πιο πέρα στις ελιές και του μπήκε η ιδέα να φάει και αυτός κανένα ψαράκι. Μόνο που ''γλυκάθηκε'' από τη πρώτη φορά και του έγινε συνήθεια. Έτσι λοιπόν έπαιρνε τα άγρια χαράματα τη καρδάρα του και ξάφριζε κυριολεκτικά την καλαμωτή. Η κυρά Θανάσω ήταν πολύ έξυπνη γυναίκα και γρήγορα την ψιλιάστηκε τη δουλειά. Αμέσως έβαλε σε εφαρμογή σχέδιο για την ''σύλληψη'' και την παραδειγματική τιμωρία του δράστη. Έτσι μια νύχτα γέμισε μπροστογιομή την τσιάγκρα της με μπαρούτι,προσθέτοντας αντί για σκάγια,χοντρό αλάτι και ψιλοφάσολα! Κρύφτηκε λοιπόν από τις πέντε τα χαράματα πίσω από κάτι λυγαριές με το όπλο της προτεταμένο και περίμενε τον απρόσκλητο επισκέπτη. Πράγματι αυτός δεν άργησε να φανεί, σαν σκιά μέσα στο σκοτάδι,κρατώντας την καρδάρα του,που αντί για γάλα τα πρωινά,την ''ασήμωνε'' πρώτα τελευταία με φρέσκα ψαράκια Μαυροζούμενας. Η κυρά Θανάσω τον άφησε να πλησιάσει στην καλαμωτή και όταν αυτός έσκυψε να πάρει τη λεία του,σηκώθηκε όρθια και του φώναξε:

-Αλτ μπαγάσα και σ' έφαγα!

 Δεν περίμενε περαιτέρω ενέργειες του δράστη και αμέσως του έσκασε μια μπαταριά στα προτεταμένα από το σκύψιμο οπίσθια του. Τρομαγμένος ο βλάχος τόβαλε στα πόδια πετώντας τη καρδάρα κατάχαμα και ακόμα τρέχει από το τσούξιμο του αλατιού στον πισινό του. Ένας Θεός ξέρει που στα καπινίδια έχει σκαπετήσει, αφού ακόμα τρέχει”! 

 

      Ένα καλοκαιρινό βράδυ η κυρά Θανάσω με τον μπάρμπα Μήτσο θυμήθηκαν ότι εκείνη την ημερομηνία παντρεύτηκαν και πήγαν στο  εξοχικό κέντρο του Τσαγκάρη για να διασκεδάσουν, που ήταν κοντά στις σιδηροδρομικές  γραμμές   στη Βαλύρα. Η κυρά Θανάσω κάθισε με το ένα πόδι πάνω στο άλλο, και έπινε άνετα το κρασάκι της. Κάπου - κάπου, όταν βρεχόταν το μουστάκι της το σκούπιζε και το έστριβε  απαλά, με το δεξί της χέρι.

Δύο  νεαροί  τουρίστες από την πρωτεύουσα,  κάθονταν στο διπλανό τραπέζι. Δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο θέαμα , και δεν άντεχαν  , ήθελαν να το σχολιάσουν  χωρίς  η κυρά Θανάσω να το  αντιληφθεί!

 Υπολόγισαν ότι μία τέτοια γυναίκα σίγουρα δεν γνωρίζει Γαλλικά , διαφορετικά θα ήταν εκλεπτυσμένη, όπως οι Αθηναίες των “καλών οικογενειών”.Άρχισαν να την εκθέτουν ασύστολα και να γελούν  εις βάρος της,  επικοινωνώντας Γαλλιστί. Η κυρά Θανάσω τους άκουγε με υπομονή για  να δει πού τελικά θα φτάσουν,  κατέβαζε το κρασάκι γουλιά γουλιά και έστριβε το μουστάκι της, κουνώντας  και το κεφάλι της.

-Κοίτα γυναίκα να σου πετύχει, είναι παντρεμένη, απίστευτο! Καλά, ο άντρας της ήθελε να  πάρει   το φίλο του;

-Κοίτα πώς στρίβει το μουστάκι της ,έλεγε ο άλλος. Σίγουρα είναι ερμαφρόδιτος, κόβω το κεφάλι μου.

Μόλις το είπαν αυτό, η  Μυλωνού δεν άντεξε, σηκώθηκε όρθια, έσυρε τη καρέκλα της νευρικά  στο τραπέζι των νεαρών , κάθισε απροσκάλεστη και τους  ξάφνιασε κυριολεκτικά. Αφού έστριψε και με τα δύο χέρια το μουστάκι της ,τους είπε:

-Non, ce n est pas un homme, c est une femme, (νόν σε νε παζ εν ομ ,σετ υν φαμ) όχι δεν είναι άνδρας, είναι γυναίκα je suis (ζε συι) Batalothanaso ( εγώ είμαι η Μπαταλοθανάσω )και συνέχισε Ελληνιστί:

-Να κόψετε το κεφάλι σας!  Δεν αξίζει ούτε μια δεκάρα !

Άγουρα δαμάσκηνα και πικρές ελιές, τα κρυφομουρμουρίσματα δεν ειν΄καλές δουλειές!

-Συγνώμη, απάντησαν και οι δύο αναψοκοκκινισμένοι.

-Είστε σπουδασμένοι ή όχι;

-Είμαστε απόφοιτοι της ιατρικής ,απάντησε ο ένας.

-Κι αυτά που σας μάθαιναν στη Σχολή  πού  μπήκαν; Στου Κασίδη το κεφάλι;

Πώς σας έδωσαν πτυχίο, χωρίς να ξέρετε να κλείνετε το στόμα σας;

Κάτι  πήγε να πει ο ένας για να δικαιολογηθεί, αλλά τον διέκοψε , αφού τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα της και του  απάντησε λακωνικά η κυρά Θανάσω:

Φερμέ λα μπούς. Κλείσε το στόμα .

Όπως τους κεραυνοβόλησε και τους επέπληξε, έτσι ξαφνικά και τους   εγκατέλειψε, ψιθυρίζοντας les boeufs (μπε) τα βόδια! Άρπαξε την καρέκλα της , και τους γύρισε τη πλάτη ,αγνοώντας τους κυριολεκτικά. Εκείνοι αισθάνθηκαν πολύ  άβολα, δεν άντεξαν, και σε τρία λεπτά πλήρωσαν και αποχώρησαν βιαστικά.

Μόλις αποχωρούσαν , τους είπε ο μπάρμπα  Μπατάλιας επιδεικτικά:

-Σερσέ λα φαμ, ψάξε τη γυναίκα, αυτό ήταν το μόνο που θυμόταν από τους συχωριανούς του και όχι από αυτά που του  μάθαινε η κυρά Θανάσω!

-Βρε θηρίο, της είπε  χαμογελώντας, τους κατάλαβες που σε σχολίαζαν;

-Φερμέ λα μπους. Του απάντησε η   Μπαταλοθανάσω,  κτύπησαν  τα ποτήρια τους εις υγείαν, κι εκείνος για να την ευχαριστήσει κατάπιε τη γλώσσα του!

      Η κυρά Θανάσω η Μυλωνού έφυγε ένδοξα,  ήταν Χριστιανά τα τέλη της. Κοιμήθηκε σαν πουλάκι, και παρέδωσε    την αξίνα στον Κύριο.  Στη Βαλύρα, μετά τον αναδασμό την δεκαετία του 1970 και με τα αρδευτικά έργα στον Πάμισο, μπάζωσαν όλα τα αυλάκια ( όπως διαβάζουμε στο ιστορικό αρχείο του καθ. Ιωάννη Λύρα). Οι μύλοι ερειπώθηκαν , το νερό άρχισε να κοστίζει και κανένας δεν είχε πλέον κίνητρο για  να πληρώνει τα λαχανικά του χρυσά στην ΕΥΔΑΠ. Τα δέντρα ξεράθηκαν και τα υπέροχα περιβόλια χάθηκαν από τον χάρτη του χωριού. Η μετανάστευση και η αστυφιλία τράβηξαν μακριά από τις ρίζες τους πολλούς άξιους  Βαλυραίους και γέμισαν τη τσέπη τους χρήμα και την ψυχή τους θλίψη,  σε ξένη   γη. Κι όμως, μέσα στη ξέρα και την απόγνωση , ο τόπος  ανέδειξε νέα γεννήματα και η Βαλύρα παραμένει σήμερα ανθισμένη στις αυλές των λιγοστών σπιτιών, συγκριτικά με αυτό που ήταν άλλοτε , στο ένδοξο παρελθόν της. Ας φροντίσουμε  τον τόπο μας  με νύχια και με δόντια, έστω κι από το  μικρό περίσσευμά μας. Ας διατηρήσουμε τη Βαλύρα ολόδροση και τη ψυχή μας ανθισμένη , “κυλώντας το νερό στο αυλάκι”.

    Ο Θεός μαζί σας!

 Ευθυμία Η. Κοντοπούλου

 16/7/2021

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021

Το Ευλογημένο Χωράφι του παπά Δημήτρη Καρύδη

 Αφιερωμένο στην ευφορία της Μεσσηνιακής γης

        Η διατροφή όλων των Μεσογειακών λαών, επίσης των Βαβυλωνίων , στηρίχθηκε στη καλλιέργεια του σίτου, όπως αντίστοιχα στη Κίνα η διατροφή   βασίστηκε στο ρύζι και στη Νότια Αμερική, στους Ίνκα, Μάγιας και Αζτέκους στον αραβόσιτο.  Αν και τα πρωτεία για την καλλιέργεια του σίτου είχε από αρχαιοτάτων χρόνων ( από την  7η χιλιετία π.χ.) η Θεσσαλία, στους κάμπους όλης της Ελλάδας ανέμιζαν χρυσά στάχια , το ίδιο και στη Μεσσηνιακή  γη, όπου υπήρχε γόνιμο  έδαφος, κατάλληλο για καλλιέργεια σιτηρών. Όλα όμως τα χωράφια δεν ήταν ευλογημένα, όπως του παπά   Καρύδη στη Βαλύρα!

     Ο παπά Δημήτρης Καρύδης γεννήθηκε το 1869 στη Βαλύρα και ήταν  ο τρίτος γιος στη σειρά, ανάμεσα σε έξι αγόρια και δύο κορίτσια, όπως διαβάζουμε στο ιστορικό αρχείο του καθ. Ιωάννη Λύρα. Ακολούθησε  το ιερατικό λειτούργημα, όπως ο πατέρας του,  ο οποίος ήταν ιερέας στη Βαλύρα.  Αρχικά  διορίστηκε στον Άγιο Ιωάννη της Μαγούλας Μεσσηνίας και στη συνέχεια διαδέχθηκε τον πατέρα του   στη Βαλύρα.  Η   πρεσβυτέρα του Καλλιόπη καταγόταν από το Βουρνάζι ,  και  απέκτησαν μία πανέμορφη κορούλα ,την Αγλαϊα. Ήταν ένα εξαιρετικό  ζευγάρι και πρότυπο για τους κατοίκους της Βαλύρας,  το οποίο άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του στο ιστορικό γίγνεσθαι του χωριού μας ,στις αρχές του 1900. Οι παππούδες μας μάς μετέφεραν  γλαφυρά τις αναμνήσεις των γονιών τους σχετικά με την αγία συμπόρευση του συγκεκριμένου ζεύγους και πόσο ο  παπά Δημήτρης ήταν παράλληλα ένας καλός γεωργός , ο οποίος καλλιεργούσε αγιασμένο σίτο στο μικρό χωράφι του , στον  κάμπο της Βαλύρας, που κληρονόμησε από τον άγιο πατέρα του, τον ιερέα Γεώργιο Καρύδη.