Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΦΩΣ

296390-galaxyrisingΠώς οι λέξεις εστία, έννυμι, οψ, ωψ, όσσε, μάτι κ.ά. προέρχονται από τη ρίζα φα- (φάος, φως).
Το θέμα που θα προσπαθήσω να φωτίσω, απ’ όλες τις πλευρές του, αποτελεί μια από τις είκοσι ρίζες της ελληνικής γλώσσας, τουλάχιστον σύμφωνα με την άποψη του ετυμολογικού λεξικού το οποίο συνέταξα. (Το ετυμολογικό λεξικό δωρεάν από http://athriskos.gr/).  Στην εισαγωγή του, εξηγώ τον τρόπο με τον οποίο συγγράφηκε και το πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί.

Πρόκειται λοιπόν για την ρίζα φα- . από το λεξικό διαβάζουμε, για την λέξη φάος:
Φάος, Φως (αο>ω) [φάFος, ο πρωτόγονος άνθρωπος για να ανάψει φωτιά, αλλά και για να την διατηρήσει, έπρεπε να φυσά προς την εστία του πυρός τακτικά. Φουφού λέγεται ακόμα και τώρα η εστία του πυρός και το μαγκάλι. Μόλις δε ανάψει η φωτιά, φωτίζει (φά-ει) και φα-νερώνει τα γύρω της αντικείμενα. Γύρω από το φώ-ς της φω-τιάς αρχίζουν να ακούγονται οι φω-νές των ανθρώπων, για την περιγραφή των συμβάντων της προηγηθείσης ημέρας, φά-σκω = βεβαιώ, ισχυρίζομαι, προσποιούμαι (διότι η γλώσσα τους ήταν φτωχή και έπρεπε και δια προσποιήσεων να παραστήσουν κάποια συμβάντα). Η ρίζα φα- (φάσις = καταγγελία, λόγος και εμφάνιση) έχει την σημασία του φέρω στο φως, φανερώνω, φανερώνω δια του λόγου, καθιστώ γνωστό (βλ. φαίνω και φημί). Για τον λόγο αυτόν οι τύποι του παθητικού παρακειμένου του φημί και του φαίνω είναι ακριβώς ίδιοι. Το φαίνω συνδυάζει τα δύο ρήματα φάω και φημί, περιέχων και τις δύο έννοιες, αφού σημαίνει φέρω στο φως, δεικνύω, φανερώνω, παρέχω φως, εκθέτω (επί διανοημάτων), καταγγέλλω κάποιον, προδίδω, λέγω. Το φαύω (φάFω) παραπέμπει κατ’ ευθείαν στη φουφού, το φύσημα για το άναμμα της φωτιάς]- φως (αο>ω).

Αξίζει τον κόπο να προσέξει κανείς, στην περίπτωση της ρίζας αυτής, όπως και σ’ όλες τις άλλες περιπτώσεις, πόσο λογικά ερμηνεύεται η απορία των διαφορετικών εννοιών που μπορεί να περιέχονται μέσα στην ίδια λέξη. Η ερμηνεία του φαινομένου πηγάζει από δυο λόγους. Ο πρώτος είναι η πενία του λεξιλογίου του πρωτόγονου ανθρώπου. Ο δεύτερος έχει να κάνει με την αναγκαστική διαπλοκή όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και συμπεριφορών. Τίποτε στον άνθρωπο δεν μπορεί να συμβεί ξεκομμένο απ’ όλες τις άλλες παραμέτρους που διέπουν τον πολύπλοκο βίο του. Έτσι οι έννοιες διαχέονται μέσα σε παρεμφερείς λέξεις και αφήνουν τα αποτυπώματά τους σ’ αυτές, στον άλφα ή βήτα βαθμό.
Η εξέλιξη και η πρόοδος μιας γλώσσας έγκειται στην εξειδίκευση των εννοιών των λέξεων, δια της ελάχιστης διαφοροποίησης του φωνητικού τους μέρους (άδικος – αδίκως, πατήρ – πάτερ).
Στο λεξικό μπορεί να δει κανείς όλες τις λέξεις που έλκουν την καταγωγή τους από την λέξη φως.
Επίσης είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός μια λέξη όπως η έννυμι να κατάγεται ξεκάθαρα (βλ. στο λεξικό) από τη λέξη φως.
Πώς όμως οι λέξεις οψ (γεν. οπ-ός), ωψ (όψη), όπ-ις (οφθαλμός), έχουν την ίδια ρίζα με την λέξη φως;! Πώς δηλαδή το φα- έγινε οπ- ; για να το δούμε:
όπωπα [πρκμ. β΄ του οράω. Το φως το προερχόμενο από την εστία του πυρός απαιτεί τακτικό φύσημα επί της εστίας (βλ. φάος), ουφουφου (το πρώτο ου εκ της εισπνοής) > ούφουφα > ούπουπα (φ>π) > όπωπα (ου>ο,ω). Δηλαδή κατόπιν φυσημάτων άναβε η φωτιά η οποία φώτιζε τον χώρο και τότε άρχιζε να ορά ο άνθρωπος (διότι δεν διέθετε άλλο μέσον προς φωτισμό), αλλά και να ομιλεί (βλ. φάος). Εκ της κοινής καταγωγής των φαίνω και φημί (βλ. φάος), άξιον προσοχής τυγχάνει το γεγονός ότι και εκ του φημί έχουμε τα έπ-ος και οψ (γεν. οπ-ός). Η οπ- δηλαδή δηλώνει και την όραση και την ομιλία. Μάλιστα το οψ φέρει F (γεν. Fοπός) το οποίο εκ του φ (φύσημα) προέρχεται]- περιβλέπω, περισκοπώ, βλέπω ατενώς, ενεδρεύω, παραμονεύω, παραφυλάω.  οπωπή- όψη, θέα, όραση, οφθαλμός, οπωπεύω, οπωπητήρ, οπιπεύω, οπιπευτήρ, οπίπης, παρθενοπίπης, παιδοπίπης, πυρροπίπης (πυρ), οψ (γεν. οπ-ός), ωψ (γεν. ωπ-ός, οπ-ωπ-α), ωψά, όψις, οψείω, εισωπός, αδυσώπητος (α, στερητ. + δυσ- + ωψ)- αυτός που δεν μπορεί κανείς να τον κάνει να μεταβάλλει την έκφραση του προσώπου του ή να ερυθριάσει, αναίσχυντος, ανεξιλέωτος.
Αλλά και το όσσε (οι δύο οφθαλμοί) να προέρχεται από το όψ. Και η λέξη μάτι!!!  Ιδού:
όσσε [οψ, γεν. οπ-ός + τε (δε>τε = δύο) > όπ-τε > όσσε (πτ>σσ, όπως πέπτω – πέσσω)]- οι δύο οφθαλμοί.  όσσομαι, όσσω, όττις (σσ>ττ), όμμα (όπ-μα, πμ>μμ), ομμάτιον, ομματόω, ομμάτειος, μάτι (ο-μμάτι, ομ-μάτι, το ορθόν είναι ’μμάτι), ’μμάτι, ματιά, Μάτι, ματιάζω, μάτισμα, ματισιά, ματόλαδο, ματο-, ματιασμένος.
Το παιχνίδι που προηγήθηκε, με τις συγκεκριμένες λέξεις, στήνεται και σε κάθε άλλη περίπτωση ετυμολογικής αναζήτησης, μέσα στο εν λόγω λεξικό. Μπορεί ν’ αναλογιστεί κανείς πόσο ψυχαγωγικό τυχαίνει να είναι για την παιδική, και όχι μόνο, ιδιοσυγκρασία. Ο όγκος δε του λεξικού, το οποίο περιλαμβάνει ολόκληρη την ελληνική γλώσσα, είναι ελάχιστος απέναντι στην ετυμολογική ξύλινη και ογκώδη ρωσική σαλάτα που μαγείρεψαν, επί τόσα χρόνια, οι ετυμολόγοι του παρελθόντος. Ετυμολόγοι οι οποίοι θεώρησαν, εντελώς αβασάνιστα και λαθεμένα, ότι η γλώσσα γεννήθηκε και ανδρώθηκε μέσα σε γραφεία σαν τα δικά τους, κι όχι από τους πρωτόγονους ανθρώπους, μέσα στην φύση, και επί χρονικού διαστήματος εκατομμυρίων ετών.
Μάλιστα εξακολουθούν να συμπεριφέρονται απτόητοι παίζοντας το ίδιο βιολί που παρέλαβαν από τους δασκάλους τους, του παρελθόντος, δίχως να προσθέσουν ούτε μια νότα στη φάλτσα μελωδία τους. Φαίνεται  δε ότι είναι άκρως επώδυνο το να παραδεχτεί κανείς ότι σπούδαζε επί τόσα χρόνια μια επιστήμη η οποία στηρίζονταν σε σαθρά θεμέλια.
Η μελωδία τους μας τραγουδά τον εξής άχαρο σκοπό: ποια είναι η ρίζα της λέξης τρώγω; Η τρωγ- απαντούν. Ποια είναι της σκουντάω; Η σκουντ- . Της βλέπω; Η βλεπ- . Σε κάποιο γνωστό και πολυδιαφημισμένο ετυμολογικό λεξικό, διάβασα μεταξύ των άλλων ανάλογων, το εξής: η λέξη αγάπη προέρχεται από το αρχαίο αγάπη. Δηλαδή πρόκειται για καθαρή εξαπάτηση.
Στο λεξικό που συνέγραψα, όχι μόνον εξηγείται ότι η λέξη αγάπη προέρχεται από τα άγαν + άπτω, αλλά και ξεχωριστά από που προέρχονται τα άγαν και άπτω.
Ένα από τα πλεονεκτήματα του λεξικού είναι ότι εξαναγκάζει τον χρήστη σε έρευνα. Διότι μόνος του πρέπει να ανέβει το πεντέξι περίπου σκαλοπάτια, από την λέξη που τον ενδιαφέρει μέχρι την αρχική ρίζα. Η διαδικασία βεβαίως αυτή αποτρέπει τους ράθυμους από την χρήση του. Έτσι το λεξικό προφυλάσσεται ικανοποιητικά από την θέα τεμπέλικων φυσιογνωμιών.
Δείτε το σχετικό: ΦΩΤΙΑ. Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΤΗΣ
Βασδέκης Ν. Σταύρος

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

εξαιρετικό και σουρρεαλιστικότατον