Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Η εκπαίδευση σε κρίση.Του Μιχάλη Δημητρακόπουλου Φυσικού

Το 30% των μαθητών της Α’ Λυκείου «έμειναν» επανεξετάσιμοι φέτος, που για πρώτη φορά εφαρμόστηκε το νέο σύστημα στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Στα διαγωνίσματα των προαγωγικών εξετάσεων, τα θέματα προέρχονταν κατά 50% από την περιβόητη Τράπεζα Θεμάτων του υπουργείου Παιδείας.
Γιατί συνέβη αυτό; Διότι στο νέο νόμο υπήρξε η πρόβλεψη πως, αν ένας μαθητής δε συμπλήρωνε μέσο όρο τουλάχιστον 10 σε κάποια μαθήματα (και 8 σε κάποια άλλα), θα τον παρέπεμπαν για επανεξέταση το Σεπτέμβρη.
Έφταιξε η εφαρμογή της Τράπεζας Θεμάτων γι’ αυτό; Όχι, διατείνεται το υπουργείο και παραθέτει στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία οι μαθητές έγραψαν καλυτέρα φέτος απ’ ό,τι τα προηγούμενα χρόνια.

Φέτος έμειναν περισσότεροι, διότι ο νέος νόμος για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση προβλέπει αυτό το όριο του 10 ή του 8 στους μέσους όρους των μαθημάτων και απλώς πάρα πολλοί μαθητές είχαν μικρές γραπτές βαθμολογίες όπως πάντα.
Τι γινόταν τα προηγούμενα χρόνια; Περνούσαν την τάξη σχεδόν όλοι (σχεδόν ανεξαρτήτως βαθμολογίας).
Για την ιστορία, να πούμε ότι, έπειτα από αυτή τη βόμβα του 30% (κάποιοι το ανεβάζουν σε 40%), το υπουργείο Παιδείας άρχισε τις προσπάθειες να μαζέψει το χυμένο γάλα. Σε πρώτη φάση έδωσαν εντολή να υπολογιστεί ως όριο 10 ο μέσος όρος των Μαθηματικών και των Φιλολογικών κι όχι αναλυτικά το κάθε μάθημα, π.χ. Άλγεβρα από Γεωμετρία χωριστά. Επειδή, όμως, ούτε έτσι διαφοροποιήθηκαν σημαντικά τα ποσοστά, το μάζεψαν κι άλλο. Αν κάποιος έχει μέσο όρο μαθημάτων 12,5, προβιβάζεται αδιακρίτως των βαθμών του στα επί μέρους μαθήματα. Έτσι, φτάσαμε σ’ ένα αξιοπρεπές ποσοστό επανεξετάσιμων της τάξης του 12%, που δε σώζεται με τίποτα. Έχει διασωθεί, όμως, το κύρος των εμπνευστών του συστήματος.
Το βασικό, όμως, ερώτημα που τίθεται είναι: Τι έφταιξε και ξαφνικά ένας τόσο μεγάλος αριθμός μαθητών δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις των εξετάσεων ρουτίνας που γίνονται, όταν τελειώνει η σχολική χρονιά;
Και το υπουργείο και οι καθηγητές αυτών των παιδιών οφείλουν μια απάντηση. Είναι έξω από τη λογική, το να δεχτούμε ότι έτσι ξαφνικά εμφανίστηκε μια φουρνιά μαθητών με μικρότερες ικανότητες. Επειδή, λοιπόν, αυτό είναι αστείο και να το σκεφτεί κάποιος, πρέπει να αναζητηθούν αλλού τα αιτία αυτής της δυσάρεστης αλλά αναμφισβήτητης πραγματικότητας.
Τι επικρατούσε μέχρι τώρα στις τάξεις του Λυκείου; Μαθητές οι οποίοι έγραφαν στις προαγωγικές εξετάσεις ακόμη και πολύ χαμηλούς βαθμούς, δηλαδή 4άρια και 5άρια, προβιβάζονταν λόγω του συστήματος που επέτρεπε κάτι τέτοιο. Είχαμε το φαινόμενο, παιδιά που κυριολεκτικά δεν ήξεραν να κάνουν μια διαίρεση ή να γράψουν χωρίς ορθογραφικό ή συντακτικό λάθος μια πρόταση να φτάνουν στη Γ΄ Λυκείου και να έχουν επιδίωξη – γιατί όχι;– να βρεθούν και στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Κάποιοι, μάλιστα, το κατάφερναν.
Άρα, πρέπει να δεχτούμε ότι έχουμε σε χρήση ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο στην πράξη δε λειτουργεί σωστά. Η Τράπεζα Θεμάτων αποτέλεσε το δαίμονα των εκπαιδευτικών πραγμάτων τη χρονιά αυτή, μάλλον όμως διαφαίνεται ότι δεν ήταν εκεί το πρόβλημα.
Οφείλουμε, ως κοινωνία, να καθορίσουμε το πλαίσιο της εκπαίδευσης που θέλουμε για τις επόμενες γενιές και για να γίνει αυτό πρέπει να απαντήσουμε σε κάποια ερωτήματα.
Ακούγονται απόψεις σύμφωνα με τις οποίες το μάθημα πρέπει να ταιριάζει στους μαθητές σαν ρούχο που ράβει ο ράφτης. Το αντικείμενο, δηλαδή, που πραγματεύεται ο καθηγητής και στο οποίο προσπαθεί να κάνει κοινωνό το μαθητή του, να είναι προσαρμοσμένο προκρούστεια στα μέτρα του άλλου πόλου αυτής της διεργασίας. Προτείνεται, δηλαδή, να υιοθετηθεί και να πλασάρεται αναληθώς μια εύπεπτη εκδοχή που θα εξαπατήσει σίγουρα τους περισσότερους μαθητές.
Πρέπει το μάθημα να κατέβει στο εκάστοτε επίπεδο των μαθητών, ή οι μαθητές ν’ ανέβουν στο επίπεδο της προς απόκτηση γνώσης; Ποιος είναι αρμόδιος να αποφασίσει το σημείο που θα συναντηθούν αυτά τα δύο -αν υποθέσουμε ότι είναι κινούμενα- συγκλίνοντας.
Πρέπει ή όχι, το μάθημα να είναι μια πραγματολογική εργασία στα μέτρα του επιστημονικού αντικειμένου, του οποίου ο μαθητής μας θα γίνει κοινωνός;
Είναι αποδεκτές μέθοδοι επηρεασμού των παιδιών με υπερτονισμό του επικοινωνιακού στοιχείου, έτσι ώστε το μάθημα να προβάλλεται σαν εύκολο και τάχα παιγνίδι; Είναι, δηλαδή, θεμιτό να εξαπατώνται οι μαθητές είτε με την υιοθέτηση μιας τετριμμένης γλώσσας είτε με την ενσωμάτωση ευχάριστων και διασκεδαστικών στοιχείων;
Έχουμε το δικαίωμα να τους κρύψουμε την αλήθεια που λέει ότι, για να προχωρήσει κάποιος σε σοβαρές σπουδές και να αποκτήσει ένα υψηλό μορφωτικό επίπεδο, χρειάζεται δουλειά; Πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί με τον ελάχιστο κόπο ή αποφεύγοντας την κούραση;
Τι απαντάμε στον έφηβο που δηλώνει «Πρέπει να με πείσεις γιατί να σπαταλήσω το χρόνο μου διαβάζοντας». Είναι βλακώδης, βέβαια, η δήλωση, αλλά ενέχει ένα σπέρμα λογικής. Αφού η μόρφωση έχει αμφιμονοσήμαντα συνδεθεί με την οικονομική και μόνο αποκατάσταση, ο νέος άνθρωπος διαβλέπει έναν κόπο χωρίς ανταπόδοση και, φυσικά, αγνοεί την καλλιέργεια που προκύπτει απ’ το σκύψιμο στα βιβλία. Δυστυχώς, έτσι οδηγούμαστε ως είδος πίσω στη βαρβαρότητα, χωρίς να δίνουμε και ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι έχει πάλι δημιουργηθεί ένας «εφεδρικός στρατός» με όλα τα χαρακτηριστικά που του απέδιδαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, οι διανοητές της εποχής.
Η πιο λαϊκίστικη προσέγγιση της εκπαίδευσης κραυγάζει όχι στις εξετάσεις, όχι στις τράπεζες θεμάτων, όχι στην αξιολόγηση. Είδα μια ανάρτηση σε φόρουμ εκπαιδευτικών που κατέληγε: «Η αξιολόγηση είναι και χρονοβόρα και επικίνδυνη». Πρόκειται για μνημείο ανορθολογισμού. Το αποτέλεσμα το είδαμε τον Ιούνιο. Μόλις χρειάστηκε να λειτουργήσει το σύστημα σε μια νέα βάση, οι συντελεστές του - μαθητές και καθηγητές - δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του. Θα είχε ενδιαφέρον να μας εξηγήσουν πώς νοιώθει εκείνος που συμμετέχει σ’ ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο οποίο το 30% των μαθητών κόβεται. Ή μήπως – κάτι που είναι επίσης ενδιαφέρον - έχει πάψει να νοιώθει;

Του Μιχάλη Δημητρακόπουλου
Φυσικού 

Δεν υπάρχουν σχόλια: