Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΔΥΡΡΑΧΙΤΗ ΟΠΛΑΡΧΗΓΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΕΦΑΛΑ. ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ



ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΟΠΑΡΧΗΓΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΕΦΑΛΑ
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΕΦΑΛΑ. 

4.ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΕΛΚΥΣΗ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ
Παρά τις κυβερνητικές διακρίσεις του και τις προαγωγές του στην ιεραρχία του επαναστατικού στρατού, ο Κεφάλας έμεινε, μέχρι και μετά τον πρόωρο θάνατο του στη συνείδηση των αγωνιστών του σώματος του με τον αρχικό του προσδιορισμό,  σαν «ο Καπετάνιος μας» . Ο αριθμός των αντρών που συγκέντρωνε στις διάφορες επιχειρήσεις του πλήθαινε όσο η δημοτικότητα του στην επαναστατημένη Ελλάδα αυξανόταν αλλά  – όταν ο πόλεμος έγινε παρατεταμένος - προσαρμοζόταν αντίστοιχα με τις όποιες απώλειες και με  την κατακόρυφη αύξηση των απαιτούμενων δαπανών συντήρησης τους. Επίσης πτωτικός θα ήταν αναμφίβολα ο ρυθμός στρατολόγησης κατά την περίοδο των εμφυλίων πολέμων, όπου ο ξενόφερτος, απροσάρμοστος και αιώνια αποστασιοποιημένος .
  Τούρκος εχθρός αντικαταστάθηκε με τον όμαιμο, γείτονα και συγγενή  Έλληνα εχθρό. Αργότερα, ξεκίνησαν κι οι έντονες αντιδράσεις των ίδιων των γυναικών των αγωνιστών που άρχισαν να αντιτάσσονται στη στρατολογία των αντρών τους,  οι οποίοι συνήθισαν να εγκαταλείπουν σπίτια και κτήματα για να αφιερώνονται σε ατέλειωτους αδελφοκτόνους πολέμους (2). Ενδεικτικές, για τον προσεγγιστικό υπολογισμό της    στρατιωτικής δύναμης του στρατηγού Κεφάλα είναι κάποιες διαθέσιμες καταστάσεις αγωνιστών από τοπικές κοινωνίες, που εμφανίζουν – μεταξύ άλλων και τα ονόματα 76 πολεμιστών του,   που προέρχονταν αποκλειστικά από το μεσσηνιακό κεφαλοχώρι της Βαλύρας.  (20)
 Αυτό που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση στους παρατηρητές της ελληνικής επανάστασης είναι η γεωγραφική πολυμορφία που χαρακτήριζε το στρατόπεδο των αγωνιστών του καπετάν Κεφάλα. Σε ένα κυπριακό περιοδικό παρατίθεται ένας κατάλογος, παρμένος από τα ελληνικά Γενικά Αρχεία του Κράτους,  με αγωνιστές του, οι οποίοι προέρχονται όχι μόνο από τις γειτονικές περιοχές των Εμπλακίων και του Μωριά γενικότερα αλλά κι από την Στερεά Ελλάδα, την Θεσσαλία, την Μακεδονία, την Κύπρο, την Σερβία, την Αρβανιτιά και την Βουλγαρία.
 Ακόμα, αναφέρεται αλλού ότι «ο οπλαρχηγός Κεφάλας παρουσιάστηκε στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους και ζήτησε τα μέσα προς συντήρηση ιδίου σώματος Φιλελλήνων αποτελουμένων από 150 Γερμανούς, τους οποίους είχε φέρει με επιτυχή επιχείρηση στην Ελλάδα (κατά τα φαινόμενα από τα Επτάνησα) . Το σώμα τούτο ονομαζόταν   «Γερμανική Λεγεώνα»  και σε αυτό το σώμα απαίτησε ο Κεφάλας να χορηγείται από την κυβέρνηση η απαραίτητη τροφή κι ο οπλισμός. Όμως, οι αντιπρόσωποι του έθνους αδιαφόρησαν για τη Γερμανική Λεγεώνα και οι ατυχείς ξένοι υπέστησαν τα πάνδεινα (21)
Όλοι, λοιπόν, οι καλοί αγωνιστές, ανεξάρτητα καταγωγής, εύρισκαν θέση στο στρατόπεδο του καπετάν Κεφάλα, ο οποίος απέδειξε - τόσο με την σύνθεση του στρατού του όσο και με τις επιτυχείς πολεμικές επιχειρήσεις του - ότι διέθετε ασυνήθιστο οργανωτικό και διοικητικό πνεύμα σε γενικές επαναστατικές συνθήκες που χαρακτηρίζονταν από έντονο πνεύμα προχειρότητας. Για τους στρατιώτες του επιδείκνυε πραγματικό κι  ανθρώπινο ενδιαφέρον. Μολονότι δεν αρνήθηκε στην ηγεσία την τοποθέτηση του σώματος του στις κρισιμότερες θέσεις μάχης (Βαλτέτσι και Κεφαλάρι) ούτε άφησε την ευκαιρία της μετωπικής επίθεσης στη Τριπολιτσά να πάει χαμένη, ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός ώστε να μην να ριψοκινδυνεύει τις ζωές των αντρών του  σε μάχες ανοικτού χώρου, σε μάχες που επιδίωκε ο ίδιος ο εχθρός όταν βρίσκονταν σε ευνοϊκότερες συνθήκες. Η τακτική κλεφτοπόλεμου που ακολουθούσε συχνά ο Κεφάλας όταν αντιμετώπιζε ισχυρότερες εχθρικές δυνάμεις (το δόγμα που εφαρμοζόταν συχνά  από τον Κολοκοτρώνη, και υιοθετήθηκε αργότερα από τις απανταχού δυνάμεις καταδρομών) ερχόταν κάποιες φορές σε αντιπαράθεση με το πνεύμα θυσίας που ήθελε να εμφυσήσει στους επαναστάτες ο Παπαφλέσσας, που σε γνωστή επιστολή προς τον αδελφό του  Νικήτα Φλέσσα αναφέρει επιτιμητικά: «Εγώ δεν είμαι σαν κε σε και τον κουμπάρο σου τον Κεφάλα, όπου τρέχετε από ράχη σε ράχη στους Αηλιάδες» (υπονοώντας την διεξαγωγή κλεφτοπόλεμου). Όμως, αν ο επαναστατικός αγώνας διεξαγόταν με τον άμεσο και ρομαντικό τρόπο που επικαλούνταν οι λάτρεις των Θερμοπυλών, και όχι με τον έμμεσο και ρεαλιστικό που απαιτούσαν οι  τρέχουσες συνθήκες, η ελληνική επανάσταση θα είχε πιθανότατα καταρρεύσει με το ξεκίνημα της.

Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΑ ΕΦΟΔΙΑ
Ο αγώνας του κάθε Καπετάνιου για την εξασφάλιση της καθημερινής τροφής κι απαραίτητων εφοδίων του σώματος του, μέσα σε μια ρημαγμένη από στερήσεις και πόλεμο χώρα, θα  ήταν ασφαλώς ένας καθημερινός εφιάλτης που θα τον έφερνε σε τριβή με διάφορους φορείς. Από τον κανόνα αυτόν δεν ξέφυγε ούτε ο Ήρωας μας, που εκτός της συντήρηση του στρατεύματος του ήταν επιφορτισμένος – με την ιδιότητα του ως αντιπρόσωπος του Στρατιωτικού -  να μαζεύει τροφές κι εφόδια για πιο διευρυμένα επαναστατικά  σώματα. Η έντονα παρατηρούμενη αδιαφορία ή και ιδιοτέλεια κάποιων αρμόδιων κυβερνητικών παραγόντων (21) είχε ως φυσική συνέπεια κάποια κονδύλια να μην φτάνουν ποτέ στον καθορισμένο προορισμό τους. Οι ελληνικές νίκες είχαν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της πλειοψηφίας των Τούρκων της Πελοποννήσου σε ακραίες οχυρές θέσεις και με τον τρόπο αυτόν, οι δυνατότητες των επαναστατών να χρηματοδοτούνται με εχθρικά λάφυρα περιορίστηκαν. Ακόμα, λόγω του  παρατεταμένου πολέμου, η καλλιεργήσιμη γη περιορίστηκε αισθητά. Για τους λόγους αυτούς, αρχηγοί σαν τον καπετάν Κεφάλα δεν είχαν άλλη επιλογή - για να διατηρήσουν το στράτευμα τους πολυάνθρωπο και σε αξιόμαχη κατάσταση – από του να προβούν σε έκτακτη φορολόγηση, σε διαταγές για υποχρεωτική εισφορά στη κεντρική διοίκηση μέρους των λαφύρων, σε επιτάξεις και σε δημεύσεις. Αυτά τα αναγκαία - αλλά κι αυστηρά - μέτρα ήταν ευνόητο να δημιουργήσουν έντονα παράπονα κατά του Κεφάλα τόσο  από τους θιγόμενους αρχηγούς ομάδων (μεταξύ των χολωμένων  κι ο μετέπειτα χιλίαρχος Παπατούρτας, που είχε τότε ανεξαρτητοποιηθεί από το σώμα του Καπετάνιου μας) όσο κι από  φορολογούμενους  κτηματίες και κτηνοτρόφους (11) . Οι τελευταίοι, που συνήθως απέφευγαν συμμετοχή τους στις μάχες, φαίνεται ότι είχαν γρήγορα ξεχάσει τα δεινά τους σαν ραγιάδες κατά την  πολύχρονη σκλαβιά στους Τούρκους και πως είχαν την αίσθηση ότι η ζωή, η τιμή κι η περιουσία εξασφαλίζονται χωρίς αίμα, κόπο και απώλειες  χρημάτων και αγαθών. Από την άλλη πλευρά, αρκετοί οπλαρχηγοί κι αγωνιστές θαρρούσαν  ότι η ελευθερία είναι συνώνυμη της ασυδοσίας και της αδιαφορίας για το γενικό όφελος. Χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της νοοτροπίας ήταν η κατάληξη  της τύχης του μεγάλου Υδραίου επαναστάτη Αντώνη Οικονόμου, που, με την παρότρυνση του Παπαφλέσσα, επιστρέφοντας στην ιδιαίτερη πατρίδα του  επέβαλλε την άμεση συμμετοχή στον Αγώνα της πρώτης αυτής ναυτικής δύναμης.  Όταν, όμως, οι Υδραίοι πρόκριτοι κινητοποίησαν τον μεγάλο τους στόλο, ο Οικονόμου, που στηριζόταν από τους μικροκαπεταναίους και τον λαό,  απαίτησε από τα πληρώματα των πλοίων  να πάψουν να οικειοποιούνται τα πολεμικά λάφυρα και να εφαρμόσουν  κανονισμό δημόσιας διανομής. Τότε ο Οικονόμου απώλεσε αυτόματα την λαϊκή υποστήριξη  και άπαντες κινητοποιήθηκαν εναντίον του, με αποτέλεσμα να μείνει απελπιστικά μόνος και  - καταδιωκόμενος από συμπατριώτες  του – να φονευθεί στην Αργολίδα  το φθινόπωρο του 1821. (1) & (14)
Όπως συνέβαινε σε πολλούς πολέμους, σε κάθε μεγάλη μάχη κοντά στους πολεμιστές καιροφυλακτούσαν  ομάδες πλιατσικολόγων, που μετά τη μάχη λυμαίνονταν τα πάντα. Οι πλιατσικολόγοι αυτοί, δρώντας εκ του ασφαλούς,  παρέμεναν άθικτοι από τις αιματοχυσίες. Χρόνια μετά την λήξη του πολέμου, περηφανεύονταν στους ξένους (γιατί οι τοπικές τους κοινωνίες  - γνωρίζοντας το ποιόν τους – τους αντιμετώπιζαν με περιφρονητική αδιαφορία) για τη συμμετοχή τους σε μάχες προσπαθώντας να τους πείσουν για το «ένδοξο αγωνιστικό» παρελθόν τους και να κερδίσουν κι από αυτούς ότι μπορούσαν.  Σχετικό με την πρακτική παρακράτησης της λείας από στρατιωτικές μονάδες, είναι και το ακόλουθο περιστατικό: Όταν έφτασε ο Υψηλάντης στην απελευθερωμένη Τριπολιτσά ένα από τα πρώτα μέτρα που ήθελε να επιβάλει  ήταν η εκχώρηση στο δημόσιο μέρους τουλάχιστον των λαφύρων (γιατί απαντούσε σε όσους μέχρι τότε του ζητούσαν οικονομική ενίσχυση πως «η επικείμενη άλωση της Τριπολιτσάς θα παρείχε στο δημόσιο ταμείο τα μέσα να ενισχύσει όλους όσους είχαν ανάγκη  για τη συνέχιση του αγώνα από τη μερίδα των λαφύρων, που θα περιέρχονταν σε αυτό).  Όμως με  την άλωση της Τριπολιτσάς,  όλα τα λάφυρα περιήλθαν στα χέρια ατόμων - κι όχι του δημοσίου -   και ο αρχηγός ζήτησε από τον καθέναν που τα είχε στην κατοχή του να τα καταθέσει στην Αρχή κατά βούληση. Κι αυτή ακόμα η προσπάθεια απέτυχε μιας κι όλοι παραπονιόνταν ότι είχαν πάρει ελάχιστα πράγματα που δεν είχαν καμιά αξία και έτσι δεν προσέφεραν τίποτα στο δημόσιο ταμείο. Την εξαίρεση στο κανόνα αποτέλεσε ο αλωτής καπετάν Κεφάλας, που υπήρξε ο μοναδικός οπλαρχηγός που παρέδωσε λάφυρα από το σώμα του στην υπεύθυνη Αρχή (3).    

Παρά τις τιμές και τις διακρίσεις που απονεμήθηκαν από την επαναστατική κυβέρνηση στον στρατηγό Παναγιώτη Κεφάλα, ούτε αυτός, ούτε οι οικείοι του, ούτε γενικά οι συμπατριώτες του  φαίνεται να ευνοήθηκαν οικονομικά από την συμμετοχή τους στην Εθνεγερσία. Το μικρό σπίτι που έμενε παντρεμένος στον Λίθαρο Δυρραχίου, κείτονταν ερειπωμένο στις αρχές του 20ου αιώνα ενώ το πατρικό του σπίτι στα Κεφαλαίκα Δυρραχίου ξαναφτιάχτηκε μόλις το 1863  (περίπου 40 χρόνια μετά τη μάχη στο Μανιάκι). Σε όλο το Δυρράχι ούτε έμεινε, ούτε αναφέρθηκε ποτέ η ύπαρξη κάποιου πολύτιμου είδους, που να μπορεί να συνδέεται με την ακραία λαφυραγώγηση που πραγματοποιήθηκε στην Τριπολιτσά από προστρέξαντες πλιατσικολόγους,  καθώς στην περιοχή αυτή  η ιδέα του φιλότιμου και η επίδειξη έντονης περηφάνιας  κυριαρχούσε απόλυτα απέναντι σε όποιες ιδέες πλουτισμού. (11).




 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια: