Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

«Eίμαι η θαύρα που μεγαλώνει...»


Παραμύθια για μικρούς και μεγάλους από 
Διονυσία-Αγγελική Λύρα

Ο σκανταλιάρης Μάριος Ξαναχτυπά

Τίτλος: «Eίμαι η θαύρα που μεγαλώνει...»

-          Αγόρια, ελάτε να φάμε. Το φαγητό είναι έτοιμο, είπε η Χριστίνα.

Κανένας από τους ενδιαφερόμενους δεν απάντησε. Ο μοναδικός που της απάντησε ήταν ο εκφωνητής στην τηλεόραση και όχι στην ερώτησή της προφανώς. Απλά περιέγραφε τον ποδοσφαιρικό αγώνα ο οποίος φαινόταν ότι ήταν και σε κομβικό σημείο.

-          Ε όχιιιιιιιιιι...Κόκκινη κάρτα!!!!! Κόκκινη κάρτααααααα!!!!!! Ε μα όχιιιιιι!!!! Τι χτύπημα ήταν αυτό για την ομάδα της Ισπανίας στο τελευταίο 5λεπτο του αγώνα......ωωωωωωωω!!!!!! 
 

-          Και εγώώώώώ.......κάνωωωω υπομονήήή μέχρι να τελειώσει αυτό το Μουντιάλ τελοσπάντων, είπε η Χριστίνα φωναχτά. Και καλά, ο μεγάλος μας αγνοεί λόγω ποδοσφαιρικών θεαμάτων ... ο μικρός που είναι; Δεν πεινάει σήμερα; Μάριε, που είσαι βρε παιδί μου; Δεν πεινάς;

Αφού και πάλι κανένας τους δεν απάντησε, αποφάσισε να λάβει μέτρα και να δει τι στο λύκο γίνεται, μιας και η σχετική σιωπή στο χώρο ήταν ιδιαίτερα ανησυχητική.
Πηγαίνοντας προς το σαλόνι να δει τον Δημήτρη που είχε στρογγυλοκαθίσει στην πολυθρόνα και έβλεπε τον αγώνα με τόση μεγάλη αφοσίωση, πήρε το μάτι της το φως του μπάνιου να είναι ανοιχτό και περιέργους συρτούς ήχους να βγαίνουν από κει μέσα. Πλησιάζοντας την πόρτα και ανοίγοντάς την είδε το ΜΕΓΑΛΟ ΘΕΑΜΑ. Γούρλωσε τα μάτια της έκπληκτη σαν να έβλεπε κάτι τρομερό σε τέτοιο βαθμό που είχε αδρανοποιήσει και την ίδια. Μην μπορώντας να αντιληφθεί το θέαμα και παράλληλα κουρασμένη από τις δουλειές της ημέρας, βρίσκει και κάθεται σε μια άκρη της μπανιέρας να αποδομήσει την εικόνα που είχε μπροστά της.    
Ο Μάριος είχε πασαλειφτεί ολόκληρος με χρώματα καφέ και πράσινα ανακατεμένα και όσο πήγαινε από τα πόδια προς το κεφάλι γινόταν όλο και περισσότερο πράσινος...σαν κάμπια. Με τα μάτια της καρφωμένα πάνω του και κοιτάζοντάς τον με περισσότερη λεπτομέρεια, πρόσεξε ότι είχε κολλήσει με κολλητική ταινία μικρά κομμάτια με κάτι που φαινόταν σαν λαδόχαρτο από την μέση και κάτω σαν να εξείχαν λέπια. Ο Μάριος από την μία καμάρωνε για την άψογη μεταμόρφωσή του μπροστά από τον καθρέφτη, από την άλλη, όμως , συνειδητοποίησε ότι τα είχε κάνει όλα λίμπα στο μπάνιο και αυτό που θα ακολουθούσε δεν θα του άρεσε. Η Χριστίνα αφού περιεργάστηκε τον γιο της για 2 λεπτά περίπου του λέει με έντονο ύφος επίπληξης:

-          Μάριε, μπορείς σε παρακαλώ να μου δώσεις εξηγήσεις τι είναι αυτό που βλέπω; Μήπως έχουμε Απόκριες και δεν το έχω καταλάβει;
-          Μαμά ναι. Να θου πω αμέθωθ. Είμαι Θαύρα.....
-          Τι είσαιιιιιιιι; Και η Χριστίνα άρχισε να γελάει νευρικά, αφού μόλις συνειδητοποίησε ότι ο Μάριος είχε πάει πρόσφατα στον οδοντίατρο και του είχε βγάλει τα δύο μπροστινά δόντια με αποτέλεσμα το σίγμα να το προφέρει θήτα με πολύ αστείο τρόπο που πραγματικά δεν μπορούσε να κρατηθεί και έβαζε τα γέλια.
Ο Μάριος βλέποντας ότι η μητέρα του άρχισε να γελάει πήρε θάρρος και συνέχισε.

-          Ναι μαμά. Είμαι θαύρα, μεγαλώνω και αλλάδω δέρμα.
-          Χαχαχαχαχαχαχα... Τι είσαιιιιιι; Δημήτρη που είσαιιιιι;;; Χάνεις το μεγαλύτερο θέαμα μακράν. (η Χριστίνα σιγά σιγά παραδινόταν στον διάλογο και απολάμβανε τις στιγμές γέλιου που απλόχερα τις χάριζε ο μικρός της. Ούτως ή άλλως το κακό είχε γίνει. Το μπάνιο είχε παντού χρώματα.)
-          Θυμάθαι την προηγούμενη Κυριακή που είχαμε πάει στο δωολογικό κήπο με τον μπαμπά, τη θεία Ελπινίκη και τα παιδιά;
-          Ε ναι το θυμάμαι. Και;
-          Θυμάθαι που επιθκεφτήκαμε την έκθεθη ερπετών μετά από τα λιοντάρια, τιθ καμηλοπαρδάλειθ και τιθ δέμπρεθ; Ε εκεί μαδί με τα φιδάκια δεν ήταν και μια πράθινη μεγάλη θαύρα που άλλαδε δέρμα; Εθύ μου το είπεθ αυτό. Δεν το θυμάθαι; 
-          Ναιιιι......βεβαίως το θυμάμαιιιιι. Ε ........καιιιιιι;;;;;;;;;;; (η Χριστίνα πια είχε αφεθεί στην αφήγηση του μικρού και μόνο στην ιδέα αυτού που θα άκουγε στη συνέχεια είχε στην κυριολεξία λιώσει απο τα γέλια, περιμένοντας να απογειωθεί η καρναβαλική ατμόσφαιρα) 
-          Εγώ είμαι αυτή η θαύρα....αυτή η θαύρα που αλλάδει δέρμα εννοώ. Είμαι μια μικρή θαύρα που από καφέ γίνεται πράθινη γιατί ήρθε η ώρα μου ν’αλλάκθω, γιατί νιώθω ότι μεγαλώνω.

Αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα για την μαμά Χριστίνα. Σωριάστηκε στο πάτωμα από τα γέλια μην μπορώντας να αφομοιώσει καλά καλά αυτά που έβλεπε και άκουγε από τον ζωηρό μπομπιράκο της. Εκείνη τη στιγμή ακούγονται βήματα και φωνές στον διάδρομο και ως από μηχανής θεός μπαίνει στο μπάνιο και ο Δημήτρης.

-          Χριστίνα γιατί γελάς; Έχεις ξεσηκώσει το σπίτι από τα γέλια. Μα τι στο καλό γίνεται εδώ πέρααααααααααχχχχ τι χαμός είναι αυτόόόόόός.....; Ααααααα....Μάριεεεεεεεεεεε!!!!!!

Η ματιά του Δημήτρη, αφού πρώτα περιεργάστηκε τον βομβαρδισμένο χώρο γεμάτο από πράσινες και καφέ μπογιές, αυτοκόλλητες ταινίες και κάτι άλλο που  δεν μπορούσε να προσδιορίσει, προσγειώθηκε στον Μάριο και την ευφάντασταση μεταμόρφωσή του. Προφανώς δεν είχε και εκείνος άλλη επιλογή και παρασυρμένος από την εύθυμη ατμόσφαιρα και προπαντώς από το υπέρλαμπρο θέαμα, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. Ο μόνος που είχε μείνει στήλη άλατος να τους κοιτάει δεν ήταν άλλος από τον φίλο μας τον Μάριο, ο οποίος είχε μπει καθολοκληρίαν στο ρόλο της Θαύρας αν και ...... όρθιος. 

-          Μα γιατί γελάτεεεεε;;;;;; τους κοίταγε ο Μάριος γεμάτος με απορία γουρλώνοντας τα μάτια του. Εγώ είμαι μια μικρή θαύρα.....η θαύρα που αλλάδει δέρμα. Οταν ήμαθταν θτον δωολογικό κήπο, ρώτηθα τον μπαμπά πως νιώθει η θαύρα που αλλάδε το δέρμα της. Και ο μπαμπάθ μου είπε πωθ η θαύρα νιώθει όπωθ νιώθω εγώ όταν αλλάδω θλιπ και φανέλα μετά το μπάνιο μου πριν πάω για ύπνο. Όταν αλλάδω τον Θπάιντερμαν αθ πούμε και βάδω τον Θούπερμαν. Εγώ όμωθ να πω την αλήθεια δε νιώθω διαφορά με την αλλαγή....   
-          Και έπρεπε να το κάνεις αναπαράσταση;;; Του λέει συνεχίζοντας να γελάει ο πατέρας του.
-          Ναιιιιιι....θαθ πειράδει;;;; Μα δεν καταλαβαίνετε πια!!!! Νιώθω ότι μεγαλώνω. Εγώ είμαι η θαύρα που μεγαλώνει και πρέπει να αλλάκθει.....τόθο αθτείο είναι αυτό; Αλλάζω δέρμα θαθ λέω. Κοιτάχτε το δέρμα μου που κθεφλουδίδει.......(Και με τα χεράκια του σκύβει και ανασηκώνει τα λέπια από το λαδόχαρτο που ήταν στερεωμένα στο δέρμα του με σελοτέιπ και τους τα έδειχνε ριχνοντάς τα στο πάτωμα. Τα μικρά χαρτιά από το λαδόχαρτο στερεωμένα με το σελοτέιπ έπεσαν γρήγορα. Κάτι άλλα όμως λευκά χαρτιά που υπήρχαν κολλημένα πάνω του δεν έπεφταν με τίποτα. Απόρησε με φόβο. Ξανακάνει με τα χέρια του πάνω κάτω δεν έπεφταν με τίποτα. Τώρα την «έβαψε» κυριολεκτικά. Κοίταξε τους γονείς του. Και όσο τους κοίταζε αυτός με απορία μία τον έναν μία τον άλλον τόσο εκείνοι γέλαγαν περισσότερο.)

Η Χριστίνα βλέποντας την κίνηση του μικρού συνειδητοποίησε ότι εκτός από το λαδόχαρτο είχε χρησιμοποιήσει και κάτι άλλο σε λευκό χρώμα από την μέση και κάτω που δεν είχε προσέξει πριν. Κάνει πως το ανασηκώνει και τι να δει; Ο μικρός της σκανταλιάρης είχε χρησιμοποιήσει και τις ταινίες αποτρίχωσής της!!!!!!! «Έλεος θεέ μου. Πόσο άλλο πια φαντασία έχει αυτό το παιδί» αναρωτήθηκε. «Τι άλλο πια θα σκαρφιστεί....» σκέφτηκε. Αλλά ήρθε η ώρα να πάρει το μάθημα του. 
  
Ο Δημήτρης κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών» και φεύγοντας είπε σκύβοντας και στους δύο.
-          Πάω θτην κουδίνα. Περιμένω τη θαύρα μου με το νέο τηθ δέρμα και την μαμά τηθ θαύραθ μου να φάμε. Μην αργήθετε. Έτθι; Ο μπαμπάθ θαύραθ πεινάει...., αποχώρησε γελώντας φωναχτά.   

-          Τώρα μείναμε οι δυό μας. Μικρή σκανταλιάρα Θαύρα ήρθε η ώρα να καθαριστούμε, είπε με τόνο επιβλητικό η μαμά Χριστίνα. 

Τον αρπάζει από τις μασχάλες, τον σηκώνει και τον βάζει στην μπανιέρα μονομιάς δοκιμάζοντας το ζεστό νερό από την βρύση για να τον κάνει μπάνιο.     

-          Μαμά, πώθ θα φύγουν τα λευκά χαρτιά που έχουν κολλήθει πάνω μου; Κοιτάζοντάς την με απορία αλλά και φόβο για την εξέλιξη τώρα που έμειναν οι δυο τους.
-          Τα λευκά χαρτιά θα παραμείνουν πάνω σου και θα περιμένουν να μεγαλώσεις λίίίίγο ακόμα για να πέσουν και αυτά, είπε με σοβαρότητα και ύφος η μαμά του.
Ο Μάριος γούρλωσε τα μάτια του.
-          Τιιιιιιιιιι;;;;;;;; Μην μου λεθ τέτοια. Δηλαδή αύριο θα πάω θτο θχολείο έτθι;  Και πόθο καιρό πρέπει να περιμένω;
-          Ναι βεβαίως. Σου το λέω. Τουλάχιστον ένα χρόνο. Η Θαυρίτθα μου βιάζεται να μεγαλώσει και τώρα που βιάστηκε την πάτηθθθθθθθεεεεε. Και καταρχάς δεν κόλλησαν μόνα τους. Εσύ τα κόλλησες. Έτσι δεν είναι; Βρε Μάριε γιατί πειράζεις τα πράγματά μου; Τι σου έχω πει τόσες φορές;
-          Ναι εγώ τα κόλληθα και μάλλον την έβαπθα τώραααααα. Έτθι δεν είναι μαμά; Και περιεργαζόταν τα πόδια του συνεχώς με λύπη.
-          Αλλά μπορεί να υπάρχει και ένας τρόπος να βγάλουμε τα λευκά χαρτιά από τα πόδια σου....λέει με μυστήριο ύφος η μητέρα του.  
-           Μη μου λεθ τέτοια. Εμπρόθ λοιπόν. Βγάλτααααα....μαμά....θε παρακαλώώώ..... Δεν μπορώ να πάω θτο θχολείο έτθι αύριο. Τι θα πουν οι θυμμαθητέθ μου; Η δαθκάλα μου; Θε παρακαλώώώώ......θε παρακαλώώώώ...πολύύύ.......θε ικετεύωωωωωωω.......
-          Θα πουν: «Βρε καλωσήρθε η σαυρούλα μας που βιάζεται να μεγαλώσει και αλλάζει δέρμα». Αυτό θα σου πουν, είπε με περισσή βεβαιότητα η μητέρα του και άρχισε να γελάει δυνατά.
-          Εντάξει δεν είμαι και θαύρα θαύρα. Είμαι άνθρωποθ ντυμένοθ θαύρα. Έχει διαφορά, είπε σουφρώνοντας τα χείλη του ο Μαριούλης. 
-          Έχει όντως, συμφώνησε η μητέρα του. Λοιπόν, μικρή μου σαύρα για να βγάλουμε αυτά τα χαρτάκια και να γίνεις άνθρωπος ξανά, πρέπει να κλείσεις τα μάτια σου και αυτό που θα νιώσεις, πρέπει να το απελευθερώσεις με μια κραυγή. Δεν θα κλάψεις. Δεν θα διαμαρτυρηθείς. Έτσι θα φύγουν όλα τα χαρτάκια μονομιάς. Διαφορετικά θα πρέπει να ξανακάνουμε την διαδικασία από την αρχή και δεν θα σου αρέσει. Κατάλαβες μικρέ μου;
-          Δεν κατάλαβα μαμά, είπε ο Μάριος συνεχίζοντας να σουφρώνει τα χείλη του. 
-          Θα καταλάβεις αμέσως. Κλείσε τα μάτια σου.
Στο πρόσταγμα της μάνας του, ο Μάριος έκλεισε τα μάτια του μονομιάς. Δεν τον έπαιρνε εξάλλου και για άλλες τανζανιές μετά από αυτήν τη θεόσταλτη έμπνευση να κάνει τη σαύρα που αλλάζει το δέρμα της. Πόσο μάλλον τώρα που έχει κολλημένα δέκα χαρτιά λευκά πάνω του σαν βδέλλες.

Με ένα τράβηγμα η μάνα του, του βγάζει το ένα λευκό χαρτί. Ο Μάριος είπε: «άουτθ...καλέ αυτό πονάει». Χωρίς άλλη κουβέντα του τραβάει μονομιάς και το δεύτερο και το τρίτο και το τέταρτο και φτάνουν τελικά στο δέκατο.....Ο Μάριος βόγγαγε προφανώς και όταν του έβγαλε η μάνα του και το δέκατο χαρτάκι με μεγάλο αναστεναγμό είπε: «Ουφφφφφφφφφφ..........Αχ Παναγία μου τι μου έμελλε να πάθωωωωωωω....που ήθελα να κάνω την Θαύρα....αχχχχχχχ Παναγία μου.....»

Η μητέρα του αφού τον έπλυνε και τον άλλαξε (παρεπιπτόντως έβαλε το θλιπ και την φανέλα του Θπάιντερμαν) του είπε δίνοντάς του μια μεγάλη αγκαλιά και φιλώντας στο μάγουλο τον καθαρό σκανταλιάρη της.

-          Αγάπη μου, όσο μεγαλώνεις θα καταλάβεις ότι οι αλλαγές που θα συμβαίνουν στη ζωή σου θα είναι άλλες πιο μαλακές και άλλες πιο σκληρές που θα προκαλούν πόνο. Όλες αφήνουν το αποτύπωμά τους μέσα σου. Αυτές τις πιο σκληρές θα τις ξεπερνάς χωρίς παράπονο και γκρίνια. Θα κάνεις υπομονή και όταν θα τελειώνουν. Θα κλείνεις τα μάτια σου, θα νιώθεις τον χτύπο τους στην καρδιά σου και μετά θα λες...... Ουφφφφφφ ... πάει και αυτό. Και θα προχωράς. Θα προχωράς παρακάτω. Και θα δεις το χρώμα στη ζωή σου να γίνεται πιο λαμπερό, πιο όμορφο, πιο φωτεινό.....σαν το λαμπερό πράσινο χρώμα της σαύρας που είδαμε στο ζωολογικό πάρκο που άλλαζε το δέρμα της, γιατί ήρθε η ώρα της να το αλλάξει. Και εγώ και ο μπαμπάς σου θα σε καμαρώνουμε που θα αλλάζεις δέρματα κάθε φορά και θα μεγαλώνεις και θα γίνεσαι πιο λαμπερός, πιο φωτεινός και πιο σπουδαίος....
-          Αλήθεια μαμά;
-          Αλήθεια αγόρι μου.
          .............................................................
-          Βρε, βρε καλώς την φρεσκοπλυμμένη Θαύρα μου. Είπε ο μπαμπάς Δημήτρης όταν είδε να καταφτάνουν μάνα και γιος στην κουζίνα για να φάνε επιτέλους.

-          Σας σερβίρισα φαγητό. Κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο για την μαμά και τον μπαμπά και χόρτα για την σαυρούλα μου, μιας και τρώει χορταράκια στα λιβάδια και στα βουνά. 

Ο Μάριος κοίταξε τον πατέρα του με θυμό. Είχε το αγαπημένο του φαγητό στο τραπέζι και αυτός θα την έβγαζε με χορταράκια!!!!!! Αν ήταν ποτέ δυνατόν!!!!!!!!! Και τελικά δεν ήταν ΣΑΥΡΑ ήταν άνθρωπος........ΑΝΘΡΩΠΟΣ.... Γιατί από ότι φαινόταν και θα μάθαινε μεγαλώνοντας το δικό του δέρμα ήταν αρκετό......δεν χρειαζόταν να κουβαλάει και ξένο.....


           

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: