Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2021

ΜΙΚΡΟΣ ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΣΤΟΝ ΣΥΜΜΑΘΗΤΗ ΜΟΥ ΒΑΛΥΡΑΙΟ ΣΤΕΦΑΝΟ ΜΠΑΚΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

 ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΛΥΡΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ

Αγαπητέ μου Στέφανε έκλεισε ο κύκλος της ζωής σου  και σου ευχήθηκα τα φετινά Χριστούγεννα  και μετά από 2 ημέρες στη γιορτή σου εξηγώντας για την κυστική ίνωση και την πνευμονική υπέρταση. Είχες την διαίσθηση ότι πλησιάζει το τέλος σου και όταν το έμαθα ενημέρωσα τους συμμαθητές μας όσοι είναι εν ζωή που σμίγαμε στην Αθήνα, πριν σε καταβάλλει η αρρώστια. Έφυγες από τη ζωή ανήμερα πρωτοχρονιά και κηδεύτηκες χτες στο κοιμητήριο της Βαλύρας. Συλλυπητήρια στη γυναίκα σου και τα αδέλφια σου.

4 αδέλφια εσείς ,5 αδέλφια και εμείς  με χήρα μάννα οι 2 οικογένειες, με μια αγελάδα δίπλα στους μπαξέδες μας στο αυλάκι πιάνοντας μενίδες, τσουκαλίνες, και ανεβαίνοντας στα κυπαρίσσια να πιάσουμε τα καρακαξαυγουλα για να βγάλουμε το χαρτζιλίκ, στον κάμπο βόσκοντας τα γαλιά, και κάνοντας το μπάνιο στον Πάμισο και το μύλο της Μαυροζούμενας . Είμαστε συμμαθητές στο πρακτικό Μελιγαλά και ο καθένας μας τράβηξε την πορεία του. Αργότερα σε συνάντησα 2 φορές στην Κέρκυρα συζητώντας και νοσταλγώντας τα παιδικά μας χρόνια και πολλές φορές στο Πανελλήνιο στην Καλαμάτα και τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα, πριν σε καταβάλλει η αρρώστεια.



ΚΑΘΙΣΤΟΣ ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΒΑΛΥΡΑΣ
ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ 
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΑΣΚΑΛΟ ΚΑΡΤΕΡΟΛΙΩΤΗ 
Η ΠΑΡΕΑ ΤΟΥ ΜΠΟΒΗΣ, ΣΤΡΑΤΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ 
.
ΕΚΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ 1958.ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΝΩ ΣΕΙΡΑ 
Ο ΠΕΜΠΤΟΣ ΚΑΘΙΣΤΟΣ

 Θυμηθήκαμε την εποχή που οι φωτογραφίες δεν είχαν χρώματα , δεν υπήρχαν κινητά και υπολογιστές , δεν υπήρχε τηλεόραση αλλά υπήρχαν άνθρωποι που μιλούσαν , τραγουδούσαν , επικοινωνούσαν , μαγείρευαν , μοιράζονταν , δούλευαν σκληρά , ζούσαν φτωχά και γιόρταζαν με εκείνα τα λίγα που φαίνονταν πολλά γιατί ήταν όλα φτιαγμένα με χέρια και καρδιά. Άνθρωποι με χέρια σκληρά αλλά μεταξένια καρδιά.

Η γειτονιά μας ήταν η ζωή μας , ο κόσμος μας , η παρηγοριά μας και η χαρά μας . Εκεί στη μικρή αυτή γειτονιά οι άνθρωποι γεννιόντουσαν , αγαπούσαν , εργάζονταν , έφτιαχναν το σπιτικό τους και την οικογένειά τους. Εκεί γερνούσαν και πέθαιναν.

Η Εκκλησία, η αλάνα , το καφενείο , το μπακάλικο , ο φούρνος , το τσαγκαράδικο , το σχολείο , η πλατεία ήταν μεγάλα και σημαντικά για τον μικρό μας κόσμο.

Γευτήκαμε την κάθε εποχή, τα βιολογικά προϊόντα της μάνας γης, χωρίς ορμόνες, φυτοφάρμακα και λιπάσματα, αλλά μόνο με τη χρήση της  χωνεμένης κοπριάς των ζώων,  το γλυκορίζι, ή γλυκόριζα τους βολβούς, τα σπαράγγια, τα φρούτα, τα μανιτάρια , τα άγρια χόρτα,  τα πουλιά, τα ψάρια, τις γευστικές και νόστιμες κόκκινες αγκαθωτές μενίδες και γκαστρούδες του βάλτου,  τα χέλια, τα καβούρια, και ξεδιψάγαμε από τα κρυστάλλινα και γάργαρα νερά του ποταμού και των ρεμάτων των χωριών  της περιοχής μας   που δεν είχαν φυτοφάρμακα, νιτρικά και μικρόβια.To ποτάμι Μαυροζούμενα ήταν το δεύτερο σπίτι μας το καλοκαίρι. Μπάνιο κυρίως στη λίμνη του Μύλου με αδαμιαία περιβολή, παιχνίδια, ψάρεμα, και ομαδικό γιουρούσι στα Ποτιστικά ,για φρούτα εποχής, πολλές φορές με τίμημα τραυματισμού και ξυλοδαρμού από ιδιοκτήτες και αγροφύλακες. Το καλοκαίρι επίσης την τιμητική τους είχαν οι ψάθινες, καλαμένιες ή από καναβάτσο  καλύβες και τσαρδάκια, πάνω στα δέντρα  ή  το χώμα και τα αγροτόσπιτα, έσφυζαν από ζωή με την παρουσία ζώων και ανθρώπων που  κοιμόμασταν δίπλα τους. Μέναμε στα Ποτιστικά, στο Παρασπόρι, Κάμπο, στις Γανιές δίπλα στο ποτάμι, εκτρέφοντας διάφορα ζώα και καλλιεργώντας μποστανικά και λαχανικά. Στον κάμπο είχαμε τα ρύζια και ντομάτες,  στα συκοπερίβολα μαζεύαμε τα σύκα και τα λιάζαμε πάνω στα καλαμωτά. Στα αμπέλια και σταφίδες κάθε βράδυ οι παρέες διασκέδαζαν  στα αλώνια και φύλαγαν την περιουσία τους από τυχόν κλέφτες.  Το χωριό άδειαζε τελείως από ανθρώπους.

Εκεί στη μικρή μας γειτονιά λέγαμε τα κάλαντα όταν ήμασταν παιδιά και μαζεύαμε γλυκά  ελάχιστα λεφτά, και παίζαμε μπάλα βόλο, τοιχάκι, και τόκα στις διακοπές των Χριστουγέννων και πηγαίναμε στην Πέρα Μεριά για κοκολόι.

Τα σπίτια μας στο παραγώνι το καψαλητό ψωμί που  τρώγαμε με λάδι, που έκαιγε αργά και μας μάζευε γύρω του να ακούσουμε ιστορίες και παραμύθια από  παππούδες  και  γιαγιάδες. Ένα ζεστό φαγητό και ψωμάκι ζυμωτό με ζηλευτή γεύση και μυρωδιά. Όλα ήταν χειροποίητα ρούχα , σπίτια , φαγητά και άνθρωποι που μιλούσαν, κοιτάζονταν , αγκαλιάζονταν. Έγχρωμες ζεστές καρδιές και όνειρα πολλά όνειρα.

Αυτά τα όνειρα μας έφεραν στο Σήμερα.

Ας ανακαλύψουμε λοιπόν αυτά που μας κάνουν ανθρώπους σε αυτόν το μεγάλο κόσμο που δημιουργήσαμε με τα όνειρα μας και τα έργα μας.

Ας ξανασκεφτούμε που βρίσκεται η αγάπη , η αλληλεγγύη , η αγκαλιά και η ζεστή καρδιά.

Ας μάθουμε πως φτιάχνεται ένα ζεστό μυρωδάτο φαγητό που θα το μοιραστούμε με λίγους , θα τους δούμε στα μάτια και θα πούμε Καλή Χρονιά με μια πραγματική αγκαλιά.

Στέφανε καλό παράδεισο και θα βρεις εκεί τους συμμαθητές  και χωριανούς  φίλους σου, και λυπάμαι που δεν παρευρέθηκα στην κηδεία σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: