Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Τα τρένα που φύγαν.....χωρίς γυρισμό

Της Γαρυφαλλιά Κατσαμπάνη-Τσαγκάρη
''Απίστευτο και όμως αληθινό'', τα τρένα στη Μεσσηνία έπαψαν να περνούν. Δεν τα βλέπω και δεν τα’ ακούω να περνούν και να σφυρίζουν στις ράγες που είναι κοντά στο σπίτι μου και μου λείπουν πολύ. Το ίδιο λείπουν και σε πάρα πολλούς, σ’ όλους μπορώ να πω όσους μένουν στα χωριά απ’ όπου περνούσαν τα τρένα. 
Γίναμε όλοι πιο φτωχοί οικονομικά, μα περισσότερο συναισθηματικά. Τώρα δεν μας μένει τίποτε άλλο από το να θυμόμαστε <<περασμένα μεγαλεία>>.
Το τρένο που εμφανίστηκε στη Μεσσηνία, στις αρχές του αιώνα που πέρασε αγαπήθηκε απ’ όλους μας. Γεννήθηκα εκεί στα μέσα μπορώ να πω, του αιώνα που πέρασε και γνωρίζω πόσο αγαπήθηκε το τρένο από τη γενιά μου, τις γενιές που προηγήθηκαν και τις επόμενες γενιές. Γνώρισε την αποδοχή, την αγάπη και πολλές δόξες. Ταξίδεψαν με αυτό πρίγκιπες και βασιλιάδες, ντόπιοι και ξένοι πρωθυπουργοί, Βενιζέλος, Κλεσμανώ και πολλοί άλλοι,  καθώς και άνθρωποι φτωχοί. Μέσο μαζικής συγκοινωνίας ασφαλές, φτηνό και οικολογικό. 


Το πέρασμα του τρένου ήταν η αιτία μετακίνησης πληθυσμών από τα χωριά τους και η δημιουργία καινούργιων χωριών απ’ αυτούς, κοντά, ένθεν και ένθεν των σιδηροτροχιών. Έτσι  έγινε και με το χωριό μου  και τα δίπλα κοντινά χωριά. Κατέβηκαν οι κάτοικοι από τα Σουλιμοχώρια, ορεινά χωριά κουρνιασμένα στο Τετράζι, και έτσι έγινε το χωριό μου, το Δώριο, και τα κοντινά χωριά Κοπανάκι, το Βασιλικό και άλλα. Χωριά που αναπτύχθηκαν, μεγάλωσαν, άνθισαν κ’ ακόμα έχουν εμπορική κίνηση, δημόσιες υπηρεσίες και σχολειά, Γυμνάσια και Λύκεια, που μάθαμε εμείς τα χωριατόπαιδα, τα φτωχόπαιδα, γράμματα. Είχα την τύχη να περνάει το τρένο από το χωριό που γεννήθηκα και από το χωριό που μένω. Το σπίτι μου και στο χωριό και στην Καλαμάτα είναι κοντά στις γραμμές του τραίνου και από τα μπαλκόνια και τις βεράντες τους έβλεπα τα τρένα να περνούν και τα χαιρόμουν. Δεν είχα παρά να σηκώσω το χέρι μου και να χαιρετίσω γνωστούς, συντοπίτες και φίλους που τους έβλεπα να ταξιδεύουν. Πολλοί με ρωτούσαν και μου έλεγαν αν με ενοχλεί ο θόρυβος από το πέρασμα των τρένων, που τότε περνούσαν πολλά. Πίστευαν πως με ενοχλούσε. Χαμογελούσα και τους απαντούσα πως τα έχω πλέον συνηθίσει. Πως αλήθεια μπορούσε να μ’ ενοχλεί κάτι που αγαπώ και καρτερούσα το περασμά του; Αντίθετα τώρα με ενοχλεί η σιωπή και η παρουσία του.
Τα τρένα εκτός από μέσο συγκοινωνίας ήταν και μέσο επικοινωνίας και πολιτισμού. Έσμιγαν οι άνθρωποι εκεί κ’ ώσπου να φτάσουν στον προορισμό τους και να κατέβουν συζητούσαν τα προβληματά τους, μοιράζονταν τις έγνοιες τους, τις αγωνίες τους. Γίνονταν φίλοι, έκαναν καινούργιες γνωριμίες άκουγαν καινούργιες ή διαφορετικές ιδέες. Γνώριζαν καινούργιους τόπους, ανθρώπους, εικόνες και άνοιγε το μυαλό τους. Ταξίδευαν μ’ αυτά ηλικιωμένοι άνθρωποι, άρρωστοι, για τα αστικά κέντρα του νομού μας, να πάνε στους γιατρούς να τους γιάνουν τους πόνους του κορμιού και της ψυχής και γύριζαν με την καρδιά ξαλαφρωμένη και γιομάτη ελπίδες. Ταξίδευαν και τα νιάτα των χωριών, μαθητές και σπουδαστές, για τις κοντινές πόλεις, να πάνε στα φροντιστήρια, στα τεχνικά σχολεία και τις τεχνικές σχολές για να πλουτίσουν τις γνώσεις τους και να πραγματώσουν τους στόχους τους και τα ονειρά τους. Ταξίδευαν και νοικοκυρές που πήγαιναν στις πόλεις για να ψωνίσουν, ό,τι δεν βρήκαν στα χωριά τους, για το σπίτι και τους ανθρώπους τους.
Τώρα έρημοι οι σταθμοί χωρίς κόσμο, επιβάτες, χωρίς σταθμάρχες και κλειδούχους. Πέτρινα, υπέροχα οικοδομήματα, στολίδια, οι σταθμοί του τρένου έχουν αρχίσει να καταστρέφονται. Πόρτες σπασμένες, παράθυρα να κρέμονται και να σαπίζουν,  τοίχοι βρώμικοι δείχνουν την αδιαφορία και την εγκαταλειψή τους, από τους αρμόδιους, από το κράτος. Οι πλατμόρμες, αποβάθρες των σταθμών που άλλοτε γέμιζαν από κόσμο και ζωή είναι έρημες πια. Παλιά ήταν τόπος συνάντησης, τόπος αποχωρισμού, μισεμού αλλά και τόπος ερχομού. Με δάκρυα πόνου αποχωρίζονταν οι γονείς τον ανθό της νιότης του τόπου μας, νέους, όμορφους και γερούς καθώς και νέες όμορφες νεραΐδες που έφευγαν για τα ξένα. Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία, για να κυνηγήσουν το όνειρο και την ελπίδα, για μια καλύτερη ζωή. Με δάκρυα πάλι χαράς υποδέχονταν τους ξενιτεμένους που η μοίρα τους έδωσε τη χαρά να ξαναγυρίσουν στην Ιθάκη τους, για λίγο ή για πάντα.
Συχνά ο νους με πάει ταξίδι στα περασμένα, στα όμορφα της νιότης χρόνια, και όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο με ταξιδεύει εκεί. Είχα τελειώσει τα σχολειά του χωριού μου κ’ έπρεπε να φύγω για να πλουτίσω τις γνώσεις μου. Θυμάμαι ένα καλοκαιρινό που μαζί με τη μάνα μου και τα αδέλφια μου, πήγαμε στο σταθμό του χωριού μου, για το πρώτο ταξίδι μου στην Αθήνα. Είχα τα μαλλιά μου δεμένα ψηλά αλογοουρά, φορούσα ένα τσίτινο κλαρωτό φουστάνι, ένα ζευγάρι μπεζ πέδιλα στα πόδια μου, και στα χέρια μου κρατούσα τις φτωχικές μου αποσκευές. Η βαλίτσα μου περιείχε δύο τσίτινα εμπριμέ φουστάνια, ένα ζευγάρι άσπρα πάνινα παπούτσια <ΕΛΒΙΕΛΑ>, άλλα προσωπικά μου αντικείμενα και τα βιβλία μου. Το κεφάλι μου ήταν γεμάτο όνειρα, και η καρδιά μου μ’ ανάμικτα συναισθήματα χαράς, ανασφάλειας και φόβου. Ήρθε το τρένο σφυρίζοντας. Αποχαιρέτησα τους δικούς μου, ανέβηκα στο τρένο και έφυγα για την πρωτεύουσα, για νη κυνηγήσω τα ονειρά μου.. Σε λίγα χρόνια ήλθαν και τα δύο μου αδέλφια στην Αθήνα, καθένα με τη σειρά του ,για να αυγατίσουμε τις γνώσεις μας και να πάρουμε το χαρτί, κλειδί για μια καλύτερη ζωή. Και για να μην ξεχνιόμαστε τότε ένα <χαρτί> έφτανε…
Έμεινε μόνη η μάνα μας και να μας καρτερεί γιορτές, διακοπές και καλοκαίρια. Το τρένο μας γύριζε πάντα στο χωριό μέχρι που εμένα και την αδελφή μου με το <χαρτί> στο χέρι μας, μας έφεραν για πάντα στη Μεσσηνία, στον τόπο μας που επιλέξαμε να ζήσουμε. Ο αδελφός μου, που δεν τον χώραγε ο τόπος και δεν του έφτανε το <χαρτί που πήρε,  έφυγε για τόπο μακρινό και φιλόξενο. Εκεί πραγματοποίησε τα ονειρά του με το παραπάνω και εκεί έφτιαξε την οικογενειά του. Ξεστράτισα όμως με τα δικά μου, που είναι όμοια με τα βιώματα και των άλλων παιδιών της γενιάς μου, συμμαθητών, συντοπιτών,  γειτόνων και φίλων.
Περί τρένων, λοιπόν ο λόγος. Των τρένων που φύγαν από τη Μεσσηνία χωρίς γυρισμό. Τα τρένα έχουν θέση και στην τέχνη. Στους στίχους των τραγουδιών ακούμε για τρένα, σταθμούς και ταξίδια. Τα βρίσκουμε σε θεατρικά και κινηματογραφικά έργα. Τα τρένα ενέπνευσαν πολλούς  ανθρώπους που ασχολούνται με τα δράματα,, την ποίηση και την πεζογραφία, ντόπιους και ξένους. Στο πλάνο, στο σκηνικό που κινούνται οι ήρωες των έργων τους, υπάρχει κάπου ένα τρένο, ένας αγαπημένος σταθμός. Θα αναφέρω ενδεικτικά δύο μεγάλους δικούς μας συγγραφείς, του τόπου μας, τη Σοφία Φίλντιση και τον Πέτρο το Μπίκο, που έγραψαν για τα βιωματά τους, τα ταξίδια τους που έκαναν με τα τρένα, για αγαπημένους σταθμούς και τόπους.
Πρόσφατα η κυβέρνηση αποφάσισε πως η κίνηση των τρένων στη Μεσσηνία και σ’ ένα τμήμα της Πελοποννήσου είναι ασύμφορη και διέκοχε όλα τα δρομολόγια. Έκλεισαν τους δρόμους και γκρέμισαν τις γέφυρες συγκοινωνίας, της επικοινωνίας και του πολιτισμού, για τους ανθρώπους του τόπου μου. Τι αλήθεια τους φταίξαμε και μας τιμωρούν έτσι. Κάποιοι από τους νυν τους τέως και τους πρώην διοικούντες και κρατούντες φταίνε για τη σημερινή κατάντια του ΟΣΕ. Κάποιος ή κάποιοι, πρέπει να μας εξηγήσουν, να απολογηθούν και να απαντήσουν στα αμέτρητα γιατί του Μεσσηνιακού λαού. Και μη μας πουν πως όλοι φταίξαμε. Εμείς ο λαός, οι απλοί πολίτες, ο λαός της Μεσσηνίας είμαστε οι μόνοι που δε φταίμε και εισιτήριο πληρώναμε στα τρένα και φόρους στο κράτος.Σίγουρα φταίνε αυτοί που εξουσιοδοτήσαμε να κάνουν κουμάντο και δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους. Έχουν σκεφτεί οι υπεύθυνοι, αυτοί που μας στέρησαν τα τρένα, τι μισθό θα εισπράξουν όταν πάνε στο ταμείο να πληρωθούν; Ξέρει και ο λαός να περικόπτει <μισθούς> και <δώρα>. Ας το ξανασκεφθούν οι αρμόδιοι και ας διορθώσουν όσο μπορούν πιο νωρίς τα κακώς κείμενα.
Εμένα προσωπικά, μα και πολλούς άλλους Μεσσήνιους με κόφτει η γραμμή , τα δρομολόγια Καλαμάτα –Κυπαρισσία, που θα μπορούσαν να εξηπυρετήσουν πολλούς εργαζόμενους στις δύο αυτές πόλεις και στα ενδιάμεσα χωριά, όπως και τον κόσμο που πάει στις δύο άνω πόλεις για δουλειές του, γιατρούς, ψώνια, δημόσιες υπηρεσίες και τους σπουδαστές και φοιτητές. Πολλοί είναι οι κάτοικοι της Μεσσηνίας, που είναι πικραμένοι, απογοητευμένοι και αγανακτισμένοι. Θα μπορούσαν δύο-τρία δρομολόγια, από Καλαμάτα για Κυπαρισσία και αντίστροφα, του τρένου, σε ώρες λογικές  να εξυπηρετούν τον κόσμο και ειδικότερα εκείνους που έχουν ασθενή βαλάντια και τους μη κατέχοντες Ι.Χ. αυτοκίνητο, αν και η κίνηση των αυτοκινήτων σήμερα, εκεί που έχουν φτάσει τα καύσιμα, είναι από ασύμφορη ως απογοητευτική. Ένα δρομολόγιο κατά κατεύθυνση, πρωί- μεσημέρι- απόγευμα –βράδυ, θα ήταν ιδανικό.
Τώρα πια όλοι εμείς που αγαπήσαμε το τρένο και ταξιδέψαμε με αυτό, θέλουμε, περιμένουμε και ελπίζουμε πως θα πάρουμε τη χαρά να τα καλοδεχτούμε πάλι και να ξαναταξιδέψουμε. Εύχομαι στις γενιές που θάρθουν, να μη δείχνουν στα παιδιά και τα εγγόνια τους, οι γιαγιές τις ράγες τουτρένου και να τους λένε <<μια φορά και έναν καιρό περνούσαν εδώ τρένα…>>. Και να ρίχνουν το ανάθεμα και τις κατάρες σε αυτούς που έφταιξαν και σε αυτούς που τα σταμάτησαν.
Εύχομαι να ξαναγυρίσουν τα τρένα στον τόπο μας και τότε οι μανάδες και γιαγιές θα λένε στα παιδιά και τα εγγόνια τους ιστορίες και παραμύθια για ταξίδια, τόπους και σταθμούς αγαπημένους. Θα τους λένε για τα τρένα που μετέφεραν, ταξίδεψαν ανθρώπους, αποσκευές και όνειρα…..
Για την αντιγραφή Γιάννης Δ. Λύρας, εκπαιδευτικός.  Συμφωνώ απόλυτα μαζί της.Βαλύρα 26-5-2012

Δεν υπάρχουν σχόλια: