Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ «ΡΑΜΠΑΓΑ» ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣΑΤΥΡΙΚΗ

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΛΥΡΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ
ΟΙ ΔΥΟ ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΟΙ
Την στιγμήν καθ’ ην ο αρχειμάγειρος Κουμουνδούρος συνήθροιζε τα απλυτά του και έφευγεν, ανεσκουμπώθηκαν δροσεροί, δροσεροι δύο νέοι αρχιμάγειροι, ονόματι Τρικούπης και Ζαίμης, βέβαιοι ότι αυτοί θα προσκληθώσιν εις διαδοχήν του διωχθέντος προκατόχου των.
Και οι δύο έβαλαν καθαρωτάτας ποδιάς, λευκήν θερινήν στολήν και λευκόν κούκον επί κεφαλής. Έλαβον δε εις χείρας και μίαν σπινθηροβολούσαν μάχαιραν, την οποίαν μέχρις ιδρώτος ετρόχιζον, ενώ από του κιγκλιδωτού παραθύρου ο λαίμαργος πελάτης Ζωχιός, χώνων την κεφαλήν του τοις έλεγε:
-Α! Να σας δω μαστόροι, τι καλά φαγιά θα μας κάμετε.
-Ένα μπιφτέκι αλά ενγγλέ σοι ετοιμάζω, απήντησεν ο Τρικούπης,που θα κολυμπά στο αίμα…..
-Πρόσεχε μόνον να μην είναι πολύ δυναμωτικόν και…
-Έννοια σου, κύριε Ζωχιέ, του απαντά ο δεύτερος μάστορης Ζαίμης, θα σου σιγοβράσω κάτι ραδίκια, τα οποία θα κ’αμνουν την ενεργεια των.
Οι δύο νέοι μαγειροι είχαν πεινασμένο το μάτι των, όχι από φαγή, αλλά από εργασίαν. Ο μάγειρος έχει παράδοξον διαιτητικήν. Ζει χωρίς να τρώγει. Δι’ αυτόν τρώγει η πελατεία των. Νομίζεις ότι η γαστήρ του μετανάστευσεν εις τας γαστέρας των πελατών του. Η ατμόσφαιρα που σχηματίζει περί αυτών είναι κορεσμένη από θρεπτικάς ουσίας. Εις την ατμόσφαιραν αυτήν διαλυομένη εξατμίζεται η όρεξις του μαγείρου. Δια μιάς εισπνέει  από όλα τα είδη των φαγητών της κουζίνας. Κορέννυται ασφραινόμενος. Αδικείται εισπνέων βαρέας οσμάς, αλλά και ικανοποιείται ροφών το άρωμα ηδονικών εδεσμάτων, άρωμα το οποίον ουδέποτε φθάνει εις τον σταθμόν των ρωθώνων των πελατών.
Εν έδεσμα όπερ η δεξιά του αρχιμαγείρουνχειρ τίθησιν επί της αργυράς παροψίδος, συνοδεύουσα αυτό δι’ επιδεικτικών δορυφόρων και παραδίδουσα ως σημαίαν το τελευταίον αρωματικόν έμβαμμα, αποτελεί τον θρίαμβον του αρχιμαγείρου, την ανακλαλητον αυτού ηδονήν.
Τοιαύτην ηδονήν είχον να δοκιμάσουσινσχεδόν ενιαυτόν οι αρχιμάγειροι Ζαίμης και Τρικούπης. Μακράν της απολαύσεως αυτών των παρασκευών, οι μάγειροι φθίνουσι,καταρρέουν ως φύλλα φθινοπωρινά και όταν τύχη να ώσι Κουμουνδούροι, εξαφανίζονται ,αυτοκτονούσιν.
Έν ΄νέφος επεσκίαζε το μετωπόν των και μία ελαφρά, ως χρυσαλίς, τύψις συνειδήσεως, παρεμβαίνουσα μετεπήδα από της μιάς εις την άλλην μαχαίραν, ας αδιοκόπως οι δυό ετρόχιζον.
-Μωρέ δεν παίρνομεν σύντροφο και τον Δεληγιώργη, που ξεύρει και κάμνει  τέτοια μοναδικά γλυκίσματα;
-Πρέπει να τον παρουμε, αν και στις συντροφιαίς δεν έρχεται. Είναι κομμάτι περήφανος.
-Και τι θα χάσωμεν αν του τηλεγραφήσουμε να ερθη;
Η απάντησης δεν ήτο ευνοική.
«Σας ευχαριστώ τοις εμήνυσε, πολύ, αλλά τώρα κάμνω τον μάγειρον του εαυτού μου. Ξεσυνείθισα  να μαγειρεύω δι’ άλλους.Προσκυνήματα εις τον ξενοδόχον σας, τον οποίον δεν δύναμαι να έλθω να ιδώ,  αν και έχω μερικους εκκρεμείς λογαριασμούς να επιθεωρήσω».
Και ήδη οι νέοι αρχιμάγειροι εγκαταστάθηκαν εις το μαγειρείον των.
Είναι οπαδοί της καθαριότητας και μαγειρεύουν  κατά τους κανόνες της δημοσίας υγιεινής.
Δεν γνωρίζουν πόθεν ν’ αρχίσουν όπως βάλουσιν τάξιν εκεί όπου ο προκατοχός των  είχε πήξει δυσώδη καργκόταν δια την ταπετσαρίαν της οποίας εμερίμνων μετ’ εκτάκτου ζήλου λιπαραί και δύσοσμοι αναθυμιάσεις.
Το μέγα ζήτημα το οποίον τους απορροφά είναι πως θα μεταβάλωσι το ταπιφράγκον εις ευσταλές ξενοδοχείον.
Εις το ταπιφράγκον εκείνο εισήρχοντο και εξήρχοντο, ως εις παραλίαν την οποία κατακλύζουν  και η θάλασσα και η ξηρά με σκύμβαλα και εκβράσματα, όσοι είχον στόμαχον δια να τρώγωσι και λάρυγγα δια να πίνωσιν, αδιαφορούντες περί της ποιότητος την οποία μάλιστα δεν διέκρινον εν μέσω των στροβίλων ους εσχημάτιζον καπνός, αναθυμιάσεις, μέθη και όργια.
Αλλά το μεγαλύτερο ζήτημα είναι αυτό:
Η πελάτις βουλή ποίον θα προτιμήσει αύριον;
Το μαγειρείον των κ.κ. Ζαίμη και Τρικούπη ή την Καργκόταν του Κουμουνδούρου;


ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΛΑΟΝ ΚΑΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ
………………………………………………………………………………………
Λαός είναι οι λεγόμενοι επιτήδειοι, οι υπάλληλοι, οι βουλευταί, οι κομματάρχαι των επαρχιών, οι υπότροφοι, το συγγενολόγιον, αι δούλαι ,αι μετρέσαι οι ανεψιοί σύζυγοι που διορίσουσιν προξένους και δασκάλους, τα μωρά, τα οποία διορίζουν κλητήρας, οι συνταξιούχοι, όλοι οι  εγγύθεν ή πόρωθεν έχοντες σχέσιν με το Κεντρικόν ταμείον. Όλοι οι έχοντες μέλλον ενταλματικόν, οι αυλικοί, οι φίλοι των αυλικών, οι δημοσιογράφοι οι πωλούντες  τα φύλλα των 10 δραχμάς εις τους ιδιώτας και 30 εις τα δημόσια γραφεία, οι Μπένσαι, οι σκαλίζοντες δια της μύτης την δίκην πτύων να ανεύρωσιν εγκλήματα, τα οποία εξαργυρούσιν έπειτα εις ευνοίας, όλοι τέλος οι οικονομημένοι σπό το δημόσιον, οι πλουτίζοντες σπό εθνικάς γαίας, οι μεταβάλλοντες την εφεδρείαν εις εμπόριον,, το πέτσωμα εις βιομηχανίαν, οι σύντροφοι του λαθρεμπορίου, οι θερμασταί της φυγοδικίας, όλαι αυταί αι έντιμοι συντεχνίαι, οι προμηθευταί, οι προμηθευταί, οι διοικούντες, οι έμποροι της φιλογενείας, οι  corporations όπως λίαν ευφυώς αγραμμάτως ωνομάσθηκαν οι σύλλογοι υπό του κυρίου Θ. Δελιγιάννη, αυτοί εισί λαός.
……………………………………………………………………………….
Ο λαός ο αληθής, εις ον δεν φθάνουν αι μετοχαί ανωνύμου εταιρείας, είναι απλούς θεατής των ερώτων του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Διασκεδάζει με τας πατινάδας εκείνου και τας ερωτικάς διαχύσεις……Πληρώνει όμως και τα μεν και τα δε. Πληρώνει το ενοίκιον του παραδείσου, του οποίου είναι ιδιοκτήτης.
Πότε θα επιγράψει την φοβεράν επί παραδείσου λέξιν ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ;
Τη ημέρα και μόνον εκείνη θα γίνει λαός.Τώρα είναι ΒΟΥΣ

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
Συ που παιδί μου λέγουσουν
Και μ’ έκραζες μητέρα
Πως από τέκνον της βουλής
Εβγήκες τέτοια λέρα;
Καλύτερα να έκανα
Κλωσταίς ένα κουβάρι
Να ράβω, παρά πώκανα
Εσένα κατεργάρη!
Εγώ που σε ανέθρεψα
Που σούδωσα το γάλα
Κ’ ετραβηξα στην τσέπη σου
Πετσώματα μεγάλα που τη σημαία σούδωσα
Με πίστη και αγάπη
Και την εδέχθηκα λερή
Ωσαν βρωμοτσουράπι
Σε καταριουμ’ αχ’αριστε
Να μην ιδείς χαΐρι,
Νύχτα να φύγεις από δω
Με μαύρο τραχαντήρι,
Να βάλειςκάλπαις κι΄απ΄αυτές
Δαντών να ξεφυτρώσουν,
Μαράτοι, Ροβεσπιέρηδες
Που να σε ξεθεώσουν!
Όπου κ’ αν πας κι’ όπου σταθείς,
Φωτιά να μην σου δίνουν,
Ούτε ψωμί ούτε νερό τη δίψα σου να σβύνουν
Και πρώτη ΄γώ πετρέλαιο
Στα στήθια σου να χύσω,
Ή μέσα στην Καστέλλα σου
Μονάχο να σε χτίσω,
Σαν Παυσανία πώβγαλες
Στον φόρο την Ελλάδα και την κατάντησες ξερή
Του Φαραώ γελάδα
ΡΑΜΠΑΓΑΣ , ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣΑΤΥΡΙΚΗ,ΕΤΟΣ Α ,ΑΡΙΘΜΟΣ 99,ΠΕΜΠΤΗ 19 ΙΟΥΛΙΟΥ 1879

Δεν υπάρχουν σχόλια: