Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΑΛΑΜΑΤΑ ΣΤΑ 1935



Αυτοψία σε επαρχιακό σκυλάδικο του 1935, παρέα με τη Τασίτσα και την Μαρίκα. Μαζί τους και μια «Ουγγαρίς με πλούσια ξανθά οξυζενέ μαλλιά»
                                             Το κείμενο έχει γραφτεί από το δημοσιογράφο και σπουδαίο θεατρικό συγγραφέα Αλέκο Λιδωρίκη, μετά από μια περιοδεία του στην επαρχία. Οι εικόνες του νυχτερινού κέντρου είναι από την Καλαμάτα. Το κείμενο εντόπισε ο Θωμάς Σιταράς στην εφημερίδα «Ακρόπολις» του 1935.
  Η Τασίτσα
Κάθομαι απέναντι από την Τασίτσα. Ύψος… κακούργο, στόμα, που σού επιφυλάσσει όλα τα φιλοφρονήματα της γης (…)
-Από πού είσθε δεσποινίς Τασίτσα;…
-…….
-Με συγχωρείτε, ερωτώ από πού είσθε;…
-Περικαλώ;…
-Έκανα μίαν ερώτησιν…
-Ληξίαρχος είσαι, κύριε… φάβα;…
-Παρντόν, δεν εννοούσα…
-Παρντόν να γίνης και με το παρντόν να σε ξεβγάλουνε!…
Κατόπιν τούτου και ο πιο σκληρόκαρδος να είσαι, μπορείς να μην… ερωτευθείς;
Μπορείς να μη δικαιολογήσεις τα τόσα θύματα της γοητευτικής Τασίτσας, που την δαγκάνουν με τα μάτια, την πυρπολούν, πεθαίνουν για μια ώρα στο κρεββάτι της;
Και η Μαρίκα, άλλο του καφωδείου άνθος… Τι ονειρώδης ύπαρξις είνε αυτή;… Απέναντί της ένα συμπαθητικό μεθυσμενάκι, Καλαμιωτάκι ερωτευμένο, της σιγοτραγουδάει το πάθος του:
«Αυτός είνε ο έρως… Άχ!… γεννιέται με μια ματιά…».
Αλλά αυτή η άσπλαχνη(…)
-Μωρ’ δεν αφήνεις τα σιρόπια να παραγγείλης καμμιά μπύρα;.. Στέγνωσε η γλώσσα μου, τραμπάκουλο… έ, τραμπάκουλο!…
Αθάνατη επαρχία! Σε χάρηκα και πάλι μια βραδυά… Τι μπάζα πιάνουν μπρός στα καφφωδεία σου όλες η «Φέμινες» των Αθηνών!…».
«Βράδυ της Υπαπαντής στο καφωδείον του Μπελαούρη. Είναι η «Φέμινα» της Καλαμάτας (…)
Το κέντρον είνε υπερπλήρες, ένεκα οι… ανύπαντροι προσκυνηταί, που καταστάλαξαν εκεί μετά την λιτανεία και τα σταυροκοπήματα. Και οι πεταλούδες των φτηνών ερώτων έχουν μεγάλη ζήτηση. Πράγματα ντόπια όλες. Εκτός μιας και μόνης, που ισχυρίζεται ότι είναι Ουγγαρίς, που έχει πλούσια ξανθά-οξυζενέ μαλλιά και που έχει και πέραση, ως φρούτο ξενικό.
Κάποιος –προσκυνητής κι’ αυτός απ’ τη Θουρία- της εξηγεί τον έρωτά του.
-Μουά, δηλαδή, ζε βέ χορέψ, πάρσκε ζέ… πως το λένε ρε… – ζε αγαπώ, δηλαδή…
-Του μ’ αίμ…
-Έτσι γεια σου κυρά μου… Του μ’ αίμ, το βρήκες!…
Από τα σκαλοπάτια της εισόδου κατρακυλάει ένας γεροντάκος, φέσι στο μεθύσι. Και προσφωνεί την πελατείαν με διάφορους σταυρούς και Παναγίες! Στο τέλος πέφτει σ’ ένα κάθισμα κι’ αρχίζει κλέφτικο τραγούδι:
Ωώχ… ωχωχωχωχ!… Με κάψανε τα … χώωωχ… χουχ!…
Αλλά ένα από τα γκαρσόνια επεμβαίνει, τον διακόπτει και του υποδεικνύει να κυττάξη κάποια πινακίδα, που βρίσκεται σε μια γωνιά του κέντρου.
-Δεν ξέρω γράμματα, ρε μύγα… Τι λέη;
-«Απαγορεύονται ρεμπέτικα και οι ελληνικοί χοροί!»
-Και τι επιτρέπεται ρέ βλάμη;…
-Οι ογρωπαϊκοί…
-Άη να κοιμηθής!
Το επεισόδιον είναι επί θύραις! Αλλά δύο χωροφύλακες, μόνιμος καθημερινή φρουρά του κέντρου και διαρκής περιπολία εις την αίθουσάν του, βάζουν τελεία και παύλα.
Ρωτώ:
-Οι χωροφύλακες τι κάνουν εδώ μέσα;…
-Σωματική έρευνα!…
Πολύ συχνά η πελατεία αφοπλίζεται και μένει μόνο ο λεβέντης Μπελαούρης για να τραβάη ένα δυό βόλια στον αέρα…









Δεν υπάρχουν σχόλια: