Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Πέτρα και Ξίφος, Κάστρα και Ιππότες στο Μοριά.Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας». Του Μιλτιάδη Τσαπόγα

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΛΥΡΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ*
Συγχαρητήρια στο Μιλτιάδη Τσαπόγα για την έκδοση του βιβλίου με Τίτλο:
Πέτρα και Ξίφος, Κάστρα και Ιππότες στο Μοριά.
 Έχει ανέκδοτο υλικό για τα πολλά άγνωστα  κάστρα  της Πελοποννήσου και ο αναγνώστης θα βρει αρκετά ενδιαφέρον το βιβλίο. Είναι 390 σελίδες, και έχει κάνει επιτόπια έρευνα- μελέτη-καταγραφή-φωτογράφιση, διαθέτοντας αρκετές εργατοώρες και μάλιστα κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες.
Μιλτιάδη εύχομαι καλές πωλήσεις και νάσαι δυνατός να ολοκληρώσεις  το έργο που έχεις αρχίσει.



TO EΞΩΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ 
 
ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Ο ΜΕΣΣΑΙΩΝΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΣΤΡΩΝ
Ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ



Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

*Έχω  στην ιστοσελίδα μου  

για όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα
 2 αναρτήσεις με τίτλο:
1. Η Φραγκοκρατία στη Μεσσηνία 16-12-2011 και
2.Τα κάστρα της Μεσσηνίας.

Αναρτώ ένα μέρος  του βιβλίου του  για το 
κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας», το οποίο επισκεφθήκαμε μαζί.
ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΑΓΝΩΣΤΗ ΗΛΕΙΑ
Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» και ο φραγκοβυζαντινός ναός του Αγίου Νικολάου παρά το χωριό της Τρυπητής Ηλείας, μες από ένα απόσπασμα από το επερχόμενο έργο του περιηγητή των μεσαιωνικών Μιλτιάδη Τσαπόγα με θέμα τη Μεσαιωνική Πελοπόννησο
Στις 4 Ιουλίου το 2014, ημέρα Παρασκευή με το Μιλτιάδη Τσαπόγα, τη μητέρα του Βίκυ ,(με καταγωγή από το χωριό Δούκα Ηλείας) και τη γυναίκα μου Καίτη, κάναμε ένα οδοιπορικό στην Ηλεία.   Ξεκινήσαμε πρωί από Βαλύρα κάνοντας τη διαδρομή Καλό Νερό- Κρέστενα - Τρυπητή-Άσπρα  Σπίτια - Φράγκικη Εκκλησία - Αρχαία Ολυμπία - Λάλα - Φλόκα - Φράγμα Πηνειού - Μακρύσια  - Κρέστενα - Καγιάφα-Κυπαρισσία - Βαλύρα.
 Η τοπική ιστορία της άγνωστης Ίσοβας, για πολλούς, γίνεται γνωστή με την ανάρτηση αυτή και εύχομαι στο Μιλτιάδη να συνεχίζει τις εξευρευνήσεις του και καλή επιτυχία , στην έκδοση του βιβλίου του.
Από τα ημιορεινά της Ηλείας και τα μέρη του Χελιδονιού, οδεύοντας πλέον προς τους έσχατους προορισμούς του ταξιδιού ετούτου στον τόπο της Ηλείας, έβαλα ρότα προς την περιοχή της Πισάτιδος κι ύστερα για τ’ ανατολικότερα, ακολουθώντας κατά μήκος τον αείρευστο και βαθυδίνη μεγαλοπόταμο τ’ Αλφειού. Απομακρυνόμενος από κείνον, πέρασα μες από τους συνοικισμούς Λούβρο κι Άσπρα Σπίτια, κι ύστερα ξαναβρήκα προς το νότο το Ρουφιά κι αφού επέρασα αντίπερα, τράβηξα κατά το χωριό της Τρυπητής. Σε λίγην ώρα, άρχισαν να φανερώνονται ένα-ένα διασκορπισμένα σε μια καρπογένεθλη κοιλάδα άνωθεν των βορινών ορίων της Τρυπητής, τα λιγοστά νοικοκυριά ενός μικρότατου οικισμού που καλείται Λεκάνη. Αναμεταξύ των νοικοκυριών αυτών και εν τω μέσω μιάς χορτοβριθούς κι ολόχαρης άπλωσης, φανερωθήκανε θεσπέσια στο ηλιοστόλισμά τους, τα μελαγχολικά πετρένια ρημάδια δυό μεσαιωνικών γοτθικών οικοδομημάτων. Το ‘να απ’ αυτά, το μεγαλοπρεπέστερο, ήταν το παλαιένδοξο κιστερκιανό μοναστήρι της Παναγιάς της Ίσοβας ενώ τ’ άλλο, λίγα μόλις μέτρα πιο νότια, μια μικρή εκκλησιά, που οι ιππότες του Μοριά την είχανε από κείνους τους καιρούς αφιερωμένη στον Άη Νικόλα.
Αφού σίμωσα κοντινά στα γοτθικά ρημάδια, πάτησα στα πόδια μου και κινήθηκα πρώτα κατά την Παναγιά. Τούτην οι Φράγκοι ιππότες και προσκυνητές, συνήθιζαν να την καλούνε στη γλώσσα τους «Notre Dame», που σήμαινε «Η Παναγιά μας». Ήταν ένα συνήθειό τους, που μας φέρνει κατά νου τη μεγαλότεχνη εκκλησιά των Παρισίων, την οποία ο μεγάλος λογοτέχνης Βίκτωρας Ουγκώ έκανε άλλοτε με την πένα του διάσημη απ’ άκρη σ’ άκρη στον κόσμο της δύσης. Εντούτοις όμως, θα πρέπει να πούμε πως ομοίως με αυτές τις δυό, καλούσανε οι Φράγκοι (και συνεχίζουν να καλούν) πληθώρα εκκλησιές τις οποίες αφιέρωναν κι αφιερώνουν στην Παρθένο Μαρία.
Η οικοδόμηση της δικιάς μας «Notre Dame», τοποθετείται κάπου στο Α’ μισό του 13ου αιώνος, ενώ υπεύθυνοι γι’ αυτή τη δημιουργία, ήσαν (ως είπαμε) οι Κιστέρκιοι καλογέροι του Κλαιρβώ. Τούτοι, δεν διάλεγαν ποτέ τυχαίως θέσεις για τα μοναστήρια τους, αλλά αντιθέτως επέλεγαν πάντοτε τοποθεσίες απομεμακρυσμένες και κοντινές σε ποταμούς ή λίμνες. Κατά τον ίδιο τρόπο, και τη «δικιά μας» Notre Dame, αποφασίσανε να την υψώσουν κοντινά στον ιερότερο των ποταμών της χερσονήσου, τον Αλφειό.
Για την τεκτόνευση του μοναστηριού, οι Κιστέρκιοι λέγεται πως έφεραν μαστρολόι από τη Φραγκιά. Οι κατευθύνσεις δε, τις οποίες είχε λάβει ο τεκτονάρχης του έργου από τον Αβά, ήσαν αυστηρές και συγκεκριμένες: Μολονότι το πρότυπο του αρχιτεκτονικού ρυθμού του οικοδομήματος θα ήταν μοιραία -ένεκα της μοδός της εποχής στη Φραγκιά- το γοτθικό, οι γραμμές του θα έπρεπε να υποστηρίζουν μ’ έναν τρόπο τα πνευματικά ιδανικά του τάγματος, τα οποία επέβαλαν την ανυπεροψία και την πενία. Ως εξής, τα παραθύρια θα ήσαν αφενός οξυκόρυφα αλλά σε καμιά περίπτωση δεν θα μακραίναν υπερβολικά κατά τον ουρανό, ενώ και όλος ο σχεδιασμός του οικοδομήματος θα έπρεπε ομοίως με αυτά να είναι ορθολογικός.
Εδώ είναι χρήσιμο να πούμε ότι, οι ίδιοι αυτοί κανόνες της αρχιτεκτονικής καθώς και της έλλειψης πολυτέλειας όσον αφορά το γλυπτό διάκοσμο των κιστερκιανών οικοδομημάτων (ακόμη και την επίπλωση), επιβάλλονταν  αυστηρώς σε κάθε κιστερκιανό ναό και μοναστήρι, ενώ είχαν ως πηγή προελεύσεώς τους, τις ηθικές διδαχές του ιδρυτού του τάγματος Αγίου Βερνάδου του Κλαιρβώ. Όμως, περί τα 1263 ή 1264, μερικά χρόνια δηλαδή κατόπιν από την κτίση της, η θαμαστή ιερότευκτη κατοικία της «Notre Dame» του Μοριά, θα ερημωνόταν πρόωρα καθώς μια νυχτιά μέσα θα πυρπολούταν ολοσχερώς από μιάν ανόσια μισθοφορική ομάδα Τουρκομάνων ιππέων.
Μπαίνοντας από τη νοτινή εμπασιά του μοναστηριού, θαύμασα στο μεσημβρινό τειχί το όμορφο σχέδιο μιας περίτεχνης γοτθικής κόγχης (σημ. Ένα παρόμοιο αλλά λιγότερο εντυπωσιακό γλυπτό σχέδιο που έχει παρθεί από τον χώρο, κοσμεί την παλαιότερη βρύση της περιοχής που τη συναντάς κοντά στο δρόμο για την Τρυπητή), κι ύστερα κοντοζύγωσα δεξιότερα σε μιάν ερείπια πολυγωνιαία αίθουσα με ωραίες μισόρθιες κολώνες σε καθεμιά της γωνιά, η οποία πρέπει να χρησίμευε ως παρεκκλήσι. Αφού πέρασα λίγην ώρα κει, έβαλα και προχώρησα προς την αντίθετη κατεύθυνση μπαίνοντας μες’ το κυρίως χτίσμα, όπου κάθισα μεταξύ των πολυήσυχων γοτθικών τειχιών κατάχαμα, για να τηράξω για μερικές στιγμές τον ουρανό της δύσης, μες’ από το παντεύμορφο μυτερό παραθύρι της οξυκόρυφης «κορνίζας» της στέγης του μοναστηριού. Και μολονότι κανείς φραγκοκαλόγερος δεν βρισκόταν εκεί γύρω για να βαστάει συντροφιά με τις γλυκές του ψαλμουδιές στα μελαγχολικά χαλάσματα, η ψυχή μου είχε αγαλλιάσει τόσο, που δε μ’ άφηνε διόλου ν’ αποτραβήξω την προσοχή μου από το μακρόστενο γοτθικό παραθύρι και τα πίσωθέν του ουρανοπόρα μορφάζοντα νέφελα, μα σαν αναθυμήθηκα τα τόσα ρημοκάστελλα που είχα να περιηγηθώ στην τελευταία αυτή του ταξιδιού ημέρα, γύρισα πίσω στο εδώ, κι αφού σηκώθηκα στα πόδια μου, κίνησα σιγά σιγά προς τη μεριά μιας εξόδου του βορριά.    
Περνώντας απ’ τη βορινή αυτή πόρτα, που άλλοτε λέγεται πως έβγανε στον αυλόγυρο του μοναστηριού, έφερα ένα γύρο σωστό τα «Παλάτια» (σημ. Ή ονομασία «Παλάτια» έχει δοθεί από παλιά, μα άγνωστο ακριβώς από πότε στο ερειπωμένο αυτό μοναστηριακό συγκρότημα από τους ντόπιους), κι ύστερα έπιασα να περπατώ κατά το έτερο κοντινό γοτθικό ερείπωμα, τον Άη Νικόλα.
Τούτο το κλησσιδάκι, ειν’ άγνωστο ολότελα σε ποιόν αιώνα υψώθηκε, ομοίως κι από ποιόν άνθρωπο. Ίσως βέβαια να θεμελιώθηκε ως και διάφορα άλλα της εποχής του, από κάποιο φραγκοκαλογερίστικο τάγμα, μα κι αυτή δεν είναι παρά μιά απλή εικασία. Σήμερα από την εκκλησιά αυτή στέκεται ορθό σχεδόν μόνο το ιερό της, ενώ δεν απέχει παρά μερικά μέτρα από την Παναγιά. Επίσης, είναι τεκτονευμένη ως και κείνη σύμφωνα με τους κανόνες της γοτθικής αρχιτεκτονικής (σημ. Όπως διαβάζουμε στο κλασικό έργο του Ρόμπερτ Φυρνώ-Τζόρνταν για την ιστορία της αρχιτεκτονικής τα τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά της Γοτθικής αρχιτεκτονικής ήσαν: το οξυκόρυφο τόξο, η επίστεγη ή μετέωρη αντηρίδα, η νεύρωση ή βεργίο του θόλου, και οι ραβδώσεις),  για τούτο και πολλοί που τη μελέτησαν φαίνεται πως τη λογαριάζουνε για παρεκκλήσι της Παναγιάς. Μολαταύτα, ανατρέχοντας σ’ ένα παλιό πόνημα του σπουδαίου ακαδημαϊκού Νικολάου Μουτσόπουλου (σημ. Φράγκικες εκκλησίες στην Ελλάδα, Τεχν. Χρονικα, 1960) ερχόμαστε σε γνωριμία με μια περσσότερο πολύπλοκη θεώρηση, καθώς κατά την εκτίμηση του ανωτέρω: «Ο Άγιος Νικόλαος παρουσιάζει ένα ανακάτεμα γοτθικών και βυζαντινών μορφών. Ιδιαίτερα στην εξωτερική τοιχοποιία συναντάμε ψημένα βυζαντινά τούβλα που μαρτυρούν βυζαντινή τεχνική. Τα οξυκόρυφα τόξα, η δεξαμενή (Piscine), η έλλειψη εικονοστασίου και τα κυμάτια είναι γοτθικά».
ΦΩΤΟ ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΤΣΑΠΟΓΑ 4-7-2014
Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
ΦΩΤΟ ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΛΥΡΑ 4-7-2914
 Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
 Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
 Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
 Η ΠΑΛΙΑ ΒΡΥΣΗ,ΚΟΝΤΑ  ΣΤΗΝ ΙΣΟΒΑ
  Η ΠΑΛΙΑ ΒΡΥΣΗ, ΚΟΝΤΑ  ΣΤΗΝ ΙΣΟΒΑ
 Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
 Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
 Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
 Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
 Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 
 Το κιστερκιανό μοναστήρι της «Παναγιάς της Ίσοβας» 

Δεν υπάρχουν σχόλια: