Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΧΩΡΙΟ

Το χωριό μου βρίσκεται στα ριζά του βουνού και καρσί απέναντι ο κάμπος.
Είναι τρυγητής και ήρθε ο μπάρμπας μ΄’ από τ’ απέναντι χωριό να μας βοηθήσει και κουβάλησε μαζί τα πέντε ξαδέρφια μου και τη θειάμ.
Κοιμηθήκαμε. Το βράδυ ένας χουρχουλιός δεν μας άφηνε να κοιμηθούμε αλλά μόλις έσκασε η Αλετροπόδα σηκωθήκαμε ούλοι και χωρίς να ξετσιμπλιαστούμε κινήσαμε για τις δουλειές. Βάλαμε στην πηνιάτα μια ρέγγα με ελιές και στο βυκί κρασί και κινήσαμε.
Ούλοι πήγαν για τον τρύγο και μόνο εγώ με τον Κωστάκη και τη Φανή πήγαμε σιαπάνου κατά το διάσελο να μαζέψουμε μαραγκούλες. Τα μπρίσκαλα τα αφήναμε. Γεμίζαμε τις ποδιές μας και τις ρίχναμε στις πουργίτσες και μετά τις ρίχναμε στα πούργια που ήταν πάνου στο βασταγούρι δεμένα από τα κολιτσάκια με φορτσάτο και τριχιά. Είχαμε όμως αφήσει το βασταγούρι ξεϊγγλοτο και χωρίς καπιστράνα και μας τα αναποδογύρισε. Δεν πειράζει όμως, τα ξαναμαζέψαμε. 

Αφού τελειώσαμε το μάζεμα τις πήγαμε στ 'αλώνι και τις απλώσαμε στα καλαμωτά και το βράδυ πρέπει να τις κάνουμε κωλοτούμπα να λιαστούν και από την 'αλλη μεργιά
Εκεί σταλώνι κάθεται ο παππούλης μας και κοιμάται πάνου στα κώτσαλα έχει βάλει κάτι λουμπούσια για προσκέφαλο και σκεπάζεται μ΄ενα μαύρο σάισμα.
Κάθε τόσο αμπολάει και κάτι δυνατές που αγριέυουν τα κοτόπουλα. Η βάβω, που φοράει την μπόλκα της ανάποδα και το φακιόλι της λίγο στραβά, λέει ότι από τα νιάτα του ήταν μεγάλος πορδαλάς. Δίπλα του έχει μια γκριτζάλα και ένα δεκριάνι για μικροδουλειές και να μαζεύει πότε το κοτσίρι γαι πότε τον ξερό βέλιουρα για τα ζα. ΄Οτι και να κάνει όμως γεμίζει τον τόπο με φλέσουρα και σαρίδια και η γιαγιά γεμίζει τον αέρα με βρισιές. Κάθε τόσο παίρνει τη σαρωματίνα και τα μαζεύει Η γιαγιά κάθεται σε έναν ντουράκο και ούλο γνέθει και έχει βάλει ένα μικρό μποτσίκι για σφοντύλι. Μερικές φορές αγκουσεύει, βγάζει τη μπόλκα ντώνει τα βρακοζώνια της, πετάει τα τσουράπια της και την παίρνει ο ύπνος με το κεφάλι γυρτό στον ώμο της και με το αστείο ροχαλητό της εμείς γελάμε. Όταν ξυπνήσει τσαγκλίζει τα μαλλιά της και μπαμπουλώνεται με το φακιόλι. Καμιά φορά μας λέει παραμύθια για νεράιδες για δράκους, για τα σμερδάκια που παραμονεύουν στις ποταμιές, μας λέει για τον χουρχουλιό που φέρνει φοβερά πράματα και εμείς τα ακούμε με φόβο αλλά και περιέργεια.
Την άλλη μέρα, έβαλε και έπλυνε τις φασκές και τα φωτίκια του μπέμπη που τον βάφτισαν Βασιλάκη, έφτιαξε ζυμάρι και έκανε τριφτάδια για το βραδινό.
Εγώ πήγα να μεριάσω ένα μικρό βαένι που πάνω του είχαν αφήσει μια καπιστράνα ,τα μιτάρια της γιαγιάς το χτένι και κάμποσα τρουμπούκια και από κάτω ήτανε μια μπρασκαφούτα μια οκά μεγάλη και την σκότωσα.
Μόλις δειλήνισε ήρθαν και οι άλλοι από τον τρύγο και μούπε η θειάμ΄να πάου να φέρω δυο μπλεζενιές από του κυρ Αντρέα να φάμε. Δεν έστειλε τη μεγάλη μου ξαδέρφη πούνε δεκαπέντε χρονώ γιατί λέει το πάει το γράμμα και φοβάται τον κυραντρέα πούνε και κομμάτι νόστιμος.
Δεν είχε όμως μπλεζενιές ο κυραντρέας και μούδωσε λίγα καστραπέτσια και λίγες ντομάτες που η μάνα μου τις έριξε στο γουρούνι γιατί ήτανε σάν μπόκαλα .΄Ετσι μαγέρεψε κάτι τσεκουρίτσες όψιμες που δεν κρατάνε όμως πείνα.
Η θειάμ έβαλε το λεβέτι και έπλενε τα σκουτιά και τις φασκιές του μπέμπη που τον είχε αφήσει στο μπεσίκι του και έβαλε τις φωνές στο Φώτη πούβγαλε το ζεμπερέκι και το κοπάναγε στον κορίτα που κόντευε να σπάσει.
Ξαφνικά βρώμισε ο τόπος. Ο Φώτης είχε σπάσει τον φόλο και ήτανε να φύγουμε από κει. Η θειά έβαλε να πλύνει τον τόπο με πρωτιό μη μολυνθεί κανένας και βγάλει κανα λουθουνάρι.
Μετά μας έστειλε πραδίπλα στο ποταμάκι να φέρουμε μερικά χειρόβολα σγουρτζέλια που αρέσουν στον παππού να τα μασουλάει Εγώ πήρα κάτι δόκανα που είχα μπάς και πιάσω τίποτε τζουμάκια Ο Αντρέας με ένα φλούπι στο χέρι έτρεχε ξυπόλυτος και ιδρωμένος και φοβάμαι ότι θα βγάλει λιθοπάτη. άσε που βήχει σαν χλαμπατσιάρης.
Εκεί στην αυλή ήταν το τσιγκέλι και το πήρε η θειά μου και πήγε για φραγκόσυκα κατά του Τόσκεσι δίπλα στο ποτάμι. Μας είπε να μην τα φάμε νηστικοί και στουμποκωλιάσουμε και μας τα βγάλουν με το ματικάπι.
Μέχρι να έρθει η ώρα για φαί, τα μεγάλα παιδιά πήγαμε να παίξουμε κλίτσικα, βασιλιά - ραβδά και αρμάδες. Στίσαμε το πίτσι , βάλαμε απάνου τον τόκο ,διαλέξαμε αρμάδες και παίξαμε.
Ο θείος Ηλίας, δανείστηκε τα χαράρια απο τον γείτονα και κουβάλησε το άχυρο που είχε μείνει στ’αλώνι από τον Αλωνάρη.
-Κουδουνάτη μέρα, δουλέψαμε νταλιάνικα είπε η θειά Χρυσούλα.
-Εγώ βλέπω το βράδυ να περάσει κανένας δρόλαπας και να μας τα πάρει ούλα από τα αλώνια , είπε η Ρουμπίνη.
-Σώπα καημένη και συ, δεν είδες που πήγε ο ήλιος ξαστεριά. ΄Ασε που φυσάει και καράγυαλης.
.
Κατά το βραδάκι έδιακε και ήρθε η τσιφιλιά της εκκλησιάς για να βγάλουμε μούστο να κάνουμε μουσταλευριά. Τον τσιμπιρδίκο της τσιφιλιάς πολύ τον χαζεύω όταν ανεβοκατεβαίνει.
Τον μούστο τον βάζουμε στο βαένι και το βουτσί που τα έχει φτιάξει ο παππούς μου με δόγες από κέδρο και μετά τα βουλώνουμε με ένα λουμπούσι από τις κούκλες
Ο Σεπτέμβρης και ο Μάης είναι μήνες που τα ζωντανά μας ζωηρεύουν. Όπως λέει η γιαγιά η γαιδουρίτσα μας ζητάει. Η γουρούνα μας γουβράει και η κατσίκα μας τελευταία μαρκαλιέται. ΄Ασε που οι κότες μας βατεύουνται κάθε μέρα. Μόνο η σκύλα μας δεν πηδιέται ακόμη αλλά που θα πάει θα πηδηχτεί και κείνη. Για την μεγάλη ξαδέρφη μου είπαμε . το πάει το γράμμα.
΄Αλλη μέρα θα σας πω περισσότερα για το χωριό και αν έχετε καμιά λέξη άγνωστη, να μου το πείτε.
Με αγάπη,
Ο Χωριάτης

Εξηγήσεις για το ΧΩΡΙΟ
το ΧΩΡΙΟ το έγραψα πριν μερικά χρόνια για τα παιδιά μου και τα ανήψια μου, έτσι για να παίξουμε. Το κείμενο δεν λέει σχεδόν τίποτα, αλλά προσπάθησα σε αυτό να εντάξω λέξεις του τόπου μας, που οι περισσότερες και εκεί έχουν λησμονηθεί από τους νεώτερους. Θα προσπαθήσω παρακάτω να σας εξηγήσω κάποιες λέξεις που μερικοί φίλοι μου, που δεν έχουν την ‘’ευτυχία΄΄ να είναι από τα μέρη μας, όπως και νέοι της περιοχής μας, δεν γνωρίζουν την σημασία τους.
1. φορτσάτο, λεπτή τριχιά σχεδόν χονδρός σπάγκος
1.κώτσαλα. Από το σιτάρι αυτά τα χονδρά, που δεν απομακρύνθηκαν από το στάχυ.
3. Βέλιουρας. Κοινότατο χόρτο και στην Αττική, το γνωρίζετε ‘ολοι. Το στάχυ του είναι δηλητηριώδες και για τα ζώα.
4.κοτσίρι. Φυτό σαν αγριομπίζελο τροφή για ζώα.
5.φλέσιουρα. Τα φύλλα τα ξερά όταν ξεγυμνώνουμε την κούκλα – καλαμπόκι.
6. ντουράκος, μικρό χτιστό κάθισμα
7, σμερδάκια. Κακοποιά πνεύματα που τις νύχτες επιτίθενται σε ανθρώπους και ζώα. Θεωρούσαν ότι ήταν τα πνεύματα μικρών παιδιών προερχομένων εκ κλεψιγαμίας και τα είχαν πνίξει οι μάνες τους και τα έθαψαν κρυφά. Τον νόθο μερικές φορές τον έλεγαν και σμερδό.( να ερευνήσεις περισσότερο γι αυτά όπου μπορείς. Ενδιαφέρον.)
8.χουρχουλιός. Νυχτοπούλι που προμηνύει πάντα κακά.
9.φωτίκια. Τα ρουχαλάκια που φοράει η νονά στο βαφτιστήρι.
10.τριφτάδια. Χειροποίητο ζυμαρικό που έμοιαζε λίγο με το κριθαράκι.
11, τρουμπούκι. Βέργα από ξύλο η καλάμι πάνω στο οποίο τύλιγαν το κουρέλι για τις κουρελούδες η και λινάρι για λιόπανα.
12 καστραπέτσι. Το αγγούρι
.13. τσεκουρίτσα. Όσπριο αλλά πλατύ. Μαγειρεύεται όπως τα φρέσκα φασολάκια. Έχουν στα χωριά μας.
14. μπεσίκι. Φορητή κούνια για μωρά. Δύο ξύλα 70 πόντων και ύφασμα.
15. κορίτας η κορίτος συνήθως πέτρινος η τσιμεντένιος. Μικρή σκάφη.
16. σγουρτζέλια. Υδρόβια φυτά με άρωμα σαν κάρδαμο με λίγο καυστική γεύση.
17. τζουμάκια. Πουλιά στο μέγεθος της τσίχλας. Κάπου διάβαζα ότι ανήκουν στα γερακοειδή, αλλά δεν θυμάμαι το πραγματικό τους όνομα.
18. λιθοπάτης. Φλεγμονή της φτέρνας που προερχόταν από χτυπήματα.
19. ματικάπι. Η αρίς , το αρίδι, το τρυπάνι.
20.χαράρια. Διάταξη ράβδων περίπου 1,5 μ με σχοινιά για την μεταφορά του άχυρου. Χωρούσαν μεγάλες ποσότητες.
21. νταλιάνικα. Σημαίνει δυνατά .προέρχεται από την λέξη νταλιάνης αλβανική; που θα πει ανδρείος.
22. τσιμπιρδίκος. Η σφήνα της τσιφιλιάς που κοντράρει για την πίεση.
23. γουβράει. Η οχεία της γουρούνας.
24. τσαγκλίζω. Χτενίζω πρόχειρα τα μαλλιά μου.
25.Αλετροπόδα. Η Πούλια
26. μαραγκούλες. Τα ώριμα σύκα.
27. μπρασκαφούτα. Μεγάλος βάτραχος, ο φρύνος. Το λένε και για βρισιά.
28. μπλεζενιά. Το καρπούζι.
29. ζεμπερέκι. Το πόμολο της πόρτας.
30. λουμπούσι. Αυτό που μένει όταν αφαιρέσουμε τον καρπό από το καλαμπόκι.
Δεν ξέρω πόσο σας ...φώτισα, αλλά είμαι στην διάθεσή σας για κάθε διευκρίνιση. 
Δημ. Πετρόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια: