Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2020

Πού ΄σαι ρε φούλη!!!!!*

                                     ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΛΥΡΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ

Στις 29-9-2020 έλαβα ηλεκτρονικά από το διευθυντή του 3ου  δημοτικού σχολείου Φιλιατρών Γιάννη Αλεξανδρόπουλο τις ξεχασμένες 1738 λέξεις που ήταν στην καθημερινή επικοινωνία των παιδικών μας χρόνων.

 Αξίζουν συγχαρητήρια σε όλους τους εμπλεκόμενους της εκπαιδευτικής κοινότητας γιατί τα παιδιά βγαίνουν μαθαίνοντας έξω από την τάξη, το χαίρονται και γίνονται σύντομα ενεργοί πολίτες.

Αναρτώ τα διάφορα κείμενα με τις ξεχασμένες λέξεις, που δημιούργησαν οι μαθητές,  και όποιος θέλει να μάθει περισσότερα είναι αναρτημένα στην ιστοσελίδα του σχολείου, ή μπορεί να επικοινωνήσει προσωπικά, τηλεφωνικά και ηλεκτρονικά με το διευθυντή του σχολείου .

Και πάλι τα συγχαρτηριά μου σε όλους που δημιούργησαν αυτό το καλαίσθητο πόνημα.

Πού ΄σαι ρε φούλη!!!!!*

Μια εργασία  των μαθητών της Δ΄τάξης  του 3ου Δημοτικού σχολείου Φιλιατρών, στο πλαίσιο του μαθήματος της Ευέλικτης Ζώνης με στόχο να συγκεντρωθούν                                

  οι παλιές φιλιατρινές λέξεις

*φούλης  Μια λέξη που προέρχεται από  το αδερφούλης και η οποία ακόμα χρησιμοποιείται στην περιοχή των Φιλιατρών . Η χρήση  της σημαίνει ένδειξη αδελφικής αγάπης.

Δυο λόγια από τον Διευθυντή του Σχολείου και υπεύθυνο για την εκπόνηση αυτού του προγράμματος.

Τα τελευταία πενήντα χρόνια οι αλλαγές που επήλθαν στην κοινωνία μας ήταν ραγδαίες. Αλλάξαμε ήθη κι έθιμα, συνήθειες, ρυθμούς ζωής. Χάθηκαν επαγγέλματα, άλλαξε τελείως η οικιακή μας οικονομία, σκούριασαν τα παλιά εργαλεία, άλλαξε ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τον χρόνο μας, ο τρόπος  που μιλάμε καθημερινά, που ντυνόμαστε, που εργαζόμαστε, που μετακινούμαστε ή που επικοινωνούμε μεταξύ μας. Ξεχάστηκε  και η γλώσσα. Αφήσαμε τις λέξεις, την ντοπιολαλιά μας, τις αντικαταστήσαμε με νέες, σύγχρονες, αλλά και ξένες. Εκμοντερνιστήκαμε !         

       Με αυτή την προσπάθεια που κάναμε  φέτος, είχαμε σκοπό να φωτίσουμε λίγο αυτό το κομμάτι  της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαμε πριν λίγα χρόνια. Στόχος μας ήταν να συγκεντρώσουμε ξεχασμένες λέξεις, να τις πούμε, να τις ακούσουμε, να μάθουμε τι σήμαιναν κι αν μπορούσαμε, αφουγκραζόμενοι τον ήχο τους και τη μουσικότητά τους, να φανταστούμε εικόνες από τα παλιά, στιγμές από τότε που οι άνθρωποι  έφτιαχναν μόνοι τους, τα σπίτια τους, τα ρούχα τους, τα τρόφιμά τους, τα εργαλεία τους.         Οι μαθητές της Δ΄ τάξης του 3ου Δημοτικού Σχολείου Φιλιατρών, στο πλαίσιο της Ευέλικτης Ζώνης, ήταν αποφασισμένοι να «βρουν χαμένους θησαυρούς» και να ανακαλύψουν λέξεις παίρνοντας τον ρόλο του ερευνητή. Μίλησαν με παππούδες και γιαγιάδες και κάθε εβδομάδα έφερναν «καινούριο υλικό». Καταγράφαμε τις λέξεις σε ειδικό τετράδιο, αφού πρώτα γράφαμε τις ερμηνείες τους στον πίνακα της τάξης. Σαν άσκηση έπρεπε να βάλουν τις νέες γι’ αυτούς λέξεις, σε προτάσεις της καθημερινότητάς τους. Έγραφαν και ιστορίες.

Επισκεφτήκαμε το ΚΑΠΗ της πόλης όπου οι γιαγιάδες το καταχάρηκαν. Θυμήθηκαν λέξεις και τα παιδιά έτρεχαν να τις καταγράψουν.  Μία από αυτές μάς έγραψε και μια ιστορία. Τα παιδιά ένιωθαν να συμμετέχουν σε ένα παιχνίδι  με μπρος πίσω τον χρόνο και μια σύνδεση του παρόντος με το παρελθόν. Κάποιοι μαθητές της τάξης από άλλες χώρες ανακάλυψαν λέξεις που τις λένε και  στην πατρίδα τους.  Είναι πολύ γοητευτικό να ακολουθείς αυτό το ταξίδι των λέξεων στον χρόνο, να μαθαίνεις πως τις λέξεις, για παράδειγμα, αγγειό ή τούμπι ή πυροστιά  που έλεγε η γιαγιά σου και συ σήμερα δεν τις γνωρίζεις, τις έλεγε και ο Όμηρος. Ή τις λέξεις καπίστρι, μπαντανία ή φούρκα, τις λένε σήμερα στην Αλβανία

Καλέσαμε επίσης και τον φιλιατρινό λογοτέχνη Κώστα Κόλλια- Ερανιώτη,  ο οποίος έγραψε για μας ιστορίες με υλικό αυτές τις λέξεις. Μας παρέσυρε κιόλας να γράψουμε κι εμείς. Τον ευχαριστούμε πολύ για όλα και κυρίως γιατί αγκάλιασε αυτή μας την πρωτοβουλία και επιμελήθηκε της έκδοσή της.

 Βγάλαμε τέλος και αφίσα τονίζοντας πως στο σχολείο μας, μεταξύ άλλων, ανακυκλώνουμε και παλιές λέξεις. Και ήταν αρκετοί αυτοί που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας. Αυτοί οι οποίοι μας συνάντησαν για να μας δώσουν ένα χαρτάκι με σημειωμένες λέξεις ή που μας τις έστειλαν στο σχολείο. Τους ευχαριστούμε πολύ. Όπως ευχαριστούμε και τις διάφορες «πηγές» μας απ’ όπου αντλήσαμε λέξεις. Το περιοδικό «Φιλιατρά», την εφημερίδα «Φιλιατρινές Ώρες», το βιβλίο του Στασινού Χρονόπουλου «η Μάλη», το ΚΑΠΗ Φιλιατρών, την κυρία Διονυσία Συρράκου, την κυρία Σταματούλα Στασινοπούλου, τον κύριο Ορέστη Κρεκούκια.

Φυσικά, δε θα παραλείψω να ευχαριστήσω και την Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου Τριφυλίας και προσωπικά τον Πρόεδρό της και Δήμαρχο κο Γεώργιο Λεβαντάκη για την ομόφωνη απόφαση να εκτυπωθεί αυτή η μικρή μας πολιτιστική εργασία και να μοιραστεί στους μαθητές των δημοτικών σχολείων της πόλης μας.

Συγκεντρώθηκαν τόσες λέξεις και οι μαθητές φτιάχνοντας προτάσεις, ιστοριούλες, ερωτηματολόγια και σταυρόλεξα έμαθαν να χρησιμοποιούν πολλές. Δεν είμαι σίγουρος αν θα μπουν στο καθημερινό τους λεξιλόγιο. Γι’ αυτό όμως που είμαι πεπεισμένος, είναι πως  έμαθαν ότι υπάρχει αυτός ο χαμένος θησαυρός και πλούτος της γλώσσας μας και πού ξέρεις, ίσως συνεχίζοντας να ψάχνουν, διατηρήσουν ζωντανή την ελπίδα της διάσωσης αυτού του μέρους της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και ταυτότητας.

Ο Διευθυντής του 3ου Δημοτικού Σχολείου Φιλιατρών

Γιάννης Αλεξανδρόπουλος

                   ΥΓ  Στείλτε μας στο email του σχολείου, mail@3dim-filiatr.mes.sch.gr όσες λέξεις θυμηθήκατε και δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτή την εργασία, προκειμένου να μπουν σε μια επόμενη έκδοση.

Διονυσία Συρράκου

Είμαι μια νόνα 80 χρονών και στην ηλικία σας ζούσα μια ζωή γεμάτη γέλια και χαρές σε μια γειτονιά γεμάτη από παιδιά γιατί η κάθε φαμίλια είχε 4-5 παιδιά. Η ρούγα μας είχε δίπατα σπίτια, το ένα κοντά στο άλλο. Στο ανώι καθόντουσαν οι άνθρωποι και στο κατώι είχαν τα ζα τους. Τα ζωντανά τους ήταν άλογα, γαϊδούρια, γίδες, όρνιθες και πετεινοί  με τα κόκκινα λειριά τους και τα πολύχρωμα φτερά τους. Οι πετεινοί ήταν και ρολόγια της γειτονιάς. Στο διπλανό σπίτι από το δικό μας καθόταν ο μπαρμπα Κομνηνός με τη γυναίκα του τη θεια Ντίνα. Ήταν άτεκνος. Ο μπάρμπα Κομνηνός είχε ένα βασταγό που το έλεγε Κωτσόρω. Την Κωτσόρω την είχε περί πολλού γιατί ήταν το σημερινό αυτοκίνητο. Όλες οι μετακινήσεις του και οι μεταφορές τις έκανε με την Κωτσόρω. Μια χρονιά, δεν θυμάμαι πλέον την χρονολογία, ήταν θεριστής και ο μπάρμπα Κομνηνός ήθελε να παστρέψει το παχνί της Κωτσόρως. Πήρε λοιπόν το βασταγό ασαμάρωτο και την τριχιά στο χέρι και τράβηξε για ένα χωράφι που ήταν λίγο πιο πέρα από τα Ματακαίικα να δέσει τη Κωτσόρω να βοσκήσει και να του δοθεί το τράτο να καθαρίσει τον αχυρώνα. Αφού την έδεσε γύρισε στο σπίτι του. Την άλλη μέρα ο μπάρμπα Κομνηνός πήρε τον σίγλο και την μπικιόνα γεμάτα νερό και πήγε να ποτίσει το ζωντανό, αλλά  ζωντανό δεν βρήκε. Το γαϊδούρι είχε κόψει την τριχιά και είχε πάρει τα πλατιά του. Έψαξε εκεί γύρω αλλά δεν την βρήκε πουθενά. Γύρισε απελπισμένος στο σπίτι. Τι να κάνει λοιπόν, πήγε και βρήκε τον ντελάλη. Ντελάλης τότε ήταν ο Σαράντος, ένας άντρας με βροντερή φωνή που έβγαινε στο παζάρι και διαλαλούσε αυτά που ζητούσε ο κάθε ένας. Αυτό γινόταν στο παζάρι-αγορά στον σημερινό πεζόδρομο. Εκεί ήταν όλα τα μαγαζιά Από μπακάλικα, οπωροπωλεία, καφενέδες, ταβέρνες, ραφεία, χασάπικα, κουρεία, τσαγκάρικα, κι εκεί φώναζε ο ντελάλης τις παραγγελίες. Βγήκε λοιπόν το βράδυ και φώναξε δυνατά για τον χαμό της Κωτσόρως, λέγοντας ότι όποιος τη βρει, θα πάρει και τα βρετικά του. Την άλλη μέρα το πρωί την έφερε στο σπίτι του Κομνηνού ο μπαρμπα-Ντίνης που την είχε βρει στο μποστάνι του. Ο μπαρμπα Κομνηνός χάρηκε για την επιστροφή της Κωτσόρως, πλήρωσε τα βρετικά στον μπαρμπα-Ντίνη, αλλά πλήρωσε και τη ζημιά που είχε κάνει στο μποστάνι του.

Την ιστορία αυτή την έγραψε η γιαγιά Διονυσία Συρράκου για τα παιδιά του 3ου Δημοτικού σχολείου Φιλιατρών. Φιλιατρά 12ος 2019

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΠΑΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

1.Μια μέρα η γιαγιά μου μαγείρεψε μέσα στον νταβά ένα πετεινάρι. Το είχε βγάλει από τον φούρνο και το έβαλε πάνω στον πάγκο να κρυώσει. Ήταν όμως ανοιχτή η εξώπορτα και ένα κατσούλι μπήκε κι έφαγε το φαγητό. Μόλις το πήρε χαμπάρι η γιαγιά, άρχισε να σκούζει και να λέει «φύγε από δω συφοριασμένο» και το γατί πιλάλησε στον αγρό.

2.Μου λέει η μαμά μου  «Πάρε ένα κοντύλι  και μια πλάκα και γράψε τι θα πάρουμε στο κουνενέ. Ποιο κουνενέ μαμά; Ξέχασες τη σειριά σου ; Της θείας σου της Μαρίας το μωρό.

3.Η μαμά Κώσταινα κάθε Κυριακή μετά την εκκλησία έκανε γενική καθαριότητα στο σπίτι. Άνοιγε όλα τα παράθυρα του σπιτιού τέντα και γύριζε τις καρέκλες τουρνόκωλα πάνω στο τραπέζι. Άρχιζε να χουγιάζει τον Κώστα αν μπλεκόταν στα πόδια της. Έβαζε και το λεβέτι γεμάτο φαΐ. Θα ερχόσαντε οι κουμπάροι από τη δώθε ρούγα. Έπιανε τη σαρωματίνα και σάρωνε όλα τα σκουπίδια του σπιτιού. Απ’ τη πολλή δουλειά και το τραπέζωμα το βράδυ ήταν κούρβουλο, έλεγε, και ένιωθε σάψαλο.

4.Η γιαγιά Μαριώ από την πάνω ρούγα πήγε να μαζέψει απίδια και να τα βάλει στο κοφίνι. Από ψες είχε ανάψει το παραγώνι και έβραζε τα λόπια. Αφού απόκαμε με το μάζεμα, γύρισε στο σπίτι και γέμισε τη βίκα με νερό. Έφτασε το σούρουπο και ήρθε ο γιος της ο Δημητρός. Κάτσανε παρέα, κόψανε μια αγκωνή και φάγανε τα λόπια.

5.Ψες μπονόρα, η μαμά μου μαγείρευε με το τσουκάλι στη φωτιά. Μετά μάζεψε με τη μασά τη στάχτη. Ο πατέρας μου ήταν στη δουλειά. Εμείς τον περιμέναμε να φάμε όλοι μαζί κασταβέτσι. Ο μπαμπάς μου μίλαγε με τον φούλη. Μέχρι να έρθει είχε πάει βράδυ κι εμείς κοιμηθήκαμε. Το βράδυ ξύπνησα από την ατούρα και τον είδα να μπαίνει μέσα στο κονάκι. Ύστερα ο μπαμπάς μου μου λέει «πήγαινε να κοιμηθείς με την κουτσούνα σου». Αργότερα τα ζα έσκουζαν οπότε δεν κοιμήθηκα το βράδυ.

6.Μια μέρα μπονόρα πήγα στο κτήμα του παππού. Τα ζα ήταν αφηνιασμένα και τα χούγιαζε. Έκανε κρύο γι’ αυτό φόρεσα ένα σάισμα. Ήτανε πολύ χοντρό και με κράτησε ζεστό. Ο παππούς πήγε στο  κονάκι του και ρούγκλισε το καφέ του . Μετά πήγε στον απόπατο γιατί θα του έσπαγε η φούσκα. Μόλις τα ‘κανε γλίστρησε στο σαπούνι και έπεσε χάμου κι έκανε μιμί στο γκουργκούνι του. Πήγε για ύπνο και τότε είδε ένα κατσούλι με μια γουστέρα στο στόμα που χοροπηδούσε στην καριόλα του.

7.Η μαμά μου μου είπε ότι παλιότερα στα σχολεία οι δάσκαλοι είχαν μια βίτσα για να φοβερίζουν και να χτυπούν τους μαθητές που δεν έκαναν ησυχία.

Ο τίτλος αυτού του σύντομου σημειώματος ίσως δεν είναι απόλυτα δόκιμος. Εκτός αν θεωρήσουμε ότι η λησμονιά σημαίνει θάνατος. Οι μαθητές πάντως της Δ΄τάξης του 3ου Δημοτικού σχολείου Φιλιατρών, με την καθοδήγηση των δασκάλων τους, δεν άφησαν τις λέξεις στο θάνατο της λησμονιάς.

Γι’ αυτό και η συλλογή εκατοντάδων «λησμονημένων» λέξεων, που επιμελήθηκε ο Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, Διευθυντής του συγκεκριμένου σχολείου, δεν έχει τον χαρακτήρα ενός «νεκροταφείου λέξεων», αλλά ενός μπαξέ, που αναδίδει ένα άρωμα νοσταλγίας για τους παλιούς και πρόκληση για τους νέους.

Συναισθήματα, που τα βρίσκουμε αποτυπωμένα και στις μικρές ιστορίες, που έχουν ενταχτεί στις σελίδες αυτής της πρωτότυπης έκδοσης.

Είχα την ευκαιρία να βιώσω από κοντά το ενδιαφέρον των παιδιών γι’ αυτή τη διαδικασία, όταν με την προτροπή του διευθυντή και συνοδευόμενος από τον ίδιο και τη δασκάλα των μαθητών , την κα Μαρία Χατζή, βρέθηκα στην τάξη,(με συγκίνηση είναι αλήθεια, αφού υπήρξα μαθητής του ίδιου σχολείου και οι μνήμες αναβίωσαν.)Τους έδωσα λοιπόν ένα ερέθισμα, χρησιμοποιώντας μερικές λέξεις της φιλιατρινής ντοπιολαλιάς, και είδα πολλά χεράκια να σηκώνονται: «κύριε, κύριε….»

Δεν είναι η πρώτη φορά που το τρίτο Δημοτικό Σχολείο μάς εκπλήσσει ευχάριστα με τις δράσεις του, που αναπτύσσονται μέσα κι έξω από τις σχολικές αίθουσες, ενισχύοντας τη μαθησιακή διαδικασία και την κοινωνικοποίηση των μαθητών με τελευταία βέβαια κατάκτηση τη δημιουργία Παιδικής Βιβλιοθήκης  στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του σχολείου, στην οποία μάλιστα δώσανε τ’ όνομα του πρώτου Διευθυντή του Σχολείου, του αείμνηστου δασκάλου μου Μίμη Κωτσάκη.

Αξίζουν συγχαρητήρια στον Διευθυντή, στο σύνολο των Διδασκόντων και στον Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων κι ένα «μπράβο» στους μικρούς μαθητές.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΛΛΙΑΣ- Μαθητής του 3ου Δημοτικού σχολείου στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 

Η ΘΕΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ

Του Κώστα Ερανιώτη

-Αχ! Κάποτε σε καιρό ντάλα ράβδου τα λιοστάσια κελαηδούσαν. Σήμερα γρυλίζουν.- Έλεγε και ξανάλεγε η Θεια Γιαννούλα, η πρώτη λιοπανού του κάμπου. Δε λέου καλά ‘ναι  και τα «αλυσοπρίονα» και η ηλεκτρική ραβδιστήρα με την πεταλούδα στην κορυφή. Κάνουν τη δουλειά πιο εύκολη και πιο γλήγορη. Το καταλαβαίνω, δεν λωλάθηκα.

- Άστα τα λόγια Γιαννούλα την κατσάδιασε ο μπαρμπα Δημητράκης, τα’ αφεντικό, που ήταν κέρβερος. Και συ ρε Βάγγο, δεν έχεις ανάκαρο… ολόκληρη φούντα άφησες αράβδιστη.

- Μη σε πιάνει αγκούσα μπαρμπα Δημητράκη. Ας μείνει και κάτι να φάνε και τα κοτσύφια, πετάχτηκε η θεια Γιαννούλα που δεν χάριζε κάστανα. Η θεια Γιαννούλα εκτός από καλή λιοπανού, ήταν και χωρατατζού και μερακλού. Της άρεσε να λέει καλαμπούρια, αλλά και της άρεσε να τραγουδάει. Κι ήξερε όλους τους ρυθμούς των τραγουδιών, αλλά δεν θυμότανε ποτέ τα λόγια. Έτσι αρχίνιζε με ένα τραλαλα και μετά συνταίριαζε δικά της λόγια. Ανάλογα μάλιστα με την περίσταση. Έτσι και τώρα. Αφού μελέτησε τα κοτσύφια σκάρωσε αμέσως τα στιχάκια:

-Τριαλαλά τριαλαλά το κοτσύφι κελαηδά.

Τραγουδάει στα κλαδιά που’ χει φτιάξει τη φωλιά.

Είχε και ρεφρέν άσχετο:

 Κι η Κοντύλω η τσαχπίνα, μάζευε στον κάμπο κρίνα.

Κάθε φορά χρησιμοποιούσε το όνομα της γυναίκας που ήθελε να κογιονάρει και συνέχιζε

-Τριαλαλά τριαλαλά τι γλυκά που καλαηδά

 το κοτσύφι στην καρδιά

που’ χει στήσει εκεί φωλιά.

(Κι άλλαζε το ρεφρέν)

-Κι η Κοντύλω η καημένη με τα κρίνα στολισμένη.

Ο μπαρμπα Δημητράκης όμως ούτε με το τραγούδι μέρεψε και συνέχιζε να τα βάνει με τον Βάγγο για την αράβδιγη φούντα.

-         Άντε ρε Βάγγο, μπίτι άταρος είσαι.

Του πήρε μάλιστα τη δέμπλα κι άρχισε να ραβδίζει ο ίδιος αγκομαχώντας.

Κι η Θεια Γιαννούλα που είχε τσαγανό κι έφτιαχνε στίχους στο πι και φι , σκάρωσε στο άψε σβήσε το καινούριο της τραγούδι:

-Τριαλαλά τριαλαλά αγκομαχάει η ελιά.

Αγάντα δόλια μου καρδιά.

 Κι ακολουθούσε το ρεφρέν:

-Βαρύ χτυπάει το δεμπλάκι,

Γεια σου μπαρμπα Δημητράκη.

Τριαλαλά τριαλαλά χοροπηδάνε στα πανιά σαν κουρκουσέλι οι ελιές

Χαρά στις βεργολυγερές.

Και πάλι το ρεφρέν

Βαρύ χτυπάει το δεμπλάκι, γλέντα το μπαρμπα Δημητράκη.

Του μπαρμπα Δημητράκη όχι μόνο δεν του αρέσανε τα καμπαέτια της θεια Γιαννούλας, αλλά του ‘ρχότανε να βγάλει καρναβίτσιες. «Κουραφέξαλα» του ΄ρθε να φωνάξει.

Τι να κάνει όμως που κόντευε το σκόλασμα κι έμειναν κάποιες ελιές αράβδιγες;  Έτσι άρχισε το παρακαλετό:

-Ρε παιδιά να μείνουμε λίγο για να κιόσουμε. Πρώτη πετάχτηκε η θεια Γιαννούλα που ‘ χε μάθει να δουλεύει ήλιο με ήλιο

- Ας μην  κιοτέψουμε, είπε στους άλλους εργάτες. Άλλωστε κάτι αργιολόγια έχουνε μείνει. Κι έπεσε με τα μούτρα να στρώσει την επόμενη ελιά.

Καθώς ο ήλιος κόντευε να βασιλέψει κι ο Βάγγος σάκιαζε το τελευταίο τσουβάλι, η θεια Γιαννούλα , αν κι αποκαμωμένη, ζύγωσε τον μπαρμπα Δημητράκη να του δώσει τον αετό, σκαρώνοντας ένα ακόμη στιχάκι:

-Άντε μπαρμπα Δημητράκη,

γέλασε κι εσύ λιγάκι.

Πάρε τούτο το κλαράκι,

 κρέμασέ το στο πορτόνι

 να μας βρουν καινούριοι χρόνοι.

Τραλαλά τριαλαλά

Βοήθειά μας Παναγιά….

Κι ο μπαρμπα Δημητράκης επιτέλους  χαμογέλασε!......

ΜΑΘΕ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Του Κώστα Ερανιώτη

Ο κυρ Περικλής ήταν μεροκαματιάρης αγρότης, περιλάλητος στην αγροτιά για την αξιοσύνη του. Και γι’ αυτό ήταν περιζήτητος στις δουλειές που ήθελαν μαστοριά, όπως ήταν ο σκάλος στις σταφίδες και ο κλάρος και ο ψιλοκάθαρος στις ελιές. Είχε κι έναν μικρό κλήρο ο Κυρ Περικλής. Ένα περιβολάκι με ελιές και λίγα στρέμματα σταφίδα κι έτσι τα ‘φερνε βόλτα. Είχε όμως κι έναν καημό, που του  ’τρωγε τα σωθικά. Να μάθουν τα παιδιά του γράμματα. Ο ίδιος ήταν σχεδόν αγράμματος. Ξύλο απελέκητο, όπως έλεγε για τον εαυτό του. Λίγα κολλυβογράμματα πρόλαβε να μάθει και με αυτά μπορούσε να διαβάζει και να γράφει τσάτρα πάτρα. Τι να γράφει δηλαδή, κανα γράμμα πού και πού στα ξενιτεμένα αδέρφια του. Κι όλα τα γράμματα που έστελνε ξεκίναγαν με την ίδια φράση που την είχε αποστηθίσει: « Αγαπιτά μου αδέρφια, ιγίαν έχουμε, το αφτό ποθούμε και διιμάς….» Από ορθογραφία…. Άστα και φασκελωκουκούλωστα. Όλα τα «ι» τα έγραφε με γιώτα, όλα τα «ε» με έψιλο κι όλα τα «ο» με όμικρο. Κι από διφθόγγους….χαιρέτα μας τον πλάτανο. Αλλά και η γυναίκα του η κυρά Ασπασία…ίδια φάση. Η γραμματοσύνη της είχε μείνει στο «λα λα Λόλα» του Αναγνωστικού της Α΄ Δημοτικού εκείνου του καιρού.

Δεν ήταν η πολύφερνη νύφη η κυρά Ασπασία. Έγινε όμως καλή μάνα και καλή νοικοκυρά και δουλευταρού. Αφέντρα στο σπιτικό αλλά έκανε κι άλλες δουλειές, εξωτερικές. Έβοσκε τα μαρτίνια της, τα άρμεγε  έπηζε στη τσαντίλα μυτζήθρα που την πούλαγε στη γειτονιά. Καλλιεργούσε κι ένα μποστανάκι με ζαρζαβατικά. Κάποιες φορές δούλευε και μεροκάματο σε εποχιακές αγροτικές δουλειές. Στον ξέφυλλο, στο χαράκι , στον τρύγο, στον ράβδο. Έκανε έτσι το δικό της κομπόδεμα για να αγοράζει νήματα για τον αργαλειό της, χωρίς να βαραίνει τον οικογενειακό κορβανά. Καλόβολη γυναίκα η κυρά Ασπασία, αντίλογο δεν είχε με τον άντρα της. Μόνο καμιά φορά, που ο κυρ Περικλής γινόταν αφόρητα πιεστικός στον πρώτο τους γιο που δεν τα πήγαινε καλά στο σχολειό. Τότε έμπαινε στη μέση η κυρά Ασπασία για να μερέψει τα πράγματα και το ‘κανε με διπλωματία, χωρίς να φαίνεται ότι υποστηρίζει τον γιο της, αλλά δείχνοντας ότι νοιάζεται για τον ίδιο τον άντρα της.

-Άστονε καημένε, μην κάνεις έτσι και σε ΄βρει  κόλπος. Ντερμεντε και σώνει να σπουδάσει; Αφού βλέπεις πως δεν τα παίρνει τα γράμματα. Αυτή η φράση μπουρίνιαζε περισσότερο τον κυρ Περικλή, τον φρίκαρε.

-Μα τι μου λες τώρα ρε γυναίκα, ότι ο γιος μας είναι κουτορνίθι; Έ όχι , δεν είναι κουτορνίθι, ακαμάτης είναι. Κι άρχιζε να σούρνει στον γιο του τα εξ αμάξης. Και τι δεν του ’λλαζε…. Τι μπούφο, τι στούρνο, τι σκράπα τον έλεγε Ντουβάρι τον ανέβαζε, τούβουλο τον κατέβαζε.

-Θα σε κόψει λόρδα κακομοίρη μου. Διακονιάρης θα καταντήσεις…

-Να τα ‘κους κι εσύ, γύριζε την κουβέντα στον μικρό γιο του που μόλις έκανε τα πρώτα σχολικά βήματα. Μη μοιάσεις στον μοσκιό τον αδερφό σου Με νογάς τι σου λέω;

-Γράμματα παιδάκι μου. Γράμματα να μάθεις!…. γλύκαινε την κουβέντα η κυρά Ασπασία.

 Τόσο πάθος πια με το σχολείο !  Είχε όμως την εξήγησή του. Ως μικρός ο Περικλής τα ’παιρνε τα γράμματα. Ο πατέρας του όμως τον τράβηξε από το σχολείο. Ο μακαρίτης είχε εφτά στόματα να θρέψει και δύσκολα τα ‘φερνε βόλτα. Η γυναίκα του, φιλάσθενη καθώς ήταν , μόλις και τα κατάφερνε στις δουλειές του σπιτιού. Στις αγροτικές δουλειές δεν άντεχε να βγει. Ζήτησε λοιπόν αποκούμπι στον πρωτότοκο γιο του. Έτσι ο μικρός Περικλής άφησε με κλάματα την «πλάκα» και το «κοντύλι» και βγήκε στη βιοπάλη. Ολοχρονίς δούλευε στο μπακάλικο του Νικάκη κάνοντας διάφορα θελήματα για ένα χαρτζιλίκι. Στις εποχικές αγροτικές δουλειές ο πατέρας του τον έπαιρνε μαζί του. Στον τρύγο , να απλώνει σταφύλια στο αλώνι και στον  ράβδο, να χτυπάει τα απόκλαρα με το δεμπλάκι. Κι αυτά για ένα λειψό μεροκάματο. Τα χρόνια πέρασαν. Ο μικρός Περικλής ανδροποιήθηκε. Πήρε τον δρόμο του στη ζωή. Το σχολείο όμως του έμεινε απωθημένο. Και με αυτό το απωθημένο ξέσπαγε στο γιο του. Με αυτό το « Μάθε παιδί μου γράμματα» ο κυρ Περικλής πίστευε πως έπαιρνε εκδίκηση για το δικό του χαμένο όνειρο….

ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Του Κώστα Ερανιώτη

Εκείνα τα Χριστούγεννα ήταν διαφορετικά. Μας το ’χε πει άλλωστε η γιαγιά Βαλσάμω πως θα έχουμε μουσαφίρη. Τον θείο από την Αμερική. Για τ’ όνομα του θείου έγινε ένας καυγάς τρικούβερτος.

-Ποιος θείος; Ρώτησα.

-Ο θείος ο Μάχος, απάντησε η γιαγιά..

-Τηλέμαχος, είπε ο παππούς Αγησίλαος.

-Μάχος, ξαναείπε η γιαγιά με γινάτι.

-Τηλέμαχος έσκουξε ο παππούς, με γινάτι κι εκείνος.

Ο παππούς έσκουζε, η γιαγιά τσίριζε και για ψύλλου πήδημα ο παππούς και η γιαγιά γίνανε σβουρνίδια. Την κατάσταση την έσωσε η μάνα μου

-Νισάφι πια, τους αποπήρε. Μας αλαλιάσατε. Σεργούνι γίναμε στη γειτονιά. Αμάν ρε μάνα τι τον τσιγκλάς!  Αφού ξέρεις τον νταλκά του με τα αρχαία ονόματα.  Και συ ρε πατέρα… Αμάν το βίτσιο σου. Ηρέμησε, θα σε ’βρει κανα συγενικό. …

Αγάλια αγάλια η κατάσταση μέρεψε. Πέρναγε η ώρα κι έπρεπε να συγυριστεί το σπίτι, και τους είχε πιάσει όλους πρεμούρα. Βέβαια οι χοντρές δουλειές είχανε γίνει. Η γιαγιά είχε κατεβάσει από τον γιούκο της και είχε στρώσει τα ομορφότερα κιλίμια της. Και ο σοφράς δίπλα στο παραγώνι ήταν στρωμένος μ’ ένα ολοκέντητο τραπεζομάντηλο. Στο κέντρο το χριστόψωμο, σκεπασμένο με ένα χρωματιστό τουβαλίθι. Τώρα ο καθένας φρόντιζε τη δουλειά του: Ο πατέρας κουβάλησε λιόξυλα και κούρβουλα. Άναψε το παραγώνι κι έκανε κι ένα μικρό σωρό για καβάντζα. Η μητέρα φρόντισε τα γιαπράκια της, που θα νοστίμευαν το χριστουγεννιάτικο τραπέζι και τον θείο από την Αμερική. Ο παππούς είχε γεμίσει την μποτίλια με κρασί γιοματάρι. Είχε καθίσει στην άκρη του καναπέ και φούμερνε το σέρτικο τσιγάρο του.

Πέτα το πια αυτό το αναθεματισμένο, τον απόπαιρνε η γιαγιά, που μόλις είχε τελειώσει το μέλωμα των μελομακάρονων. Μας μπάφιασες πια με το παφ πουφ. Και σίμπα πού και πού τη φωτιά να μη σβήσει.

Άντε καψερή μου την ειρωνευόταν ο παππούς. Ρίξε απάνω σου τον μποξά σου , μην αρπάξεις καμιά πούντα, έτσι άταρη που είσαι…

Πάνω στην ώρα έφτασε ο θείος κι έτσι δεν φουντούλωσε ένας νέος καβγάς.

-      Μάχο μου, καλώς ήρθες! Ξεφώνισε η γιαγιά και τον έσφιγγε στην αγκαλιά της

-         Τηλέμαχε! Αναφώνησε ο παππούς κι αγκάλιασε τον θείο που ήταν ντυμένος σαν παγώνι, με ένα εμπριμέ κοστούμι. Έσκυψε ο θείος να με φιλήσει μα πρόκανα και τον ρώτησα:

-      Θείε , πώς σε λένε; Ξαφνιάστηκε αλλά μου απάντησε

-      Στο Αμέρικα με λένε Μαξ, είπε και μείναμε όλοι σύξυλοι!!!

Κάθε φορά που έρχεται στη μνήμη μου ο χριστουγεννιάτικος καβγάς του παππού και της γιαγιάς εγώ παίρνω το μέρος του παππού. Μου αρέσουν τα ονόματα που μας πάνε πίσω στους μύθους και την ιστορία. Όπως Αμβρόσιος, Αλκιβιάδης, Θεμιστοκλής και ακόμα Οδυσσέας, Όμηρος, Λεωνίδας, Σωκράτης. Ονόματα που συνηθίζονται στην πόλη μας και επειδή έχω πάρει το χούι του παππού στενοχωριέμαι όταν τα κουτσουρεύουνε. Όπως έγινε με τον φιότσο μου που από Αριστοτέλης, έγινε Τέλης.

    Ο ΦΛΕΒΑΡΗΣ ΚΙ ΑΝ ΦΛΕΒΙΣΕΙ….

Του Κώστα Ερανιώτη

Ήταν μέρες τώρα που ’βρεχε με το τουλούμι. Και τούτο το φλεβαριάτικο κοντόβραδο ουρανός και γη γίνανε ένα. Οι λιγοστοί θαμώνες στο ταβερνάκι του Νέστωρα  μουρμουράγανε:

-Μουλιάσαμε πια, έλεγε και ξανάλεγε ο μπαρμπα-Δημοσθένης.

-Πού θα πάει, πετάχτηκε ο κυρ Επαμεινώντας, καθώς στράγγιζε το «πενηνταράκι» στο κρασοπότηρο. «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι  θα μυρίσει»…

-Για καλοκαίρι δεν το κόβω-πετάχτηκε ο κυρ Θεμιστοκλής. Αλλά λίγη άνοιξη μου μύρισε. Η κουτσουπιά μώβισε, η μυγδαλιά βλεφάρισε, κι η λεμονιά αρχίνισε να διφορίζει, συμπλήρωσε.

-Φουσκοδεντριές, Θεμιστοκλή μου, φουσκοδεντριές. Τα μάτια των δέντρων άρχισαν  να φουσκώνουν, σε λίγο θα σκάσουν  τα μπουμπούκια, επανήλθε ο κύρ Επαμεινώντας.

 –Κι η γης Νώντα μου, κι η γης. Φόρεσε τα μπλουμίδια της. Τα ξυνούλια κι οι ασπρομαργαρίτες ξομπλιάζουν το καταπράσινο χαλί της. Σκάσανε μύτη και λιγοστές παπαρούνες. Προπέτισσες αλλά και σκιαγμένες. Κι οι αγριομολόχες θεριέψανε. Ξεπέρασαν σε μπόι και τις ποδιές των λιόδεντρων- συνέχισε ο κυρ- Θεμιστοκλής. Το χελιδόνι της άνοιξης όμως αλαργεύει ακόμη.

- Ωραίος ζωγράφος είσαι κουμπάρε, χαμογέλασε ο κυρ Επαμεινώνδας.

-Όχι δα, δε μ’ έχει ανάγκη η φύση. Φτιασιδώνεται από μόνη της. Μονάχη της ζωγραφίζει και σμιλεύει τις ομορφάδες της. Εμείς πολλές φορές την ασχημίζουμε-φιλοσόφησε ο πάντα ετοιμόλογος κυρ Θεμιστοκλής.

-Νέστωρα, ρίξε κανα  λιόξυλο στη στόφα γιατί ξυλιάσαμε. Και φέρε ένα κατοσταράκι. Και λαδάτες ελιές, Νέστωρα! Οι ξιδάτες δε σηκώνουν κρασί.

- Συμπέθερε, στράφηκε τώρα στον μπάρμπα Δημοσθένη, τα ‘καψες τα κλαριά;

-Αμέ, απάντησε ο μπαρμπα –Δημοσθένης.

–Λιάνισες κανα ξύλο; Συνέχισε ο κυρ – Θεμιστοκλής. Γιατί ο κουτσοφλέβαρος μπορεί να φεύγει, έρχεται όμως ο Μάρτης, «γδάρτης και παλουκοκάφτης»…

-Και ξύλα λιάνισα, συμπέθερε, κι από παλιά συνήθεια έβγαλα και δυο ντουζίνες κουντέλια. Εγώ όπως ξέρεις τα’ αμπέλι το ξεκώλωσα και φύτεψα τρουμπούκια ελιάς. Άμα τα θέλεις για το αμπέλι σου, χάρισμά σου. Θα χρωστάς όμως έναν μπότη κρασί.

-Νέστωρα φέρε ένα κατρούτσο για μπροστάντζα, παράγγειλε ο κυρ Θεμιστοκλής .

Κι όλοι ξελιγώθηκαν στα γέλια…

 

ΣΑΝ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΤΙΣ ΠΑΛΙΕΣ

Του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου

Ο μπαρμπα-Θανάσης ήταν σέμπρος για πολλά χρόνια. Δούλευε στα χτήματα του κυρίου  Περικλή  από τότε που ήταν νιος. Τον αγαπούσε τον τόπο, τον αέρα, το φως, τα κλήματα, τα δέντρα, τα ζα, τους ανθρώπους. Είχε φτιάξει τη δικιά του φαμίλια από τότε που ξενομερίτης γνώρισε τον τόπο δουλεύοντας μεροκάματα ήλιο με ήλιο. Έκανε καλό κουμάντο και περνούσε καλά. Mε προξενιό γνώρισε τη μελλοντική του γυναίκα, την  Τασά με τ’ όνομα, σε κείνα τα ειδώματα που έχουν να το λένε για χρόνια. Όταν είδε ο μπαρμπα Θανάσης τι καμπαετιλού ήταν η γυναίκα που του γνώριζαν, δεν ήθελε να το κουνήσει ρούπι. Κατακόκκινος από ντροπή, έπινε και ξανάπινε μέχρι που τον πήραν παταλιά για να τον βάλουν  στο κρεβάτι του. Κάνανε δυο  παιδιά, απέκτησαν κονάκι και δικό τους χτήμα.

 Στη δούλεψη του κυρίου Περικλή  ήταν ευχαριστημένος. Εκείνος του είχε διαθέσει το μικρό σπιτάκι που ύστερα από χρόνια το αγόρασε, το επισκεύασε, χώρισε δωματιάκια με τσατουμάδες, έχτισε πεζούλια, δημιούργησε μποστάνι και κληματαριά. Δεν ένιωθε πως είχε έναν μπόση πάνω στην κούτρα του, έκανε τη δουλειά του όπως έπρεπε και το μεροδούλι έβγαινε αγόγγυστα. Με τον καιρό απέχτησαν και βασταγό. Φτιάξανε και μια σούστα και μπορούσαν κάθε μέρα να φτάνουν στα Φιλιατρά είτε για να πηγαίνουν τα παιδιά στο σχολείο είτε για να αγοράζουν τα χρειαζούμενα ή να ασχολούνται με τα νιτερέσα τους.

 Μπονόρα πήγαινε στη δουλειά χωρίς άλλη ορμήνια. Είτε η σταφίδα ήθελε σκάλο ή χαράκι ή ξελάκωμα και κουντέλιασμα.  Έβαζε από μόνος του μέσα στο ταγάρι του το τουβαλίθι που περιείχε  κάτι λίγο, έτσι για  μπροσμπούκι, λίγο ψωμί ζυμωτό και λίγο άλειμμα που το έφτιαχνε ο ίδιος και το φύλαγε σε μια μπικιόνα. Απαραίτητα  μια τσίτσα με λίγο κρασί, το κλειδοπινάκιο  με τις ελιές, ένα κρεμμύδι στουμπωτό και τίποτε άλλο. Όταν το γιόμα απόσωνε τη δουλειά, γύριζε στο φτωχικό του. Εκεί έτρωγε για τα καλά με όλη την οικογένεια γύρω από το τραπέζι ή τον σοφρά τον χειμώνα κοντά στο παραγώνι, λέγανε  τα νέα της ημέρας, διάβαζαν μαζί τα μαθήματα του σχολείου  μιας και είχε μάθει μερικά κολλυβογράμματα στο σχολαρχείο  και περνούσε η μέρα. Και όταν πια κοιμόντουσαν  τα παιδιά,  καθόταν για λίγο με την κυρά του στο παραγώνι έπιναν από ένα ποτήρι  κρασάκι από το βαγένι και σχεδίαζαν όσα θα ήθελαν να κάνουν για τα παιδιά τους και το μέλλον τους. Απλά πράγματα δηλαδή. Έπειτα στρωφιάζονταν και φτου κι από την αρχή.

Η ζωή κυλούσε ήσυχα. Τα παιδιά έφτασαν μέχρι το Γυμνάσιο. Οι απαιτήσεις όμως τους φαίνονταν  μεγάλες και τα παράτησαν. Η κόρη πήγε να γίνει μοδίστρα και ο γιος βοηθούσε τον Κυρ Θανάση στις δουλειές τα απογέματα και τα πρωινά ήταν παραγιός σε μπαρμπέρικο. Και μάθαινε γρήγορα. Δεν ήταν ανεπρόκοπος καθόλου. Τον καμάρωνε ο κυρ Θανάσης και τον παρότρυνε να δημιουργεί αγάλι αγάλι το δικό του κομπόδεμα για να κάνει μια δική του δουλειά. Δεν ήθελε το παιδί του να γίνει ξωμάχος.

 Η θυγατέρα ήταν λίγο κοκέτα. Έκανε βέβαια κάτι κόγκξες στη μάνα της αλλά ο κυρ Θανάσης ήξερε καλά πως η δική του η τσούπρα θα ήταν καλότυχη γιατί και νοικοκυρά καλή ήταν και όμορφη και καλή. Έτσι κι έγινε.

 Μια φορά ήταν ντάλα Αύγουστος. Οι σταφίδες του κόσμου στα αλώνια. Είχαν βγάλει με το γράβαλο τα κόρτσαλα και περίμεναν κανα δυο μερούλες ακόμα για να τις μαζέψουν να τις περάσουν από τη μάκινα, να τις σακιάσουν και να τις πάνε στον ΑΣΟ για πούλημα. Βέβαια για καλό και για κακό, είχαν τραβηγμένα  τα σταφιδόπανα γιατί το προηγούμενο βράδυ άστραφτε ο Καγιάφας και δε θέλανε να μαζεύουν τη σοδειά από καμιά γράνα.

 Η θεια Τασά είχε αναπιάσει το προζύμι για να ζυμώσει ταχιά, είχε βράσει και μια όρνιθα στο κούρβουλο και ίδιαζε το νήμα στην αυλή να είναι έτοιμη για να υφάνει στον αργαλειό εκείνη την μπαντανία που της είχε ζητήσει ο μικρός της. Τι μικρός δηλαδή; Είχε κλείσει τα δεκαπέντε.

Η αδερφή του η Πανωραία, η ωραία Ελένη όπως την φώναζε ο πατέρας της, φορώντας ανάρριχτο τον αγοραστό μποξά που της πήρε δώρο η μάνα της από το πανηγύρι, βάδιζε προς το γούπατο εκεί πέρα στον όχτο με τις πατουλιές και τη Σκατόβρυση ή Κατώβρυση όπως την έλεγε η θεια Τασά εξευγενισμένα, την  πηγούλα που έτρεχε συνέχεια νερό για να γεμίσει τη βίκα που της ζήτησε η μάνα της και να μαζέψει μερικά ξερά ξύλα για να ανάψουν τον φούρνο.  Έσκυψε να πιει νεράκι έτσι μουτσουνάτα από το σπλινθάρι, δρόσισε το όμορφο πρόσωπό της και προσπαθούσε να βάλει τη ζαλιά τα ξύλα στην πλάτη της  όταν ένιωσε πως κάποιος στεκόταν μπάστακας πολύ κοντά της και προθυμοποιήθηκε να τη βοηθήσει.  Γύρισε και αναρίγησε όταν είδε έναν λιανό, λιμοκοντόρο, ομορφονιό σαν εκείνους που υπήρχαν στα περιοδικά της εποχής, με μια άσπρη καμίζα δεμένη μπροστά με κόμπο. Αποκάικε αλλά δεν τον αποπήρε. Απίθωσε κάτω τ΄ αγγειό και δέχτηκε τη βοήθειά του. Εκείνος  τη ρώτησε το όνομά της κι έπειτα έγινε άφαντος. Μάζεψε τον μποξά της και έτρεξε να φύγει. Μπουρδουκλώθηκε σε ένα τούμπι και παραλίγο να μπρουμουτίσει. Άσε που τα μηλίγγια της κτυπούσαν τίλογα. Πού να ΄ξερε η καψερή πως ευτούνος ήταν ο μελλοντικός της άντρας και πατέρας των μπινιάρικων αγοριών της,  ο Γιώργης με τα μακριά κανιά από το διπλανό κεφαλοχώρι που έστειλε στον πατέρα της την προξενήτρα και χωρίς να ζητά προίκες και πανωπροίκια την πήρε στο χωριό του να ζήσουν και να ευτυχίσουν μια ζωή ολάκερη.

Κι ο γιος, αφού παντρεύτηκε η Πανωραία, αποφάσισε να μπαρκάρει στα καράβια και μετά από ένα δίχρονο μακρινό ταξίδι σ’ όλα τα λιμάνια της γης, ξέμεινε στην ξενιτιά, να δουλέψει και να προκόψει κοντά σε κάποια μακρινά ξαδέρφια του στο Σίδνευ της Αυστραλίας. Ευτυχώς που είχε μάθει την τέχνη του μπαρμπέρη, αφού επέμενε ο πατέρας του, άνοιξε δικό του μαγαζί και σιγά σιγά δημιούργησε μια αλυσίδα «καταστημάτων κομμωτικής».  Δεν φανταζόταν ποτέ όμως πως θα έφτιαχνε εκεί στα ξένα τη δική του οικογένεια. Η γυναίκα που αγάπησε και παντρεύτηκε, με ένα σύμφωνο συμβίωσης, ήταν αυστραλέζα με γρι ελληνικά. Τον παρηγορούσε μόνο πως μάθαινε κι αυτή και η μικρή του Αναστασία τα ελληνικά και πως είχε τη δυνατότητα να έρχεται κάθε καλοκαίρι για να βλέπει τους δικούς του. Η θεια Τασά με το που πουρπούρισαν τα παιδιά της από το κονάκι όπου μεγάλωσαν, πού και πού πήγαινε και  βοηθούσε στο χτήμα του κυρ Χαραλάμη, του γείτονα με τα πολλά παιδιά. Είτε θα πάστρευε όταν θα είχαν καλεσμένους είτε θα έπλενε τα σκουτιά και  θα άπλωνε κανένα σάισμα ή θα φρόντιζε να φτιάξει και να ψήσει καμιά πίτα στον φούρνο. Δεν είχε μάθει να παλουκώνεται σε μια μεριά.  Όλη την μέρα αλώνιζε τον τόπο σαν τις λαχανούδες που μαζεύουν ό, τι απλόχερα προσφέρει η φύση ή καθόταν στον αργαλειό και ύφαινε προικιά για την εγγόνα της τώρα πια. Και πάντα με το χαμόγελο και το τραγούδι. Ο γιούκος της είχε πια γεμίσει μέχρι το ταβάνι, είχε τόσο μπούγιο που γέμιζε το  μικρό της παλατάκι για το οποίο καμάρωνε κι ένιωθε βασίλισσα και πολύ  πλούσια. Γιατί τα είχε όλα η θεια Τασά.  Η κουζινίτσα της στρωμένη με γλίνα  και όλα τα τζάτζαλα και τα αναχρεικά  να κρέμονται στον τοίχο απόλυτα τακτοποιημένα χωρίς καμιά ατσαλιά. Από τετζέρια, μέχρι αρίλογους κι από πινακωτές μέχρι μύλους του καφέ. Τα ερμάρια της στρωμένα με καθαρό αζούρι και γεμάτα μόμιλα.  Και η σερβάντα φίσκα φωτογραφίες με τα παιδιά και τα εγγόνια της στα κάδρα. Τι άλλο ήθελε; Είχε και την αγάπη του κυρ Θανάση, ο οποίος πάντα φρόντιζε να είναι το  ανθογιάλι της κυράς του γεμάτο με λουλούδια για να μοσκοβολά το σπίτι.          Ο ίδιος αρκούνταν στις δουλειές του χτήματος. Δεν πήγαινε πια για μεροκάματα. Ήθελε να είναι με τη γυναίκα του. Δεν του άρεσε να την αφήνει μόνη της.

Συχνά είχαν την επίσκεψη της Πανωραίας, του Γιώργη και των παιδιών τους τα οποία δεν αποχωρίζονταν τον παππού τους. Τους περπάταγε στα χτήματα και τους μάθαινε τα μυστικά της φύσης και της ζωής.  Και τι χαρά που έκαναν όταν λάβαιναν κανένα γράμμα από τους ξενιτεμένους! Καθόταν μέχρι αργά στο φως της λάμπας ή του λυχναριού και το διάβαζαν και το ξαναδιάβαζαν. Μάθαιναν τα νέα. Το τι γινόταν δε όταν μαζευόντουσαν όλοι τα καλοκαίρια δε λέγεται….. Τους είχε φτιαγμένη ο παππούς την τραγατσούλα και την είχε γεμίσει με φτέρες για να μοσκοβολάει και κει μέσα ανακατεύονταν το χτες με το σήμερα, η Ελλάδα με την Αυστραλία, οι παλιές οι λέξεις με τις νέες και τις αγγλικές ακόμα. Μπουρδουκλώνονταν τα αισθήματα, τα όνειρα, το σήμερα και το αύριο. Μαγεία ήταν!                                                                                                                           

  Τα δυο αγόρια σηκώνονταν αφώτιγο αφήνοντας την ξαδέρφη τους Αναστασία να λουφάζει χουζουρεύοντας στη στρωματσάδα, αναφουφουλιάζοντας το μαξιλαράκι της. Ατσάγκλιγοι και οι δυο μπολοθούρηδες, άνοιγαν τον παφιλένιο νιπτηράκο να πλύνουν τη μούρη τους και να επισκεφτούν τον απόπατο που ήταν πιο πέρα από το σπίτι. Μέχρι να σηκωθεί η ξαδέρφη τους, στα κρυφά είχαν κόψει σφερδούκλια, είχαν ανοίξει τρύπες με το σουγλί για να κάνουν διάφορα κουζινικά, καρεκλίτσες, τραπεζάκια, σοφράδες και σκαμνάκια που άρεσαν στην Αναστασία. Της έφτιαχναν και κούκλες από τα καλαμπόκια και κουρελάκια και τα είχαν όλα τακτοποιημένα σε μια παλιά πινακωτή που την έστηναν όρθια σαν το μεγάλο σπίτι που έμενε η ξαδέρφη τους στην Αυστραλία και που το είχαν δει σε μια φωτογραφία. Θα της τα έκαναν δώρο να τα παίζει τον χειμώνα. Όταν κατέβαινε από την καλύβα τους και η μικρή, έβαζε τον μπονέ της, νιβόταν και σκουπιζόταν με το προσόψιο,  ανεμόχαβαν κουρκούτι ή μπαζίνα για το πρωινό τους και ανερώτηγα πιλάλαγαν και χάνονταν στον λόγγο. Αρουλιόταν η γιαγιά αν κρεμούσαν τίποτα μπουρούκια στην ουρά του σκύλου, ψέλλιζε κάτι ελληνοαυστραλέζικα η νύφη, αλλά τίποτα.

 Αυτά ολημερίς χάνονταν. Κρύβονταν στις θημωνιές, κυνηγούσαν τις γουστέρες, τις μπράσκες, ή σήκωναν πέτρες στο ποτάμι για να πιάσουν καβούρια ή πετροβολούσαν τα μπακακάκια και στο τέλος γίνονταν αρτσίδι, λούτσα δηλαδή. Άλλοτε πάλι  έπιαναν τζιτζίκια και αφού τους έβαζαν ένα μικρό γκρίθι στον ποπό τους τα ελευθέρωναν. Βολόδερναν στα γκράβαρα με δροτσίλες σ’ όλο τους το κορμί, κρατώντας στο ένα χέρι την γκλίτσα του παππού στην οποία είχαν κρεμάσει δυο σημαιούλες, της Ελλάδας και της Αυστραλίας, και στο άλλο κρατούσαν την κλωστή όπου είχαν δεμένο τον άτυχο βασιλιά που είχαν αιχμαλωτίσει. Κι έτσι νικητές και περήφανοι εκδικητές του απολυταρχικού πολιτεύματος, γυρνούσαν στο σπίτι όταν άκουγαν πως οι λαλαγγίδες ήταν έτοιμες. Φορούσαν ό,τι παλιοκουσί υπήρχε στο μπαούλο της γιαγιάς, δεν νοιάζονταν για τις ενδεχόμενες γανιές και πιλαλώντας βοηθούσαν στις δουλειές του σπιτιού. Γυρνώντας το μαγγάνι ανέβαζαν το κρέας που είχε ο παππούς κατεβάσει με τον σούγλο στο πηγάδι για να διατηρηθεί σε χαμηλή θερμοκρασία μιας και το ρεύμα ακόμα δεν είχε έρθει στο σπιτικό τους και το ψυγείο τούς ήταν άγνωστο. Σάρωναν με τη σαρωματίνα την αυλή, γέμιζαν τις κουρούπες στο κοτέτσι με νερό, έλεγχαν αν υπάρχει φώλος στις φωλιές,  έβαζαν στους κορίτους τροφή και σημασία δεν έδιναν αν από γκαντεμιά πάταγαν κανένα γκάβαλο ή καμιά κακαράτζα. Τα χέρια τους έπιαναν κοράτσα και δεν ήταν λίγες οι φορές που γέμιζαν τη βούτα με νερό και πλατσούριζαν ολημερίς.

Τους άρεσε να κάνουν κορομυθίες, να τραγουδάνε παράφωνα τα τραγούδια της γιαγιάς τους, να παίζουν θέατρο ή καραγκιόζη βάζοντας για μπερντέ ένα ασπροσέντονο της γιαγιάς.  Κι αν έκαναν και καμιά ζαβολιά ή στραβουτσαλιά ήξεραν με μαλαγανιές να κάνουν τους άλλους να τους συγχωρούν.  Έβαζαν μπροστά και την μικρή που ήταν έξοχος μαλιγούρδας και καθάριζαν.

 Τις Κυριακές πήγαιναν με το βασταγό στη θάλασσα. Καβάλα η γιαγιά με τα πιτσιρίκια πισωκάπουλα. Ο θείος να βαρά την καραμούζα και η αυστραλέζα με το ομπρελίνο της χαμογελαστή να προσπαθεί συνεχώς να συγκρίνει τους δυο κόσμους της! Περνούσαν από τις μαΐστρες και τα μπογάζια. Είχαν φαγητό κοντά τους, τις αγκλιές για σωσίβια, όρεξη για περιπέτεια και καμιά επιθυμία να επιστρέψουν. Αν έβρισκαν καμιά βασκαντούρα την χάριζαν στην όμορφη ξαδέρφη, έτσι για το μάτι. Ζωγράφιζαν καλλικατσούρες πάνω στην άμμο, έπαιρναν καλικούτσα ο ένας τον άλλον κι αν γκαργκάνιαζαν από τον ήλιο έπιναν νερό από τη δική τους τσίτσα, υποκρινόμενοι τους μεγάλους. Την μπαμπανάτσα τους δεν την χάριζαν ποτέ σε κανέναν.

 Επέστρεφαν αργά και καθόντουσαν στα πεζούλια λέγοντας τα της ημέρας μέχρι να γίνει η πίγουλη στην παδέλα που είχε βάλει ο παππούς που είχε μείνει στο σπίτι, πάνω στην πυροστιά. Αν είχε κατεβατό κι έκανε απογιάδα, κρεμούσαν μια παλιά βελέτζα για απάγκιο. Αν είχαν και καλαμπόκια μίλαγαν και ξεσπίναγαν. Άλλοτε έφτιαχναν ξόβεργες ή πλακοπαΐδες. Καρούλες είχαν βγάλει πια στα χέρια και φρουγκάλες στα πόδια μα δεν τους ένοιαζε. Τρελαινόντουσαν να μαθαίνουν για τα παλιά χρόνια μέσα από τις ιστορίες του παππού και να προσπαθούν από μόνοι τους να συνταιριάξουν το παρελθόν με το σήμερα. Το αγαπημένο τους ήταν η μεγάλη φουγγαρία που τους άναβε τη νύχτα ο παππούς και αυτοί αφού χάζευαν τις σπίθες που πετάγονταν διώχνοντας τις σκιές και  τις κωλοφωτιές, έπαιρναν φόρα και πηδούσαν, καψαλίζοντας τα γκουργκούνια τους.

Δυο φορές την κοψωχόλιασαν  τη μάνα τους. Την πρώτη φορά τον έναν τον είχε τσιμπήσει μια μουριέλα και είχε πρηστεί  η κούτρα του. Κι έτσι όπως ήταν κουρεμένος κουρεμπάτσα κοκκίνιζε τίλογα. Την άλλη σε έναν πετροπόλεμο μια ιπτάμενη κοτρώνα πήρε την μικρή ξέσκουρα και ευτυχώς ήταν αιτία να αλλάξουν παιχνίδια. Η καλύτερή τους πάντως ήταν τα μεσημέρια που έπαιζαν καλόγερο με κάτι πλακουτσωτές πέτρες που είχαν φέρει από τη θάλασσα.

Σαν κακό χαμπέρι ακουγόταν η ημερομηνία αναχώρησης των ξένων. Από κείνη την ώρα δεν κοιμόντουσαν καθόλου. Μόνο λαγοκοιμόνταν  με λακριντί όλη την νύχτα, σχεδιάζοντας τι θα έκαναν το επόμενο καλοκαίρι. Έγραφαν τη σύσταση της ξαδέρφης τους στα αγγλικά και ένιωθαν περήφανοι που μιλούσαν τσάτρα πάτρα εγγλέζικα όπως τους τα δίδαξε η μικρή και αγαπημένη ξαδερφούλα τους. Και της έγραφαν συνέχεια σε μια γλώσσα που μόνο αυτοί μπορούσαν να συνεννοηθούν απόλυτα.

Και πέρασαν γρήγορα τα χρόνια όπως το νερό που τρέχει στον καταπότη. Έφυγε από κοντά τους ο μπαρμπα Θανάσης και η θεια Τασά πήγε να μείνει με την Πανωραία και τον Γιώργη. Δυο φορές μάλιστα πήγε και στην Αστράλια όπως την έλεγε, χωρίς να κωλώσει για το μεγάλο ταξίδι. Ήθελε να γνωρίσει το πρέκι του κανακάρη της.  Όμως τον τόπο της δεν τον άλλαζε. Ούτε θα άφηνε ποτέ μόνο του τον κυρ Θανάση.  Μόνο γι’ αυτό δεν ήθελε να μείνει εκεί όπου και πατριώτες της συνάντησε και φίλους δε δυσκολεύτηκε να κάνει.  Πού και πού πήγαινε στο χτήμα καθόταν μόνη πια στο πεζουλάκι κι όπως κάποτε έγνεθε στη ρόκα το μαλλί, έτσι και τώρα προσπαθούσε να βάλει σε μια σειρά τα όσα έζησε. Κι ήταν όμορφα όσα έζησε. Περνούσαν γρήγορα από το μυαλό της. Κάθε γωνιά και μια εικόνα, κάθε δέντρο και μια ανάμνηση. Έβλεπε τις βραγιές του χτήματος και θυμόταν τον Θανάση της να σγούφτει  και να τεντώνει το νήμα που χάραζε την ευθεία. Έβλεπε την γέρικη αριά και θυμόταν την τραγατσούλα με τα εγγόνια της. Παρατηρούσε τον άδειο πια ληνό κι αγκουρμαζόταν τις χαρούμενες φωνές των παιδιών που πατούσαν τα σταφύλια, έβλεπε τα κακαβολίθια μαύρα από τη χρήση κι έρμα από τον χρόνο να περιμένουν. Τάχατες τι; Έγειρε κι ακούμπησε στα αγκωνάρια του σπιτιού χαζεύοντας έναν μικρό κοκκινολαίμη που την σιλάρωσε για λίγο κι όπως πουρπούρισε και χάθηκε στις φυλλωσιές ενός δέντρου έτσι κι από τον νου της πέρασαν όλα όσα με τον άντρα και τα παιδιά της έζησε μέσα εκεί,  οι δουλειές της, οι έγνοιες της  και  όλες εκείνες οι λέξεις της παλιάς ντοπολαλιάς που τις ανακάτωνε με τα χρώματα της αυγής και τα αρώματα του κήπου της για να εκφράσουν τη δική της ιστορία και αλήθεια μαζί.

Μπορεί να πέρασε και χρόνια δύσκολα, μα η θύμησή τους τής άφηναν μια ανείπωτη γλύκα. Την ίδια γλύκα ένιωθε όταν άκουγε αυτές τις λέξεις τις παλιές που τις ακούς από λίγους κι ανάμεσα σ’ αυτούς και από την εγγόνα της με τα παιδιά της από την Αυστραλία, όταν ξανασυναντιέται με τα ξαδέρφια της και τα παιδιά τους, τα καλοκαίρια, σε κείνο το ετήσιο οικογενειακό συναπάντημα.

 

   

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: