Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2020

ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΕΤΣΙ ΕΙΧΑΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

 Αφιερωμένο στον αγαπητό μου φίλο, Γιάννη ΝΙΚΟΛΟ. Το συνάδελφο!! Αυτός ασφαλώς θα με καταλάβει. Και σε όσους μπορούν να προσεγγίσουν και να καταλάβουν τις συνθήκες υπό τις οποίες επέζησαν, ¨μορφώθηκαν¨ και ανέλαβαν την ευθύνη να ¨ανορθώσουν¨ την Ελλάδα!!!! Αυτά τα παιδιά…. Της Ελλάδος παιδιά!!!

Ζητώ συγνώμη από τους υπολοίπους.
Τα δημοσιευόμενα, είναι δύο κεφάλαια από το υπό έκδοση νέο μου βιβλίο μου με τον τίτλο ¨Παιδί μου να μάθεις γράμματα, να γίνεις καλός άνθρωπος¨
Τα πλεκτά παπούτσια
Μία ημέρα, η μητέρα μου ήρθε στο Μελιγαλά για κάποιες δουλειές και με την ευκαιρία αυτή μου έφερε και κάτι συμπλήρωμα σε τρόφιμα για την εβδομάδα. Πέρασε από ένα οικόπεδο, του Θιοφίλη, στις Μουριές , όπου η τάξη μου έκανε το μάθημα της γυμναστικής. Όταν με είδε, όπως έλεγε και ξανάλεγε αργότερα, ράγισε η καρδιά της και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, διότι εγώ ήμουν μεταξύ εκείνων που ήταν ξυπόλυτοι. Όταν το Σάββατο πήγα στο χωριό, δεν μου ανέφερε τίποτε για τη σκηνή της γυμναστικής, αλλά μου απεκάλυψε ότι μου είχε φτιάξει παπούτσια. Ένοιωσα έκπληξη αλλά και ικανοποίηση. Αμέσως ζήτησα να τα ιδώ. Επρόκειτο για ευρεσι-τεχνία Τα είχε φτιάξει μόνη της. Το επάνω μέρος το είχε πλέξει με κλωστή από λινάρι. Για σόλες είχε ράψει ένα κομμάτι από σαμπρέλα ελαστικού αυτοκινήτου. Τα καταχάρηκα. Άλλωστε εμείς τότε χαιρόμασταν με το πα-ραμικρό, τόσο μεγάλη ήταν η στέρηση, που το κάθε τι το αξιολογούσαμε σα σπουδαίο. Τα φόρεσα και χωρούσαν στα πόδια μου μια χαρά. Έτσι την άλλη ημέρα θα πήγαινα στο Μελιγαλά παπουτσωμένος. Κανείς δεν θα με παρεξηγούσε, αλλά ούτε και που το σκέφθηκα, εγώ ζούσα στον κόσμο μου. Την Κυριακή το μεσημέρι, ζαλώθηκα το σακούλι με τα τρόφιμα, ένα μεγά-λο καρβέλι ψωμί, ακόμα ήταν ζεστό από το φούρνο, ένα μπουκάλι λάδι, μια σφέλα τυρί, λίγο τραχανά και λίγες χυλοπίτες. Στο χέρι μου έδωσε η μητέρα μου και τέσσερα αυγά. Αυτά μου είπε να τα προσέχεις να μη τα σπάσεις. Πήρα την ευχή της και ξεκίνησα. Εκείνη βγήκε μέχρι την αυλόπορτα και με παρακολουθούσε που έφευγα και την είδα να κάνει το σημείο του σταυρού. Με σταύρωνε. Στο καλό μου είπε και γύρισε γρήγορα το κεφάλι της αλλού. Ασφαλώς το έκανε για να κρύψει τα δάκρυά της. Καμαρωτός εγώ με γοργό βήμα κατηφόριζα το δρομάκι που ακολουθούσα κάθε φορά για να κόβω δρόμο. Όταν έφθασα στα μπουλούσια, στον κεντρικό δημόσιο δρόμο, που είχαμε και τα κτήματά μας, ο καιρός άρχισε να χαλάει. Σε λίγο οι πρώτες σταγόνες, χοντρές σα χαλάζι μαστίγωναν το έδαφος και ο δρόμος βράχηκε και το χώμα έγινε λάσπη. Δεν σκέφθηκα καθόλου ότι γινόμουν κι εγώ παπί από τη βροχή, διότι ο νους μου είχε επικεντρωθεί στο δρόμο που είχε βραχεί και τα καινούργια μου παπούτσια άρχισαν να γλιστρούν. Η σαμπρέλα δεν με κρατούσε πουθενά. Σε λίγο γλίστρησα τόσο πολύ που δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ και έπεσα κάτω. Κρατούσα τα αυγά ψηλά για να μη τα σπάσω, αλλά ένα δεν το γλύτωσα. Σηκώθηκα βγήκα στην άκρη και διαπίστωσα ότι τα παπούτσια μου ήταν ακατάλληλα για τέτοιες καιρικές συνθήκες. Δεν ήταν…. παντός καιρού, όπως θα λέγαμε σήμερα. Έτσι αποφάσισα να τα βγάλω. Προχώρησα ξυπόλυτος και είδα ότι βολευόμουνα καλύτερα. Παλιά μου τέχνη κόσκινο! Όταν πέρασα το χωριό Νιχώρι, δύο περίπου χιλιόμετρα πριν από το Μελιγαλά, ο καιρός είχε βελτιωθεί και ο δρόμος δεν είχε λάσπη. Άλλωστε από εκεί μέχρι το Μελιταία ο δρόμος είχε στρωθεί με χαλίκη και δεν έπιανε πολύ λάσπη. Σταμάτησα σκούπισα από τα πόδια μου τις λάσπες και είπα να φορέσω τα παπούτσια μου για να μη μπω ξυπόλυτος στο Μελιγαλά, μια και ο καιρός με ευνοούσε!!. Εις μάτην όμως. Κάθε προσπάθεια αποτύγχανε. Τα παπούτσια δεν έμπαιναν στα πόδια μου. Τι είχε συμβεί; Το λινάρι όταν βράχηκε μπήκε, όπως λέμε και τα παπούτσια μάζωξαν ( μίκριναν) Και μάλιστα η σαμπρέλα δίπλωσε. Άστα είπα όταν στεγνώσουν θα μου μπούν!! και συνέχισα ξυπόλυτος. Όταν έφθασα στο δωμάτιό μου ξαναδοκίμασα να τα ισιώσω και να τα φορέσω. Αμ δε, το λινάρι και όταν στέγνωσε, δεν απανήλθε στην αρχική του φόρμα. Απογοητευμένος τα πέταξα κάτω από το κρεβάτι. Όταν πήγα το Σάββατο στο χωριό, δεν είπα τίποτε στη μητέρα μου για να μη την στενοχωρήσω. Μόνο της είπα ότι η σαμπρέλα τρύπησε. Έτσι τελείωσαν άδοξα τα παπού-τσια που μου είχε φτιάξει με τόση αγάπη, από τον καημό της, η μητέρα μου. Αυτή όμως δεν το έβαζε κάτω. Δεν άντεχε να με βλέπει ξυπόλυτο. Έτσι μία ημέρα που είχε έλθει στο Μελιγαλά, με πήρε στο υποδηματοποιείο του Κώ-στα του Κόνιαρη και με έβαλε να δοκιμάσω ένα ζευγάρι μεταχειρισμένα παπούτσια. Είχαν μερικά μπαλώματα από πάνω, αλλά από κάτω, οι σόλες ήταν γερές. Μου έκαναν. Πάρτα μου είπε ο μπάρμπα Κώστας και όποτε έχετε μου τα πληρώνετε…
Ξυλοκόπος
Τα έξοδα για τις ανάγκες του Σχολείου απαιτούσαν ρευστό χρήμα. Από πού όμως να βρεθεί. Ο μόνη πηγή για εξοικονόμηση χρημάτων, ήταν η πώληση κάποιων αρνιών, γουρουνόπουλων, αν η γουρούνα που τρέφαμε γεννούσε, καμιά κότα και λίγο τυρί και αυτό από το υστέρημα, διότι τυρί που φυλάγαμε, δεν επαρκούσε για τις ανάγκες της πολυμελούς οικογένειας. Αλλά με αυτά τα λίγα και όχι πάντα σίγουρα, χρήματα έπρεπε να καλυ-φθούν οι ανάγκες όλης της οικογένειας. Έτσι δεν έμεναν αρκετά για μένα. Και εγώ ήμουν ο μόνος ο οποίος χρειαζόμουν πιο συχνά χρήματα για βιβ-λία, τετράδια , μολύβια κ.λ.π. και για χαρτζιλίκι για να αγοράζω καμιά σαρ-δέλα. Έτσι είχαμε καταφύγει στην… εμπορία καυσόξυλων. Το Σάββατο που γύριζα στο χωριό, η μητέρα μου με έπαιρνε και πηγαίναμε στα κτήματά μας και κόβαμε ξύλα από τους γύρω λόγγους. Πολλές φορές δεν χρειαζόταν να λάβω μέρος εγώ, αφού η ίδια είχε φροντίσει από μόνη της να συμπληρώσει ένα φορτίο, από τις προηγούμενες ημέρες. Τα μεταφέραμε κοντά στο δημό-σιο δρόμο και την Κυριακή πρωί, πρωί τα φορτώναμε στο γάιδαρό μας και όταν φθάναμε στο Μελιγαλά, εγώ αναλάμβανα να τα πουλήσω. Με το γάιδαρο φορτωμένο, γύριζα στις γειτονιές, κτυπούσα τις πόρτες και ρωτού-σα, κυρίως τις νοικοκυρές αν είχαν ανάγκη από ξύλα Την εποχή εκείνη και οι Μελιγαλαίοι χρησιμοποιούσαν ξύλα για τις ανάγκες τους, αφού άλλες καύσιμες ύλες δεν υπήρχαν. Μερικές φορές ήμουν τυχερός και τα πωλούσα αμέσως. Άλλες όμως γύριζα και ξαναγύριζα χωρίς αποτέλεσμα. Δεν ήμουν για και ο μόνος που έκανα αυτή τη δουλειά. Έτσι η μεγάλη προσφορά δυσ-χέραινε την διάθεση. Άσε που στο τέλος, όταν δεν υπήρχε ζήτηση, τα δίναμε μισοτιμής για να ξεμπερδεύουμε. Από κάθε φόρτωμα ξύλα αναλόγως της ποιότητας ( χοντρά, μέτρια, χλωρά, ξερά κ.λ.π.) έπαιρνα το πολύ μέχρι πέντε δραχμές. Με αυτά βολευόμουν. Είχα όμως αποκτήσει και ορισμένους μόνιμους πελάτες, τους οποίους εφοδίαζα με καυσόξυλα κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Ένας από τους πελάτες μου ήταν και η νουνά μου, η Κική του Νερούλια. Η νουνά μου ήταν ράφτρα, αλλά είχε και υφάσματα, πουκάμισα και άλλα είδη ένδυσης. Μου έραβε κανένα ντρίλινο παντελόνι και μου έδινε κανένα πουκάμισο, κι εγώ τις τα ξεπλήρωνα με καυσόξυλα. Έτσι ξόφλησα και τα παπούτσια που μου αγόρασε η μάνα μου από τον Κόνιαρη.
Εκεί που κόβαμε τα ξύλα, μερικές φορές με βροχή και κρύο, η μητέρα μου, όλο με ορμήνευε και κάθε τόσο σκούπιζε με την άκρη της ποδιάς της τα δάκρυά της. « Βλέπεις τι τραβάμε» μου έλεγε « κοίταξε να μάθεις γράμμα-τα, να γίνεις καλός άνθρωπος και να φύγεις από αυτό τον τόπο» Και συν-έχιζε να κόβει με το τσεκούρι τα ξύλα. Κάποτε για να την ξεκουράσω, της έπαιρνα το τσεκούρι και συνέχιζα κι εγώ, αλλά σε λίγο αναλάμβανε πάλι η ίδια το βαρύ έργο. Την έβλεπα και ένας κόμπος ανέβαινε και μου έσφιγγε το λαιμό. Τι να πρωτοσκεφθώ για την μητέρα μου!!! Ακόμη και σήμερα δεν έχω ξεχάσει αυτές τις τραγικές σκηνές και όταν τις φέρνω στο νου μου ξυπνούν μέσα μου τα ίδια συναισθήματα. Μαζί με όλα τα άλλα, αναρω-τιέμαι, αν φεύγοντας από το χωριό, έγινα τουλάχιστον καλός άνθρωπος, όπως το εννοούσε η μητέρα μου.


1 σχόλιο:

Χρηστος Πολ. είπε...

Ειμαι βεβαιος οτι οι κοποι της ταλαιπωριμενης Μητερας επιασαν τοπο.
Το αποτελεσμα της Ακαδημαικης σου πορειας,Το επιβεβαιωνει
Ειμαι Ευτυχης που γνωρισα εναν τοσο αξιεπαινο και ειλικρινη ανθρωπο.Χ