Πέμπτη 10 Ιουνίου 2021

Ο Θεοφύλακτος και ο Αναστάσης Τζαμαλής στη Βαλύρα του 1834

 Αφιερωμένο  στους αγωνιστές και ήρωες της Μεσσηνιακής Γης

       Το Σωτήριον έτος 1804, γεννήθηκαν την ίδια μέρα ,στον Δήμο Δερρών της Μεσσηνίας ,δύο αρσενικά παιδιά  ,   που οι μανάδες τους ήταν   ξαδέρφες  και λέγονταν Τζαμαλίνες . Το πρώτο παιδί βαπτίστηκε Θεοφύλακτος- Ιωάννης και το  δεύτερο Αναστάσης.  Ονομάστηκε ο Ιωάννης Θεοφύλακτος, γιατί όταν το συνέλαβε η μητέρα του και πριν καταλάβει ότι έμεινε έγκυος ,είδε στον ύπνο της τη Παναγία ,που κρατούσε και κοιτούσε με αγάπη το θείο βρέφος. “Ο Θεός το φυλάει”   είπε η  Παναγία στη Τζαμαλίνα. Γι αυτό, κι όταν γέννησε εκείνη τον γιο της , τον ονόμασε Θεοφύλακτο και σπάνια τον φώναζε Ιωάννη, το όνομα του πεθερού της. Ο Θεοφύλακτος και ο Αναστάσης γεννήθηκαν σημαδεμένοι. Ο μεν  πρώτος κουτσός στο αριστερό του πόδι και ο  δεύτερος με λυγισμένα τα δάκτυλα στο αριστερό του χέρι,  λες και  ο Θεός του έδωσε να κρατεί τη  Γη με τον Σταυρό επάνω, σαν τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Ενώ μεγάλωσαν μαζί  τα δυο  παιδιά μέχρι τα δεκαπέντε τους χρόνια,   στη συνέχεια ο Αναστάσης έφυγε καβάλα στο άλογο και πήρε τα βουνά,  πήγε να πολεμήσει κοντά στον γέρο του Μοριά, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Ο  Θεοφύλακτος τελείωσε το Ελληνικό σχολείο της εποχής του και  έκανε ιερατικές σπουδές, κοντά σε ντόπιους δασκάλους και ιεράρχες. Μελετούσε πολύ  ,ήταν ένας μοναδικός, αυτοδίδακτος δάσκαλος και  ιστοριοδίφης της εποχής του. Ο πατέρας του είχε πεθάνει και ζούσε με τη μητέρα του σε ένα   παλιό πέτρινο σπίτι στη Βαλύρα.  Αυτά που θα σας διηγηθώ, συνέβησαν  μετά την ερήμωση του Δήμου των Δερρών  το 1833, τη καταστροφή του Μελιγαλά και της Σκάλας, από τον Φέδερ, που είχε αναλάβει να καταστείλει κάθε αντίσταση των κατοίκων της Πελοποννήσου, μαζί με τους αντικαποδιστριακούς  στρατιώτες του Κωλέττη.

Ο   Κολοκοτρώνης, ο γέρος του Μοριά, μαζί με τον Πλαπούτα ήταν κλεισμένοι στις φυλακές της Ύδρας. Τα παλικάρια του Κολοκοτρώνη και οι συγγενείς του φύλαγαν την Πελοπόννησο. Μαζί τους ήταν και ο Αναστάσης Τζαμαλής.

     Ήταν αρχές του Ιουλίου, 1834. Μόλις είχε δύσει ο ήλιος και μια σκια φόβου  σκέπαζε τα φτωχικά σπίτια της Βαλύρας. Ο Θεοφύλακτος και η μάνα του κάθονταν γύρω από ένα παλιό ξύλινο τραπέζι, που  εκείνος χρησιμοποιούσε ως γραφείο, στο ανώγι του σπιτιού τους. Μια κανδήλα λαδιού  φώτιζε το χώρο.

 Καθώς εκείνος τακτοποιούσε τα χαρτιά του και  κάπου κάπου σταματούσε , διάβαζε κάτι και συνέχιζε,   η  Τζαμαλού  έραβε με μία καπλατοβελόνα ένα ζευγάρι τερλίκια ,που είχε πλέξει με πρόβειο μαλλί για τον ανεψιό της Αναστάση. Κόντευε να τελειώσει, και ήθελε με τη πρώτη ευκαιρία που θα  συναντούσε τη  ξαδέρφη της να του τα στείλει, για να μην κρυώνουν τα πόδια του, εκεί ψηλά στα βουνά που έτρεχε. Ξαφνικά, ένας αρματωμένος σίφουνας ξεπέζεψε το άλογό του μπροστά  από το σπίτι και χτύπησε γερά τη πόρτα.

-Θεια Τζαμαλού, δάσκαλε, εγώ είμαι, ανοίξτε!

Η Τζαμαλού, μόλις άκουσε τη φωνή του Αναστάση δεν πίστευε στα αυτιά της.  Πήδηξε δυο δυο τα σκαλοπάτια της εσωτερικής σκάλας, τράβηξε δυνατά τους  σύρτες,  ένα μέτρο   οριζοντίως και μισό μέτρο καθέτως, άνοιξε διάπλατα τη χοντρή ξύλινη εξώπορτα και έσφιξε στην αγκαλιά της τον αγαπημένο της ανεψιό.

-Παλικάρι μου, ο Χριστός σε έφερε. Έχω δυο χρόνια να σε δω, είπε βουρκωμένη.

-Πώς είσαι Τζαμαλού μου; ρώτησε ο Αναστάσης και τη φίλησε σταυρωτά. Στη συνέχεια της έδωσε έναν σφαγμένο κόκκορα.

-Κι αυτό από τη μάνα μου . Δεν είχε καρδιά να φάει σήμερα που θα έφευγα ,και σου το έστειλε.

-Γιατί ,μήπως έχω εγώ, που τρέμει κάθε μέρα το φυλλοκάρδι μου αν είσαι καλά; Να τον πάρεις στα βουνά τον κόκκορα, να τον ψήσετε με τα παλικάρια να τον φάτε, είπε η Τζαμαλού, και

 τον τοποθέτησε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.

Ο Αναστάσης ανέβηκε με μια δρασκελιά τα σκαλιά, άρπαξε τον Θεοφύλακτο, τον σήκωσε όρθιο μέχρι το ταβάνι και του είπε:

-Κατάσχεσαι!

-Άσε με κάτω μουρλέ,  διαμαρτυρήθηκε ο Θεοφύλακτος και του τράβηξε το φέσι από το κεφάλι.

Αφού τον φίλησε  σταυρωτά ο Αναστάσης,τον ελευθέρωσε απαλά, πάνω στη καρέκλα του.

-Για να δω, θυμάσαι τι σου είχα υποσχεθεί να σου φέρω; Γιατί αυτές τις μέρες έπεσε στα χέρια μου και είπα, πρέπει να το πάω στον ιστοριοδίφη της οικογένειας, για το αρχείο του.

Του Θεοφύλακτου άνοιξαν διάπλατα τα μάτια, κορυφώθηκε η αγωνία του, όπως των μικρών παιδιών, που περιμένουν ανυπόμονα να σχίσουν το χαρτί για να  αποκαλυφθεί το δώρο τους. Ο Αναστάσης αφαίρεσε από τη ζώνη του το τυλιγμένο σε ρολό έγγραφο , το ειλητάριο της νεοτέρας ιστορίας της Ελλάδος και το έδωσε στον Θεοφύλακτο. Εκείνος το άνοιξε προσεκτικά και καθώς ρουφούσε με τη ματιά του κάθε λέξη, του είπε η Τζαμαλού:

-Θεοφύλακτε, διάβασε το  σε παρακαλώ  δυνατά για να ακούσω κι εγώ τι λέει.

 

Αρ. 262 Ελληνική Πολιτεία

Η Γερουσία της Ελλάδος

Προς τους Έλληνας

 

Με βαθείαν λύπην και δάκρυα εις τους οφθαλμούς κοινοποιεί η Γερουσία προς τους Έλληνας την θλιβεράν είδησιν ότι ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Α.Καποδίστριας δεν υπάρχει πλέον εις την ζωήν. Σήμερον το πρωί προς την 6 ώραν ενώ ο αείμνηστος Κυβερνήτης εισήρχετο εις την Ιεράν του Θεού εκκλησίαν, εδολοφονήθη υπό των εθνοκαταράτων και πατροκτόνων Κωνστ. Μαυρομιχάλη και Γεωργίου Μαυρομιχάλη, τον οποίον ο πρώτος έγινε ευθύς παρανάλωμα της δικαίας αγανακτήσεως του λαού. Τούτο το τρομερόν και ανεπανάληπτον συμβάν, το οποίον δικαίως ρίπτει την Γερουσίαν μετά των συμπολιτών της Ελλήνων εις βαθείαν θλίψιν, βιάζει σήμερον αυτήν να λάβει πρόχειρα μέτρα προς συντήρησιν της κοινής ασφάλειας και ησυχίας,  και προς εξακολούθησιν της κυβερνήσεως των πραγμάτων να συστήση μίαν Διοικητικήν Επιτροπήν προσωρινώς εκ τριών μελών, σύμφωνα με τον ςς ΙΓ΄του υπ Αρ. Β΄΄ψηφίσματος της εν Άργει Δ Εθνικής Συνελεύσεως. Μέλη αυτής της επιτροπής ωνόμασε κατά το εκδιδόμενον σήμερον Ψήφισμα τους Κυρίους Αυγουστίνον Α. Καποδίστριαν, Θεόδωρον Κολοκοτρώνην και Ιωάννην Κωλέττην, και δι΄ευγνωμοσύνην του Έθνους προς τον αοίδημον Αρχηγόν του, Πρόεδρον αυτής της Επιτροπής, τον αδελφόν του Κύριον Αυγουστίνον Α. Καποδίστριαν.Η Γερουσία χωρίς αναβολή θέλει δώσει τα καθήκοντα αυτής της Επιτροπής.

Η Γερουσία προσκαλεί όλους τους πολίτας να δείξωσι δια την αγάπην της πατρίδος ,δια την κοινήν ησυχίαν και ασφάλειαν προς την Διοικητικήν Επιτροπήν, ήτις σήμερον διορίζεται, την αφοσίωσιν των, την ευπείθειαν και υπακοή των, επειδή από τον πατριωτισμόν και την φρόνησιν όλων εν γένει των πολιτών κρέμαται κατ΄αυτήν την τρομερωτάτην περίστασιν η κοινή ησυχία και ασφάλεια της πατρίδος εσωτερικώς και εξωτερικώς.

Εν Ναυπλίω, την 27 Σεπτεμβρίου 1831

Ο Πρόεδρος

Δ.Τζαμαδός

Εν απουσία του Γραμματέως,

ο Συγγραμματεύς

Α.Αναγνωστάκης

 

 Αφού τελείωσε ο Θεοφύλακτος και ακούμπησε το έγγραφο πάνω στο τραπέζι, πήρε τη μαγκούρα του, σηκώθηκε όρθιος, πήγε κοντά στον ξάδελφό του που καθόταν απέναντι του και τον χτύπησε στον ώμο.

-Να είσαι καλά Αναστάση , το ήθελα σίγουρα  στο αρχείο μου, είπε και επέστρεψε στη θέση του.

Ο Αναστάσης χάρηκε για μια στιγμή, ύστερα η σκέψη του βυθίστηκε στη παρούσα κατάσταση και είπε:

-Αυτό ήταν δάσκαλε, δυστυχώς δεν είχε διάρκεια η προσωρινή διακυβέρνηση του κράτους. Η διχόνοια , ο ξένος δάκτυλος και τα ατομικά συμφέροντα μάς χώρισαν και σκοτωνόμαστε μεταξύ μας. Ο Κωλέττης και οι πεινασμένοι λύκοι της Ρούμελης,   έγιναν μαχητές ενάντια στη μάνα τους .Παίρνουν στον λαιμό τους κι όλους τους πατριώτες Ρουμελιώτες, που δεν ευθύνονται για τη τρέλα του Κωλέττη.  Σκορπίστηκαν στη Πελοπόννησο για να μας πάρουν το κεφάλι για δυο ψωροδεκάρες. Δεν εκτίμησαν ποτέ τον Καποδίστρια και  τα έχουν κάνει μαντάρα.

-  Πόσο σοβαρή  είναι η παρούσα κατάσταση; ρώτησε ο Θεοφύλακτος.

-Θα είχαμε σφαχτεί εξ αρχής  Πελοποννήσιοι και Ρουμελιώτες, αλλά ο Στρατφόρδος Κάννιγκ φρόντισε στη Κωνσταντινούπολη και ορίστηκαν τα όρια της Ρούμελης πέρα από τον Ισθμό της Κορίνθου, στη Περαχώρα. Όλοι οι αντικαποδιαστριακοί έκαναν Ρουμελιώτικη κυβέρνηση με πρόεδρο τον Κωλέττη και γραμματέα τον Χρηστίδη. Οι οπλίτες μαζεύτηκαν στο στρατόπεδο του Κωλέττη, άνεργοι φτωχοί και πεινασμένοι,  να παίρνουν φράγκα  σκοτώνοντας όποιον διατάξει ο  αρχηγός.  Ονόμασαν Συνταγματικό το κόμμα τους, ενάντια στους οπαδούς της μοναρχίας, τη μερίδα του Αυγουστίνου Καποδίστρια και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

-Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ο Κωλέττης αναχαιτίστηκε και δεν μας έχει ήδη κατασφάξει όλους, είπε ο Θεοφύλακτος.

-Είχε πάρει απόφαση  να εκστρατεύσει στη Πελοπόννησο, αλλά δεν είχε χρήματα για να πληρώσει τους στρατιώτες. Τον έβγαλε από τη δύσκολη θέση ο Θείρσιος, πράκτορας του Λουδοβίκου με φιλελληνική προσωπίδα, που  ήρθε στην Ελλάδα για να μεταφέρει επιστολές από τον Λουδοβίκο στον Καποδίστρια. Τη μέρα του θανάτου του Κυβερνήτη ήταν  στο Ναύπλιο και στη συνέχεια πήγε  περιοδεία στα νησιά, για να διαπιστώσει τι κλίμα επικρατεί. Χάρηκε που τον υποδέχτηκαν με  τιμές ως μεσάζοντα του Λουδοβίκου, που θα τους έφερνε τον Όθωνα στην Ελλάδα. Μόλις άκουσε για την εκστρατεία του Κωλέττη, έτρεξε αρχικά για να την σταματήσει. Ο Κωλέττης τον δέχτηκε με τιμές και του ζήτησε δανεικά για να πληρώσει τους στρατιώτες. Εκείνος τον δάνεισε και σταμάτησε για λίγο το αδελφοκτόνο σχέδιο του  . Στην συνέχεια  ο Κωλέττης τον έπεισε ότι πρέπει να κατέβει και να καταλάβει τη Πελοπόννησο και δεν του έφερε αντίρρηση ο Θείρσιος.  Έφθασε  ο  άθλιος  μέχρι τον Ισθμό με τον στρατό του, κατέλαβε τον ασθενή κυβερνητικό στρατό και όδευε προς το Ναύπλιο. Όταν όμως έγινε η πρώτη αιματηρή μάχη, ο Θείρσιος εμφανίστηκε ως φιλέλληνας και  ζήτησε σε όλους να παύσουν τα πυρά, να μην σκοτώνει αδελφός τον αδελφό. Παραιτήθηκε η κυβέρνηση της τριανδρίας και έφυγε ο Αυγουστίνος με τη σωρό του αδελφού του για τη Κέρκυρα.

Ιδρύθηκε νέα κυβέρνηση που  μετείχε και ο Κωλέττης. Αλλά κι αυτό το νέο πολιτικό σχήμα  προβληματικό αποδείχτηκε.

-Η ειρήνη παραμένει ερμητικά κλεισμένη στα χρονοντούλαπα της ιστορίας, είπε ο Θεοφύλακτος.

-Και τι έγινε μετά παιδάκι μου; ρώτησε η Τζαμαλού.

-Οι λύκοι της Ρούμελης με αρχηγό τους τον Κωλέττη όρμησαν στην Πελοπόννησο σαν σε εχθρική χώρα. Έφεραν καταστροφή, τρόμο, αναρχία, άρχισαν οι αρπαγές στο όνομα της σημαίας του Κωλέττη, αλλά γλιτώνουν προσωρινά τα μέρη στα οποία  έχει επικρατήσει ο γέρος .Το κόμμα όμως του Κολοκοτρώνη δεν είναι νόμιμο. Ο  Κολοκοτρώνης είναι πατέρας και ευεργέτης μας Τζαμαλού μου.

-Με τη Γερουσία τι έγινε; ρώτησε ο Θεοφύλακτος.

-Έφυγε από το Ναύπλιο και πήγε υπό την προστασία της ρωσικής ναυτικής μοίρας του Ρικόρδου.

-Ποιος από τους δικούς μας πήγε στο Μόναχο; Άκουσα αλλά δεν έλαβα σαφή απάντηση,  ρώτησε ο Θεοφύλακτος.

-Ο Νότης Μπότσαρης για τη Ρούμελη, ο Αντρέας Μιαούλης για τα νησιά και ο Δημήτρης Πλαπούτας για τη Πελοπόννησο πήγαν για να ορκιστούν πίστη στον βασιλιά. Του Γενναίου, του γιου του Κολοκοτρώνη δεν του το επέτρεψαν . Τους υποδέχτηκαν με τιμές οι Γερμανοί και  έμειναν εκεί από τον Οκτώβρη μέχρι τον Δεκέμβρη. Επειδή ο Όθωνας είναι ανήλικος, διορίστηκε τριμελής επιτροπή αντιβασιλείας. Έπεσαν οι πρώτες προκαταβολές του δανείου που εγγυήθηκαν η Ρωσία, Αγγλία και Γαλλία για τη κυβέρνηση του Όθωνα και  μετά ήρθε ο Όθωνας με τον Γερμανικό στρατό του στην Ελλάδα.

 -Ευγενής έφηβος μετά πολλών φροντίδων και  πατρικών υποχρεώσεων, θυσία για τους ιερούς σκοπούς της μοναρχίας απ΄ ο,τι είδα στη φωτογραφία του ,είπε ο Θεοφύλακτος. Οπότε έχουμε απόλυτη μοναρχία.

-Ακριβώς. Δεν έχουμε σύνταγμα. Η Γαλλία και η Αγγλία πρότειναν να εφαρμοστούν στην Ελλάδα φιλελεύθερες συνταγματικές αρχές, αλλά ο Τσάρος Νικόλαος, που εκπροσωπεί την υπέρτατη αρχή της μοναρχικής νομιμοφροσύνης, με υπουργό τον κόμη Νεσσελρόδε κήρυξε ότι μόνη αρχή και πηγή παντός νόμου στην Ελλάδα αναγνωρίζει τον Όθωνα.

-Προς το παρόν η εξουσία είναι συγκεντρωμένη στην αντιβασιλεία, είπε ο Θεοφύλακτος.

-Ακριβώς. Οργάνωσαν υπουργικό συμβούλιο και συμβούλιο επικρατείας. Είπαν ότι θα διορίσουν πολιτικούς και στρατιωτικούς άνδρες που προσέφεραν μεγάλες υπηρεσίες στον αγώνα για τη λευτεριά του τόπου. Ένα μάτσο τυχοδιώχτες άνεργοι από τη Γερμανία, συγκρότησαν τον στρατό του Όθωνα για να αποτελέσουν τον ακριβοπληρωμένο πυρήνα του Ελληνικού στρατού και έλαβαν τις καλύτερες στρατιωτικές θέσεις.

-Κι εκεί που πληρώναμε 10% στους Τούρκους για τα προϊόντα που παράγει η γη μας, τώρα πληρώνουμε φέσι συν 15% επάνω για φόρο επικαρπίας,  πρόσθεσε η Τζαμαλού.

-Και βάλε θειούλα μου , είπε ο Αναστάσης.

-Ένα μόνο καλό είδα να κάνει ο Άρμανσμπεργκ, είπε ο Θεοφύλακτος. Το νόμο της Δασονομίας, αλλά κι αυτός είναι ελλιπής. Συμφωνώ, να μην ξεχερσώνονται τα δάση και να καίγονται, αλλά  χρειάζονται  ρυθμίσεις για την υλοτομία.

-Τα δάση δάσκαλε, κινδυνεύουν λιγότερο από όλους μας. Δε βλέπεις εδώ σε τι εξαθλίωση έχουμε οδηγηθεί; Ο  Βαυαρός Στρατηγός Χρ. Σμάλτ με τον στρατό της κυβέρνησης και   τους λυσσασμένους λύκους του Κωλέττη έχουν ξεχυθεί  παντού στη Πελοπόννησο.

-Γιατί παιδάκι μου μας έβαλαν φωτιά; Μας κατέστρεψαν πέρυσι τον Μελιγαλά; Επειδή λένε ότι κάποιοι έσφαζαν τα ζώα τους και τα έτρωγαν;

-Αχ! Τζαμαλού μου, είπε ο Αναστάσης. Κοιμόμαστε όλοι με τα τουφέκια κάτω από τα μαξιλάρια ,γιατί δεν ξέρουμε τι θα μας ξημερώσει. Έσφαξαν ορισμένοι τα ζώα τους γιατί δεν είχαν χρήματα να πληρώσουν τους κοτσαμπάσηδες  της  αντιβασιλείας και  τροφή για να φάνε. Μυρίζονται εξέγερση του λαού και τρέχουν να προλάβουν. Έκλεισαν τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα στο μπουντρούμι στην Ύδρα και δεν ξέρουμε αν θα ξημερώσει την επόμενη ο γέρος, από την υγρασία εκεί μέσα.

-Για πες μας ,πώς είναι τα πράγματα Αναστάση μου. Μου είπε η μάνα σου ότι πήγες και τους είδες.

-Ο Γέρος είναι ψύχραιμος. Παίζει με το κομπολόι του και σκέφτεται τι θα απογίνουμε. Ποιος θα φυλάει τα πρόβατα στο μαντρί να μην τα φάνε οι λύκοι. Όταν με  είδε  φώναξε, καλώς τον   Αναστάση, Ανάσταση να μας βρει. Μνήσθητί μου Κύριε, όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου, είπε στο δικαστήριο, όταν βγήκε η απόφαση. Πότε θα αράξω στη καλύβα μου Αναστάση; με ρώτησε. Άσπρισα, γέρασα, ετοιμάζομαι για  φευγιό και  τη λευτεριά δεν την είδα ακόμα. Ο Πλαπούτας φοβάται και έχει κιτρινίσει ολόκληρος. Έχει εφτά κόρες και ένα γιο. Δεν σκέφτεται τον εαυτό του, αλλά τι θα απογίνουν στιγματισμένα και πάμφτωχα τα παιδιά του στη κοινωνία.

-Πες μας για σένα Αναστάση μου; Ο Φέδερ κυνηγάει και σένα , όπως τους Μελιγαλέους;

- Εμένα με κυνηγάνε όλοι. Είμαι το πρώτο θήραμα στο πιάτο τους. Έχω από τα δεκαπέντε μου χρόνια να ξαπλώσω σε κρεβάτι θεια. Μια η λευτεριά από  τα δεσμά των Τούρκων και τώρα οι ξένοι δυνάστες, τι περιμένεις;

-Κατάλαβα! Καβάλα πας στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάς, καβάλα παίρνεις αντίδωρο απ του παπά το χέρι, είπε η Τζαμαλού.

-Μακάρι να πήγαινα στην εκκλησιά Τζαμαλού μου.

Βλέπεις ο Θεός μου έδωσε το αριστερό χέρι κουλό για να μη πράξει το κακό. Να μου μείνει και κάτι όταν φύγω από τη ζωή. Έχω διαπράξει φόνο. Θα μου το κόψει   ο Χριστός το δεξί μου χέρι.

-Για τη πατρίδα αγωνίζεσαι Αναστάση. Είσαι πολεμιστής, δεν είσαι δολοφόνος, αμύνεσαι  υπέρ πάτρης. Ο Θεός είναι μέσα σου και τα βλέπει όλα, απάντησε ο Θεοφύλακτος.

-Ακόμη χειρότερα που τα βλέπει όλα, απάντησε ο Αναστάσης.

Εσύ να μου πεις  Τζαμαλού. Πώς τα περνάς εδώ με τον διανοούμενο ξάδερφο. Τα ζωντανά σου καλά είναι;

-Ποια ζωντανά Αναστάση μου;Τα πουλήσαμε όλα για να ζήσουμε και να ανταπεξέλθουμε. Δυο κοτούλες έχω κρατήσει όλες κι όλες και τις κρύβω πίσω στην αυλή για να έχω κανένα αβγουλάκι να βράζω  για τον  Θεοφύλακτο.

-Το χωράφι ποιος σου το θερίζει, που δεν μπορεί ο ξάδερφος.

-Πέρυσι   το θέρισε ο θείος σου ο Σκαλαίος και    μοιράσαμε το σιτάρι μεταξύ μας. Αλλά δεν το πήγαμε στον μύλο για να το αλέσουμε. Τι να πάμε, δυο σακιά σιτάρι; Τι θα μας απομείνει για να  φτιάξουμε ψωμί όλο τον χρόνο; Είναι του κράτους ο μύλος. Δεν ακούς τι λένε;  Κρατεί το κράτος τους 5500 από τους 6000 χιλιάδες μύλους για να έχει έσοδα. Το τρίβω σιγά σιγά μόνη εδώ στο σπίτι το σιτάρι, με τον παλιό μύλο της πεθεράς μου και ψήνουμε στον φούρνο στην αυλή ψωμάκι. Κουράζομαι, αλλά τι να κάνουμε; Πλούσιοι δεν είμαστε, έχουμε πρόβλημα αναπηρίας, πώς  να βοηθήσουμε το κράτος; Ο Θεοφύλακτος θα έπρεπε να παίρνει  κάτι,  ένα βοήθημα.

-Τώρα σώθηκες, απάντησε ο Θεοφύλακτος.

-Δεν είσαστε εδώ μέσα λιγάκι σκοτεινά; Γιατί τα κλείσατε μόνιμα με πέτρες τα παράθυρα;Είχε δέκα παράθυρα το σπίτι και βλέπω μόνο  τα τρία.

-Φοβόμαστε παιδάκι μου, μη μας έρθει καμιά αδέσποτη, μπορεί να μπουν κλέφτες μέσα στο σπίτι και να μας σφάξουν.  Δεν θέλουμε να πληρώνουμε και τα παραθυριάτικα. Δεν ακους τι λέει ο εισπράκτορας; Ρωτάει πόσα παράθυρα έχει το σπίτι για να μας φορολογήσει. Αν έχουμε τσοπανόσκυλο, το φορολογεί κι αυτό. Τα τσοπανόσκυλα του χωριού τα πήγαμε όλα και ζουν μόνα τους  στο ποτάμι, στη Μαυροζούμενα , ψηλά στον Κάκαβο και όποιος έχει λίγη τροφή που του περισσεύει, πηγαίνει και τους τη ρίχνει.

-Συγνώμη μητέρα, είπε ο Θεοφύλακτος σκεπτικός.  Να σε ρωτήσω Αναστάση, η αντιβασιλεία τι σκοπεύει να κάνει;Πώς σκέπτονται να προχωρήσουν;

-Αν και οι τρεις είναι ισόβαθμοι, ο Άρμανσμπεργκ φαίνεται να θέλει να τους παρακάμψει όλους και να κυβερνήσει αν είναι δυνατόν αντί για τον Όθωνα. Τα έχει βρει αυτός με την Αγγλία και πορεύεται δεόντως. Αν μπορούσε, αύριο το πρωί θα  έστελνε πίσω στη Γερμανία τους άλλους δύο. Ο Μάουρερ είναι προτεστάντης της ολκής και δεν καλοβλέπει την Ορθοδοξία. Συνεργάζεται με τον Θεόκλητο Φαρμακίδη για να κόψει τη κεφαλή της εκκλησίας που είναι στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως και να γίνει ανεξάρτητη Εκκλησία της Ελλάδος . Όχι βέβαια για το καλό της Εκκλησίας. Έτσι θα ελέγχεται καλύτερα  η εκκλησιαστική περιουσία και οι αποφάσεις της εκκλησίας θα λαμβάνονται   σε συνεννόηση με το βασιλιά. Τι να πεις και τι να ομολογήσεις ξάδερφε.

-Μη στενοχωριέσαι. Η μόνη που θα επιβιώσει θα είναι η Ορθοδοξία, γιατί έχει την έδρα της στην Ουράνια Βασιλεία,  απάντησε ο Θεοφύλακτος.

-Ο Μάουρερ είναι φιλόδοξος. Θέλει να φτιάξει πανεπιστήμια, καλεί  πολλούς από το εξωτερικό να έλθουν στην Ελλάδα για να διδάξουν.

-Κι ο Κωλέττης; ρώτησε ο Θεοφύλακτος.

-Παραμονεύει να σου  ξεπαστρέψει τον ξάδερφο,τι άλλο να σου πω!

-Εσένα παλικάρι μου, που είσαι ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος στο άλογο καβάλα;Εσένα που σε βλέπει ο Χάρος και σε φοβάται; Που μας φυλάς μέσα στο μαντρί για να μη μας φάνε οι λύκοι;Είπε δακρυσμένη η Τζαμαλού.

-Μη κλαις Τζαμαλού ,  μου ραγίζεις τη καρδιά και δεν θα μπορώ να πιάσω το τουφέκι  , είπε ο Αναστάσης. Τυχερός είσαι ξάδερφε. Ο Θεός σου έσπασε το πόδι από τη κοιλιά της μάνας σου και δεν σε άφησε να αμαρτήσεις. Θα πας ως άγγελος στον Παράδεισο.

-Ενώ εσύ θα πας στη κόλαση με τον Φέδερ τον Σμάλτ και τον Κωλέττη  για να λύνετε τις διαφορές σας! Δεν με παρατάς Αναστάση, είπε ο Θεοφύλακτος.

-Γιατί, ψέματα είναι; Έτσι δεν λέει η Αγία Γραφή, ότι πρέπει όλα να τα λύσουμε εδώ για να μην τα πάρουμε μαζί μας στην άλλη ζωή;

-Γι αυτό πήρες εσύ τα βουνά, για να προλάβεις να τα λύσεις όλα εδώ και τώρα.

-Όχι, να αφήσω να  βλέπω να σας καταδυναστεύουν  , να σας σφάζουν και να χαίρομαι, απάντησε ο Αναστάσης.

-Πω!πω! Ξέχασα με τη συζήτηση ,είπε η Τζαμαλού. Πάω να σου φέρω κάτι να φας.

-Κάθισε κάτω θεια. Είμαι φαγωμένος και πιωμένος. Τη ξέρεις τη μάνα μου. Με κυνηγάει στο δρόμο να φάω και ότι της μένει στο χέρι το χώνει στο στόμα του αλόγου, για να μην αισθάνεται ότι  δεν τα κατάφερε.

Η Τζαμαλού κάθισε κάτω  γελώντας.

- Θα ήθελα να μου πεις την άποψή σου, πώς υποκινήθηκε η δίκη του Κολοκοτρώνη ,   ρώτησε ο Θεοφύλακτος.

-Ο Άρμανσμπεργκ είχε από κοντά του τον γέρο και τον Γενναίο για να μπορεί να ελέγχει την κατάσταση στη Πελοπόννησο. Ο Κωλέττης έβαλε λόγια στους άλλους δύο ότι απειλούνται από τον Άρμανσμπεργκ, γιατί κάτι σχεδιάζει  εναντίον τους με τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα. Οι  Ευρωπαίοι παράλληλα, δεν βλέπουν με καλό μάτι τον Κολοκοτρώνη,  γιατί εχθρεύονται την υπερδύναμη της Ρωσίας και την εξουσία του Τσάρου. Δεν αντιλαμβάνονται ότι ο Κολοκοτρώνης είναι ένας νομοταγής πατριώτης. Έτσι   τους τράβηξαν στο δικαστήριο και τους μάντρωσαν.  Η  δίκη  ξεκίνησε στις 30 Απρίλη και τελείωσε  στις 26 του Μάη.

-Και τι θα απογίνουν τώρα; ρώτησε η Τζαμαλού.

-Από τις αντιδράσεις του Όθωνα κατάλαβα ότι θα τους  δώσει χάρη  κάποια στιγμή για να μπορέσει να κυβερνήσει . Διαφορετικά η οργή του λαού θα αποδυναμώσει τη βασιλεία του.

-Φοβάσαι παιδάκι μου, εκεί που τρέχεις μέσα στα βουνά και στα λαγκάδια; Ρώτησε η Τζαμαλού.

-Τι να φοβάμαι θεια; Τα θηρία της γης; Πιο αγαθά είναι από τον άνθρωπο. Δεν τρώγονται μεταξύ τους. Εμείς εδώ δεν φθάνει που χάσαμε 800 χιλιάδες ψυχές για να σηκώσουμε τη ταφόπλακα   της Τουρκοκρατίας,  φορέσαμε τις αλυσίδες της υποτέλειας και γίναμε είλωτες  σε ξένους δυνάστες. Και να ήταν μόνο αυτό; Βράζει το αίμα μέσα μας για να φάμε ο ένας  το κεφάλι του άλλου. Η αιώνια κατάρα από τότε που γεννήθηκε ο Έλληνας σε αυτόν τον   τόπο. Από τη διχόνοια και το μίσος, μόνο ένας Θεός μας σώζει.

-Αμήν, να μας δώσει λογικό νου και αγάπη στη καρδιά να δούμε τι πραγματικά πράττουμε, είπε ο Θεοφύλακτος.

-Να σε χαρώ εσένα και την αγάπη σου,    απάντησε χαμογελώντας ο Αναστάσης, ενώ αγκάλιαζε  διάπλατα τον Θεοφύλακτο .

-Πέρασες καθόλου από την Αθήνα και το Ναύπλιο; ρώτησε ο Θεοφύλακτος.

-Πέρασα και τι δεν είδα. Είναι θλιβερή η κατάσταση. Πεινάει ο κόσμος και βάζει ενέχυρο ο,τι έχει και δεν έχει. Αρπαγές, κλοπές, ληστείες, αναρχία, ο,τι κακό βάζει ο νους σου το έχει ο μπαξές. Γερμανοί, Φαναριώτες και ντόπιοι τυχοδιώχτες έχουν ξεχυθεί και ο,τι αρπάξουν. Πεινάνε οι άνθρωποι και δανείζονται χρήματα. Ένα λαμβάνουν και δέκα επιστρέφουν.  Υποθηκεύουν τα σπίτια τους με 2% δάνειο για να ζήσουν, δεν καταφέρνουν να αποπληρώσουν το δάνειο και μέσα σε έναν χρόνο  κατάσχουν τα αρπακτικά τη περιουσία τους.  Τους έχουν πάρει τα καλύτερα σπίτια.

-Ο Γιαννάκης Γκρίζαλης τι λέει;

-Αυτός κι αν είναι. Είναι ήδη σεσημασμένος. Με την πρώτη ευκαιρία θα τον  εκτελέσουν.

Εξήντα παράδες το σφαχτό

δυο γρόσια το μοσχάρι

και τρία γρόσια τ΄ άλογο

ποιος θεός το υποφέρει;

Αυτό λέει.

-Αναρωτιέμαι τι θα απογίνουν οι επόμενες γενιές των Ελλήνων όταν θα αυξάνονται τα χρεολύσια, είπε ο Θεοφύλακτος.

-Ούτε βρακοζώνι δεν θα έχουν για  να δέσουν το βρακί τους ,  είπε  η Τζαμαλού.

-Δεν θα έχουν καθόλου βρακί για να το δέσουν, απάντησε ο Αναστάσης.

-Εσείς τώρα τι ζητάτε που είστε όλοι ταμπουρωμένοι;ρώτησε ο Θεοφύλακτος.

Τι ζητάμε;

-Πάταξη της ακρίβειας, γιατί δεν έχει ο κόσμος χρήματα να ζήσει.

-Να φύγουν οι τυχοδιώχτες από τον τόπο.

-Να πληρώνουμε μόνο 10% για τους δημητριακούς καρπούς που παράγουμε.

-Να καταργηθεί ο φόρος των ποιμνίων για  όλα τα ζώα.

-Να ρυθμιστεί ο νόμος για την υλοτομία.

-Να δίνουν στους ιδιόκτητους αμπέλους 40 λεπτά το στρέμμα και στις εθνικές 120.

-Να δοθούν στρατιωτικοί βαθμοί .

-Να αποδοθούν στους στρατιωτικούς όσα έχουν να λάβουν από εκδουλεύσεις.

-Να αναλάβει ο βασιλιάς.

-Να φύγουν οι Βαυαροί από τη χώρα.

-Να ελευθερωθούν οι φυλακισμένοι πατριώτες και ήρωες.

-Να έχει σύντομα η χώρα σύνταγμα.

-Αυτά παρέλειψες να μου τα φέρεις γραπτώς, να  τα έχω στο αρχείο , παρατήρησε ο Θεοφύλακτος.

-Αυτά θα σου τα παραδώσει η ιστορία  γραμμένα με   αίμα   δάσκαλε, απάντησε ο Αναστάσης.

 Ύστερα σηκώθηκε, άνοιξε λίγο το εξώφυλλο του παραθύρου και κοίταξε προς τον ουρανό. Έπεσε    βαρύ σκοτάδι είπε, είναι ώρα να φύγω.

-Που θα πας τέτοια ώρα παιδάκι μου,  διαμαρτυρήθηκε η Τζαμαλού. Κοιμήσου εδώ απόψε και φεύγεις το πρωί.

-Δυστυχώς, πρέπει να πηγαίνω Τζαμαλού μου. Ενωρίς το πρωί πρέπει να   βρίσκομαι στη Τριπολιτσιά.

-Μια στιγμή τότε, να σου φέρω κάτι. Σου έφτιαξα τερλίκια να φοράς , να μη   κοιμάσαι τη νύχτα με τα τσαρούχια.

-Αν βγάλουμε και τα τσαρούχια μας ,πάει Τζαμαλού μου, το χάσαμε το αμπέλι, είπε χαμογελώντας ο Αναστάσης. Ύστερα έσπρωξε τη καρέκλα του , πλησίασε τον Θεοφύλακτο και ακούμπησε ανοιγμένη τη δεξιά του παλάμη, πάνω στον αριστερό μηρό του  ξαδέλφου του.  Αυτό είναι  το δεξί  χέρι του Πέλοπα είπε, που πλέει πάνω στο κουτσό πόδι του Ηφαίστου , ανάμεσα στο Ιόνιο και το Αιγαίο Πέλαγος.

Ο Θεόκλητος ανασήκωσε ελαφρά τον παράμεσο δάκτυλο του Αναστάση, κι αυτή είναι η φλέγουσα άμπελος του Κυρίου στην ευλογημένη Μεσσηνιακή γη, που δαχτυλίδι της φορεί τον  ξάδελφο μου , απάντησε ο Θεοφύλακτος.

-Ο Αναστάσης δάκρυσε και τον αγκάλιασε σφιχτά,  λέγοντας: Σε πεθύμησα  απίστευτα δάσκαλε!Ύστερα ,τράβηξε τη καρέκλα του πιο  μακριά, τον κοίταξε κατάματα και είπε:

-Γεννηθήκαμε την ίδια ημέρα και δώσαμε διπλή χαρά στις  μανάδες μας.

-Αμήν ,να πεθάνουμε και την ίδια   σε βαθιά γεράματα, χριστιανά να είναι τα τέλη μας , απάντησε ο Θεοφύλακτος.

-Όσο γι αυτό θα σε απογοητεύσω,  απάντησε ο Αναστάσης. Δεν έχεις ακούσει; Μάχαιραν έδωσες, μάχαιραν θα λάβεις. Βόλι έδωσες, βόλι θα λάβεις!Αλλά ούτε που με νοιάζει πια. Πάνω στο άλογο του νου μου καβαλάρης , με τη σημαία της πατρίδας μας ψηλά θα πεθάνω. Ο,τι θέλει ο Θεός ας ξημερώσει για δικαίους και αδίκους. Κοίτα μη με βρει κακό βόλι και κλάψεις, θα σε διαγράψει η ψυχή μου αιωνίως. Κλέφτικα να τραγουδήσεις. Στου Διγενή τη μάχη νικητής δεν είναι ο Χάρος, αλλά ο ίδιος ο Διγενής. Και τα παράθυρα να τα ανοίξεις τα μισά για να μπαίνει μέσα φως. Να φτιάξεις και μια φωλιά. Γιατί πού ξέρεις; Μπορεί να ρθει ένας αετός να  κουρνιάσει, όταν βρει σε τούτο τον τόπο την αγάπη.

-Δεν πας να πλυθείς   Θεοφύλακτε που κλαις από μέσα σου,  παρατήρησε η Τζαμαλού. Δεν αντέχει η καρδιά μου να σας βλέπω έτσι.

- Κουράγιο να λευτερώσουμε τη πατρίδα από τον ξένο ζυγό, Τζαμαλού , είπε ο Αναστάσης ,κι εκείνη αναλύθηκε σε κλάματα. Μη κλαις Τζαμαλού,  απάντησε βροντόφωνα ο Αναστάσης, γιατί θα ρίξω  στον αέρα νυχτιάτικα μια τουφεκιά και θα φύγουν τρέχοντας όλα τα χελιδόνια από τη στέγη σου. Αφού τους αγκάλιασε και τους φίλησε στο μέτωπο, πήρε το δισάκι , τον κόκκορα και τα τερλίκια του, έλυσε το άλογο και χάθηκε μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια της νύχτας, που ούρλιαζαν τα πεινασμένα σκυλιά και η  Μεσσηνιακή γη θρηνούσε βαμμένη στο αίμα.

      Η   επανάσταση στη Μεσσηνία ξέσπασε τον Ιούλιο του 1834. Ο οπλαρχηγός Αναστάσιος Τζαμαλής έδωσε τη τελευταία του μάχη στις 29 Ιουλίου, στο χωριό Ασλάναγα (Άρι ) της Μεσσηνίας. Τον συνέλαβε ο κυβερνητικός στρατός υπό την εποπτεία του  Βαυαρού Στρατηγού Χρ. Σμαλτ και  οι αντικαποδιστριακοί του Κωλέττη. Φυλακίστηκε στο Νιόκαστρο της Πύλου ,έγινε έκτακτο στρατοδικείο  με στρατιωτικό νόμο του Κωλέττη, καταδικάστηκε σε θάνατο και τουφεκίστηκε αμέσως. Ήταν μόλις 30 ετών. Το 1839 ανέλαβε Δήμαρχος , με έδρα Δήμου τη Βαλύρα, ο Βασίλης Λινάρδος. Κατάφερε να συλληφθεί στη περιοχή ο ληστής Κουμπαρούλης, που κατέκλεβε τον κόσμο και το χωριό βίωσε μία μικρή περίοδο ησυχίας. Η Ελλάδα πορεύτηκε  επαναλαμβάνοντας το σενάριο της διχόνοιας και εσωτερικής διάσπασης μέχρι τις μέρες μας. Γέννησε  Θεοφύλακτους, Τζαμαλήδες, αλλά και  Κωλέττηδες.

      Θεώρησε , είπε ο Φιλήμων  , ότι υπάρχει Θεός. Λάτρευέ τον, αλλ΄ας μην ερευνάς, κατεχόμενος από πλείστη περιέργεια και την ουσία του Θεού, γιατί δεν πρόκειται να επιτύχεις άλλο κάτι από το να κουραστείς ματαίως. Μη μεριμνάς, λοιπόν, να μάθεις αν υπάρχει ή δεν υπάρχει, αλλά λάτρευέ τον σαν να υπήρχε πράγματι και σαν να ήτανε παρών, εκεί μπροστά σου. Ευτυχώς που η γενιά του 1960 δεν έζησε τον τελευταίο εμφύλιο πόλεμο. Η διχόνοια και το μίσος καιροφυλαχτούν να μας πιάσουν αδύναμους και να μας καταλάβουν. Αυτό έχει αποδείξει η ιστορία  στον τόπο μας. Αν δούμε όμως τον Χριστό μπροστά μας  , μέσα στα μάτια του αδελφού μας, η Ελλάδα θα γίνει οίκος του Θεού κι εμείς  άγιο εκκλησίασμα. Επειδή  ποτέ δεν θα μας αφήνει ο διάβολος να αγιάσουμε, ας δυναμώσουμε τη πίστη μας, γιατί η πίστη οδηγεί σε έργα αγαθά και σώζει. Μόνο έτσι θα μπορέσει  να προχωρήσει προς την οδό της σωτηρίας ο τόπος μας.

 Ευχαριστίες:

Ευχαριστώ θερμά τον καθηγητή Ιωάννη Λύρα, που μοιράστηκε μαζί μου την ενδιαφέρουσα ομιλία του  με θέμα: Η Μεσσηνιακή Κοινωνική Επανάσταση του 1834.

   Ο Θεός μαζί σας!

 Ευθυμία Η. Κοντοπούλου










































Δεν υπάρχουν σχόλια: