Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

ΣΧΟΟΑΠ ΤΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΙΘΩΜΗΣ.ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ



 ·         Ιστορικά και Μυθολογικά Στοιχεία
Ένας από τους τρόπος προσέγγισης του προβλήματος είναι και η εννοιολογική σημασία των μυθικών ονομάτων και τοπωνυμίων σε συνδυασμό με τα εδαφομορφολογικά δεδομένα της εποχής και σε αυτό η γνώση της ιστορικής Γεωλογίας είναι καθοριστική . Η μεθοδολογία αυτή –πολύ γνωστή στους αρχαιολόγους- υποχρεωτικά αφορά ευρύτερες περιοχές, υπερβαίνοντας τον τοπικό χαρακτήρα.
Ως επίσημη μαρτυρία για την ύπαρξη του χωριού Τζεφερεμίνι (Βαλύρα) θεωρείται η απογραφή του Βενετσιάνου Γκριμάνι στα 1700 . Η ετυμολόγηση όμως του ονόματος από τις τούρκικες λέξεις Τζεφέρ  και Εμίν (Εμίρ) - που πιθανώς πρόκειται για τίτλο ανάλογο του Σπαχή- οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο οικισμός υπήρχε στην Α’. Τουρκοκρατία (1450-1685) χωρίς δυστυχώς καμία πληροφορία για την θέση του .
Πίνακας Α.3.2-1: Απόσπασμα Απογραφής Ν. Μεσσηνίας Γκριμάνι 1700
Επαρχία

Χωριά

Οικογ.
Η λ ι κ ί ε ς
Σύνολο
1-16
16-30
30-40
40-50
50-
Κυπαρισσίας (Arcadia)
91
1948
3955
2279
1166
745
879
9064
Καρύταινας (Caritena)
119
2761
4701
2388
1978
1181
1465
11713
Ανδρούσας (Adrusa)
69
1427
2118
1212
924
628
690
5572
Καλαμάτας (Kallatta)
21
1081
1690
972
780
465
492
4399
Κορώνης (Coron)
62
1044
1751
782
608
450
565
4156
Μεθώνης (modon)
51
654
1164
550
421
275
278
2688
Πύλου (Navarino)
27
445
803
331
251
165
274
1824
ΣΥΝΟΛΑ
440
9360
16222
8514
6128
3909
4643
39416

Πίνακας Α.3.2-2: Απόσπασμα Απογραφής Δ. Ιθώμης Γκριμάνι 1700
Χ ω ρ ι ό
Οικογ.
Η λ ι κ ί ε ς
Σύνολο
1-16
16-30
30-40
40-50
50-
Λάμπαινα (Lesi)
8
10
8
5
2
1
26
Βουρνάζι(Burnasi)
7
9
4
3
2
5
23
Χασάν Πασά(Cassan Basa)
22
35
16
10
14
11
86
Βαλύρα(Zafferemini)
55
109
45
41
23
16
234
Αρσινόη(Simisa)
19
24
20
4
4
8
60
Μαυρομάτι(Mavromati micro)
11
11
11
6
4
4
36
Κεφαλληνός(Cheffalino)
34
44
31
10
11
10
106
Γκολέμι(Giolemi)
7
7
5
5
3
3
23
Κοχύλι(Licuresi)
19
20
9
13
9
19
70
Σκάλα(Scala)
53
104
63
43
34
3
251

Η απογραφή Γκριμάνι εμφανίζει τη Βαλύρα ως το τρίτο σε πληθυσμό χωριό της επαρχίας Ανδρούσας, μετά το Νησί και τη Σκάλα. Η επικρατέστερη υποθετικά ερμηνεία που μπορεί να δοθεί για την ίδρυση της Βαλύρας είναι πως οι Βενετσιάνοι προκειμένου να κατασκευάσουνε τη Δέση, το Αυλάκι και τους δύο Μύλους εγκατέστησαν  στο χωριό νέες οικογένειες για να καλλιεργούν τις ποτιστικές εκτάσεις. Από τα στοιχεία της απογραφής Γκριμάνι εξάγονται τ΄ακόλουθα συμπεράσματα:
- Η μέση ηλικία του πληθυσμού κυμαινόταν γύρω στα 40 χρόνια. Εξαίρεση απότελούν μόνο τα χωριά Χασάν Πασά και Κεφαλληνός στα οποία προσέγγιζε τα 50 έτη.
- Ο αριθμός των παιδιών (ηλικίας έως 16 χρόνων) για κάθε οικογένεια είναι πολύ  μικρός (περίπου 1,2), με εξαίρεση τη Βαλύρα και τη Σκάλα (2).
- Ο αριθμός των μελών για κάθε οικογένεια είναι περίπου 3,2 άτομα εκτός από τη Βαλύρα και τη Σκάλα (4,25 και 4,74 αντιστοίχως).
Τα δύο τελευταία συμπεράσματα για τη Βαλύρα και τη Σκάλα επιβεβαιώνουν τη δυναμική ανάπτυξής τους στην Ενετοκρατία. Όλες οι μεταγενέστερες απογραφές δείχνουν πως τα δύο χωριά είχανε μία παράλληλη ανάπτυξη σε ομαλές συνθήκες. Με βάση την παραδοχή ότι το μοντέλο διάχυσης της αλβανικής προέλευσης κατοίκων της ΒΔ Πελοποννήσου του 1450 ίσχυε και στα 1700, υπολογίζεται ότι το 60-70% των κατοίκων της Βαλύρας και της Σκάλας ήταν γηγενείς.
Οι Ενετοί κατακτητές (1685-1705) γνωρίζοντας την ευφορία της Μεσσηνίας, φρόντισαν να την εκμεταλλευθούν στην επιστροφή τους μέσω της εισαγωγής της  καλλιέργειας του ρυζιού, εσπεριδοειδών, βαμβακιού αλλά και των ιχθυοτροφείων (ντιβάρι). Παράλληλα κατασκεύασαν δρόμους, αρδευτικά έργα, νερόμυλους και ελαιοτριβεία. Η ανάπτυξη της Βαλύρας οφείλει πολλά στην εποχή αυτή.
·         Ο μύθος του Θάμυρι και πραγματικότητα
Ο πυρήνας του μύθου του Θάμυρι είναι προδωρικής προέλευσης . Ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα πως αυτός ενσωματώθηκε στη Δωρική παράδοση στην επαφή τους με τούς Θράκες και αντανακλούν τα φυσικά φαινόμενα της μεταπαγετώνιας εποχής. Ο μύθος του Θάμυρι ουσιαστικά είναι παραλλαγή ορισμένων ηράκλειων άθλων. Όσες φορές και όπου αυτός απαντάται παραμένει ο ίδιος. Σε όλες τις ιστορικές πηγές πού αναφέρεται ο ήρωας του συσχετίζεται με μία χαμένη πόλη ή οικισμό με όνομα Οιχαλία και βρίσκεται σε διαρκή ανταγωνισμό με ποτάμιες Μούσες. Στη μυθολογία αναφέρονται τουλάχιστον πέντε Οιχαλίες.
Τη Μεσσηνιακή ο Στράβωνας την ταυτίζει με την (αρκαδική) Ανδανία που σύμφωνα με την παράδοση είχε καταστρέψει ο Ηρακλής. Ο Παυσανίας μη έχοντας σαφείς τοπογραφικές ενδείξεις ξεπερνά το πρόβλημα με τη γενική φράση « αντικριστά στην Ιθώμη (Μεσσηνιακή)». Η αβεβαιότητα της θέσης της Οιχαλίας οδήγησε πολλούς να αναζητήσουν μία απάντηση μέσα από το όνομά της. Ετυμολογώντας τη λέξη διατυπώθηκε η άποψη πως προέρχεται από το ρήμα οίχομαι που σημαίνει εγκαταλελειμμένη πόλη (ερημούπολης, ερημόκαστρο) χωρίς όμως αυτό να αποκλείει και ενδεχόμενο της ταύτισης της με ιερά αφιερωμένα σε νεκρούς - που είχαν ίσως χαθεί από έντονα φυσικά φαινόμενα – και τον βασιλιά Ερύτο (= ρέει άφθονα-νερά-) του Κάτω Κόσμου. Όλα τα παραπάνω δεν συμβιβάζουν μόνο την παράδοση στην οποία η θέση της Οιχαλίας ορίζεται με γενικότητα αλλά και την αιτιολογεί. Από αυτή τη σκοπιά το εννοιολογικό περιεχόμενο της λέξης θα πρέπει μάλλον να συσχετιστεί με μία περιοχή-λεκάνη που σε σχετικά σύντομο διάστημα κατακλύσθηκε από νερά, με καταστροφικές συνέπειές για τους κατοίκους. Ακολούθησε αποστράγγιση και διαφορετική μορφολογία (προσχώσεις) του εδάφους. Όλες αυτές οι κοσμογονικές μεταβολές περνάνε από γενιά σε γενιά με τον προφορικό λόγο μέχρι τους ιστορικούς χρόνους. Βάσει αυτής της μυθολογικής παράδοσης, η καταστροφή της Οιχαλίας από τον Ηρακλή συμβολίζει για τους Δωριείς το τέλος μίας εποχής που οι άνθρωποι χάνονταν από πλημμύρες. Ταυτόχρονα όμως προϋποθέτει και το πέρασμα μίας αυτόχθονης παράδοσης στη Δωρική .
Ο Θάμυρις, προομηρίκος Θράκας ποιητής και μουσουργός που φημιζόταν όχι μόνο για το τραγούδι και τη δεξιότητα στη λύρα αλλά και για την ομορφιά και υπεροψία του που τον οδήγησε στη σύγκρισή του με τις Μούσες (Νεράιδες). Στους αγώνες που ακολούθησαν ηττήθηκε και τελικά τυφλώθηκε. Ο Όμηρος τοποθετεί το επεισόδιο κοντά στο αρχαίο Δώριο – Ραμοβούνι Βασιλικού. Κατά τον Παυσανία αυτό έγινε στην Ιθώμη και τέλος ο Ησίοδος το τοποθετεί στο Δώτιο Πεδίο πλησίον της νότιας εισόδου των Τεμπών πού κατοικούσαν οι πιερίδες Μούσες – Θρακική εκδοχή. Ανεξάρτητα από τον τόπο, τα βασικά δομικά στοιχεία του μύθου παραμένουν ίδια. Ένα ποτάμι μέσα στο οποίο χάνεται η λύρα για να προέλθει το μπά(βα) η λύρα(μου) [σανσκρικής προέλευσης φθόγγο βα – μέσα από το φαράγγι του οποίου έχει αποστραγγιστεί ένας κάμπος] .
Το Βά η λύρα (Βαλύρα) είναι το αποτέλεσμα της μυθοποίησης ενός φυσικού φαινομένου που έπλασε διαχρονικά η ελληνική φαντασία στην πορεία του χρόνου. Από την μια μεριά ο θόρυβος(ήχος) της πτώσης των νερών που διαμόρφωναν το φαράγγι διαφυγής τους ταυτίστηκε με τον υπερόπτη Θάμυρι και από την άλλη το ταπεινό θρόισμα των φυλλωμάτων της βλάστησης της δημιουργούμενης κοιλάδας με τις Μούσες. Αρχικά η κυριαρχία του πρώτου ήταν αναμφισβήτητη όσο όμως περνούσε ο χρόνος και το ύψος πτώσης των νερών μίκραινε, ο θόρυβος (μουσική) όλο και εξασθένιζε αλλά η κοιλάδα μαζί με την βλάστηση θέριευε. Η μουσική του Θάμυρι έπαψε να ακούγεται. Το πέρασμα όμως των νεραϊδών μέσα από τα φυλλώματα συνεχίζεται και σήμερα. Ο ταπεινωμένος Θάμυρης χρόνια τώρα έχει πάρει τον δρόμο για την Οιχαλία για να περάσει στον Κάτω Κόσμο (αφάνεια).
Σε αυτό τα γεωλογικό φαινόμενο-μύθο έχει τις ρίζες του και το όνομα Βαλύρα που σε ελεύθερη μετάφραση πρέπει να σημαίνει το γαργάρισμα(ήχος) των νερών. Κάποιες χειμωνιάτικες μέρες που ο Μαυροζούμενας ξεχειλίζει στον Κάκαβο και Κρεμίνα ο Θάμυρις επιστρέφει και προκαλεί τις Μούσες των ποτιστικών σε νέο αγώνα. Μάταια όμως, γιατί πολύ σύντομα είναι αναγκασμένος να επιστρέψει στη σιωπή. Επί έτη το ποτάμι απαλλαγμένο από το βουητό της κατακρήμνισης των νερών του γειτόνεψε με τις κόρες των καταπράσινων όχτων του και έχει περάσει στην υπηρεσία του ανθρώπου. Εκείνο που παραμένει αναπάντητο είναι αν ο άνθρωπος έχει κατανοήσει τι οφείλει σε αυτό για να μην επιχειρήσει την καταστροφή του αφανίζοντας έτσι και τις τελευταίες μαρτυρίες ενός γοητευτικού μύθου στενά δεμένου με το όνομα της Βαλύρας.
·         Η Προδωρική λατρεία του θεού Παμίσου και η αναβίωση της λατρείας στις πηγές του
Η ονομασία Πάμισος ανήκει στο προελληνικό γλωσσικό υπόστρωμα και είναι ανερμήνευτη. Έχει μεταφερθεί και δοθεί
- είτε από την κάθοδο των Πελασγών στη Μεσσηνία, γύρω στα 3000 π.Χ, από τη Θεσσαλία, όπου υπάρχει Πάμισος ποταμός (παραπόταμος του Πηνειού )
- είτε από τη σταδιακή επαφή και ανάμειξη των ελληνικών φύλων με τους προέλληνες, οπότε και υιοθετήθηκαν από τους πρώτους, μαζί με άλλα πολιτισμικά αγαθά και διάφορες λέξεις τους, κυρίως ονόματα φυτών, βουνών (Ιθώμη) τοπωνυμίων (Οιχαλία) και ποταμών (Πάμισος).
Οι ποταμοί είναι από τις φυσικές δυνάμεις που αυθόρμητα και αβίαστα μπορούν να ζωοποιηθούν και λατρευτούν για την κίνηση τους, που είναι η απλούστερη εκδήλωση της ζωής, πιο αισθητή βέβαια στις πηγές τους (όπως η ακινησία θεωρείται ως γνώρισμα του θανάτου). Γι' αυτό και οι πρόγονοί μας είχαν θεοποιήσει τον Πάμισο. Τον φαντάζονταν σαν Ταύρο, που τα ρουθούνια του ήταν οι πηγές του απ' όπου ανάβλυζε το νερό του.
Ο Παυσανίας αναφέρει (κεφ.3,9-10) τη λατρεία του ποτάμιου θεού Παμίσου ανάμεσα σε πολλές προδωρικές λατρείες του τόπου (απ' αυτές ρητά μνημονεύει τη λατρεία του Ιθωμάτα Δία, του Ασκληπιάδη Μαχάονα, της κόρης του Τρίοπα Μεσσήνης, των γιων του Μαχάονα Νικόμαχου και Γόργασου, του Εύρυτου στο Καρνάσιο άλσος κοντά στην Ανδανία και του θεού Παμίσου).
Εισηγητής της θρησκευτικής αυτής πολιτικής των Δωριέων ηγεμόνων υπήρξε ο γιος του Αιπύτου Γλαύκος, αλλά οργανωτής της λατρείας του Παμίσου ήταν ο Συβότας, επί του υιού του οποίου Φίντα έγινε το πραξικόπημα του ιερού της Λιμνάτιδος και ο φόνος του Τηλέκλου που έδωσε αφορμή στον Α` Μεσσηνιακό πόλεμο. Ο Συβότας όρισε ετήσια γιορτή με θυσία για το θεό Πάμισο από τον εκάστοτε βασιλιά του τόπου. Η γιορτή και η θυσία αυτή φαίνεται ότι γινόταν στις πηγές του Παμίσου, κοντά στο σημερινό Άγιο Φλώρο (επτά περίπου χιλιόμετρα βορειότερα της αρχαίας Θουρίας).
Πολύ κοντά σ' αυτές ανασκάφηκε ο μικρός ναός του ποτάμιου θεού και η λατρεία του επιβεβαιώθηκε με επιγραφές. Υπάρχει μάλιστα μεταγενέστερο (ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων) βάθρο αναθήματος με την επιγραφή «Δέξιππος ευχήν επηκόω Παμίσω» (το επίθετο χαράχτηκε μετά τις άλλες λέξεις, αλλ' όχι πολύ αργότερα).
Για τη φύση της σημαντικής αυτής ποτάμιας λατρείας υπάρχει μια σαφής νύξη στο επίθετο «επηκόω» της παραπάνω αναθηματικής επιγραφής, η οποία φωτίζεται από την πληροφορία που δίνει εδώ ο Παυσανίας, πως στις πηγές του Παμίσου παιδιά τα οποία παρουσίαζαν δυσπλασία των ποδιών τους θεραπεύονταν. Ο Πάμισος λατρευόταν λοιπόν ως θεός-θεραπευτής. Μία άλλωστε από τις πολλές πηγές του Αγίου Φλώρου έχει και σήμερα χλιαρό νερό και πιθανώς στην αρχαιότητα να ήταν θερμή πηγή.
Ο Πάμισος μπορεί να ήταν ένας θεός, επικούριος ή συμπαραστάτης, όχι μόνο ιαματικός. Η αρχαιολογική έρευνα το 1933 από τον Valmin γύρω από το ναό του Παμίσου υπήρξε περιορισμένη. Το πλήθος των αναθημάτων και η παλαιότητα της λατρείας μπορεί να σημαίνει πως μια τοπική λατρεία πήρε τη θέση ασκληπιείου (χώρου αφιερωμένου στο τοπικό θεό-θεραπευτή Πάμισο, όπως μεταγενέστερα, ο πανελλήνιος θεός-θεραπευτής Ασκληπιός). Δίπλα σ' αυτό το κτίσμα του δωρικού ναού του Παμίσου που βλέπει ανατολικά, όπως οι περισσότεροι Ελληνικοί ναοί, υπήρχε «αποθέτης», «βόθρος προσφορών», όπου στην οπή αυτή οι λάτρεις του θεού και οι ευεργετημένοι από αυτόν απέθεταν τα τάματα τους, μικρά μπρούτζινα και πήλινα αγαλματάκια θεών, ηρώων ,ταύρων, κατσικιών και μικρών παιδιών, που τα κάτω άκρα τους δείχνουν δυσπλασία.
Η λατρεία του ποταμού Παμίσου συνεχίστηκε μέχρι και το 300 μ.Χ. περίπου, οπότε και ο θεός Πάμισος έχασε τη δύναμη του, αφού δεν μπορούσε πλέον να ανταγωνισθεί τη Χριστιανική θρησκεία.
                                                         ·         ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΣΣΗΝΗ
Ο σημαντικότερος αρχαιολογικός χώρος στην περιοχή του Νομού είναι ο χώρος της Αρχαίας Μεσσήνης, γνωστής από τις περιγραφές του αρχαίου περιηγητή Παυσανία.
Κατά την περίοδο των ελληνιστικών (369- 146 π.Χ.) και ρωμαϊκών χρόνων (146 π.Χ.- 330 μ.Χ.) χαρακτηριζόταν ως ελλαδική μεγαλούπολη και υπήρξε το κέντρο της αρχαίας Μεσσηνίας για διάστημα 700 χρόνων. Αποτελεί ένα σύνολο από κτίσματα και διαιρείται σε φυσικό, ιστορικό και σύγχρονο χώρο. Ο φυσικός χώρος είναι μια πεδιάδα 5.000- 6.000 στρεμμάτων νοτιοδυτικά των λόφων Ιθώμης και Εύας ενώ ο αρχαιολογικός, υποσύνολο του φυσικού, περιλαμβάνει αρκετά ευρήματα πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο επισκέπτης αξίζει να θαυμάσει την εντυπωσιακή οχύρωση της αρχαίας πόλης, με κυρίαρχη την Αρκαδική Πύλη και τους οκτώ Πύργους της καθώς και την Ακρόπολη με το αρχαίο ιερό και το βυζαντινό μοναστήρι του Βουλκάνου που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου Ιθώμη. Επιπλέον, υπάρχουν αρκετά δημόσια κτίρια πολιτικού και λατρευτικού χαρακτήρα όπως το Θέατρο, η Αγορά, το Στάδιο, το Ηρώο, η Κρήνη, οι Οικίες και οι Βυζαντινές Οικοδομικές Νησίδες. Ο σύγχρονος χώρος περιλαμβάνει το Μαυρομμάτι, που κτίστηκε πριν από το 1923 εντός των τειχών και σχεδόν πάνω στην αρχαία πόλη, και την Αρσινόη, σε ελάχιστη απόσταση από τα τείχη και τον Οδικό Άξονα που ενώνει τους δυο οικισμούς με το Μελιγαλά μέσω της Αρκαδικής Πύλης.
Η Αρχαία Μεσσήνη είναι μια από τις σημαντικές σε μέγεθος, μορφή και βαθμό διατήρησης πόλεις της αρχαιότητας, που έχει ακόμη πολλά να προσφέρει. Δεν διαθέτει μόνο ιερά και δημόσια οικοδομήματα, αλλά και οχυρώσεις επιβλητικές καθώς και κατοικίες και ταφικά μνημεία. Διαθέτει, εκτός των άλλων, το σπάνιο προνόμιο να μην έχει καταστραφεί ή καλυφθεί από νεότερους οικισμούς και να βρίσκεται σε ένα κατ´ εξοχήν μεσογειακό αλώβητο φυσικό περιβάλλον. Το φυσικό αυτό περιβάλλον συνδυάζει την ορεινή μεγαλοπρέπεια των Δελφών και τη χαμηλή παραποτάμια γαλήνη της Ολυμπίας, με τον δεσπόζοντα γυμνό ασβεστολιθικό όγκο της Ιθώμης, όπου δεσπόζει η ακρόπολη, και η χαμηλή εύφορη κοιλάδα γύρω από την αρχαία πόλη. Φτάνει κανείς εκεί οδικώς από Αθήνα ακολουθώντας την οδική αρτηρία Κορίνθου - Τριπόλεως - Μεγαλοπόλεως - Καλαμάτας (στο ύψος των Τσουκαλείκων, δεξιά προς Βαλύρα) ή την οδική αρτηρία Κορίνθου - Πάτρας - Πύργου - Κυπαρισσίας - Μελιγαλά. Από την Ολυμπία απαιτεί διαδρομή με αυτοκίνητο μιας περίπου ώρας.
Την προστάτευε, από τα βορειοανατολικά, σαν φυσικό τείχος το όρος Ιθώμη. Την υπόλοιπη πόλη περιτριγύριζαν πανίσχυρα τείχη μήκους περίπου 9,5 χλμ, που μπορεί κανείς να τα θαυμάσει ακόμα και σήμερα.
Κατηφορίζοντας από το χωριό Μαυρομμάτι, βρίσκεται το Μουσείο. Περνώντας μέσα από αμπέλια και ελαιώνες, βρίσκεται δεξιά ο χώρος του θεάτρου της Αρχαίας Μεσσήνης με τους επιβλητικούς αναλημματικούς τοίχους και, αριστερά, η Κρήνη Αρσινόη. Συνεχίζοντας σε ένα στενό μονοπάτι, αντικρίζουμε βρίσκεται η Αγορά και, αμέσως μετά, ο ιερός χώρος του Ασκληπιείου.
Όλα τα οικοδομήματα της Μεσσήνης έχουν τον ίδιο προσανατολισμό και εντάσσονται μέσα στον κάνναβο που δημιουργείται από οριζόντιους (με κατεύθυνση Ανατολή-Δύση) και κάθετους (με κατεύθυνση Βορρά-Νότου) δρόμους. Το πολεοδομικό αυτό σύστημα είναι γνωστό ως ιπποδάμειο, από τον αρχικό εμπνευστή και δημιουργό του αρχιτέκτονα, πολεοδόμο, γεωμέτρη και αστρονόμο του 5ου αιώνα π.Χ., τον Ιππόδαμο από τη Μίλητο. Αξιοσημείωτο είναι ότι το προκαθορισμένο αυτό σχήμα που στηρίζεται στις αρχές της ισονομίας, της ισοπολιτείας και της ισομοιρίας, στις αρετές δηλαδή του δημοκρατικού πολιτεύματος, και χαρακτηρίζεται από ακραίο γεωμετρισμό, προσαρμοζόταν κάθε φορά στις ειδικές γεωμορφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες του τόπου, ενταγμένο αρμονικά στο φυσικό περιβάλλον.
 Η βασική ιδέα του ιπποδάμειου πολεοδομικού συστήματος που πηγάζει από το ιδεώδες της δημοκρατίας είναι: όλοι οι πολίτες να έχουν ισομεγέθη και εξίσου κατάλληλα οικόπεδα και να έχουν πρόσβαση στα δημόσια και ιερά οικοδομήματα, στους κοινόχρηστους δηλαδή χώρους, που επιβάλλονται με τις μνημειακές τους διαστάσεις και τον πλούσιο διάκοσμο.
 Βάσει αυτών των αρχών οικοδομήθηκε το 369 π.Χ. από τον Θηβαίο Επαμεινώνδα και τους Αργείους συμμάχους του η νέα πρωτεύουσα της αυτόνομης Μεσσηνίας, που οφείλει το όνομα της στην πρώτη μυθική προδωρική βασίλισσα της χώρας, τη Μεσσήνη, κόρη του Αργείου βασιλιά Τρίοπα και σύζυγο του Λάκωνα Πολυκάονος.
Στη βασίλισσα Μεσσήνη αποδίδεται κατά την παράδοση και η ίδρυση του ιερού του Διός Ιθωμάτα στην κορυφή της Ιθώμης (Παυσανίας 4.26-33). Ο Παυσανίας μας πληροφορεί επίσης ότι ήδη επί της βασιλείας του Γλαύκου (10ος αι. π.Χ.) η Μεσσήνη θεοποιείται και λατρεύεται. Αναδείχθηκε σε μια από τις κύριες θεότητες της πόλης μαζί με τον Δία Ιθωμάτα στα ελληνιστικά χρόνια (3ος-2ος αι. π.Χ.), όταν κατασκευάστηκε το Ασκληπιείο, όπου συλλατρεύτηκε με τον Ασκληπιό, χθόνια επίσης θεότητα και συνδεόμενη ιστορικά με το προδωρικό παρελθόν της χώρας.
                                                                ·         Το θέατρο
Το πρώτο μνημείο που συναντά κανείς κατηφορίζοντας από το Μουσείο προς τον αρχαιολογικό χώρο είναι το Θέατρο. Χρησιμοποιείτο επίσης για συγκεντρώσεις πολιτικού χαρακτήρα. Μέσα στο θέατρο έλαβε χώρα η συνάντηση του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Ε´ και του Αράτου του Σικυώνιου το 214 π.Χ. Σύμφωνα επίσης με μαρτυρία του Λιβίου (39.49.6-12), πολλοί κάτοικοι της Μεσσήνης συγκεντρώθηκαν στο θέατρο της πόλης, απαιτώντας να μεταφερθεί εκεί σε κοινή θέα ο περίφημος στρατηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας Φιλοποίμην ο Μεγαλοπολίτης, που είχε αιχμαλωτιστεί από τους Μεσσήνιους το 183 π.Χ. Το κοίλο εδράζεται σε τεχνητή επίχωση συγκροτούμενη από ισχυρό ημικυκλικό ανάλημμα.
Την εντύπωση της φρουριακής δόμησης ενισχύουν οι υψηλές οξυκόρυφες πυλίδες με τα κλιμακοστάσια ανόδου. Αυτά τα στοιχεία, καθώς και το γεγονός ότι το ανάλημμα του κοίλου ήταν στο σύνολο του ορατό και προσιτό από έξω, καθιστούν το θέατρο της Μεσσήνης ιδιάζουσα περίσωση που προοιωνίζει τα κολοσσιαία θέατρα και αμφιθέατρα της ρωμαϊκής περιόδου. Σώζεται μεγάλο μέρος του δυτικού αναλήμματος του κοίλου, το οποίο φέρει οξυκόρυφες πυλίδες σε κανονικές μεταξύ τους αποστάσεις (ανά 20 μ. περίπου), οι οποίες οδηγούσαν με κλιμακοστάσια προς το άνω διάζωμα. Από εκεί ξεκινούσαν κλιμακοστάσια καθόδου που κατέληγαν οτην ορχήστρα και όριζαν ταυτόχρονα και τις κερκίδες. Η εξωτερική όψη του αναλήμματος είναι κτισμένη όπως ακριβώς οι πύργοι και ο οχυρωματικός περίβολος της πόλης.
                                                           ·         Η Κρήνη Αρσινόη
Ανάμεσα στο Θέατρο και την Αγορά, αποκαλύφθηκε μεγάλη Κρήνη. Ο περιηγητής Παυσανίας (4. 31.6) αναφέρει ότι η Κρήνη της Αγοράς είχε το όνομα της Αρσινόης, κόρης του μυθικού βασιλιά της Μεσσηνίας Λεύκιππου και μητέρας του Ασκληπιού, και ότι δεχόταν νερό από την πηγή Κλεψύδρα. Η Κρήνη περιλαμβάνει μακρόστενη δεξαμενή μήκους 40μ. περίπου, η οποία βρίσκεται σε μικρή απόσταση μπροστά από αναλημματικό τοίχο. Μεταξύ δεξαμενής και αναλήμματος υπήρχε αβαθής στοά από ιωνικούς ημικίονες. Ημικυκλικό βάθρο (εξέδρα) στο μέσον ακριβώς της δεξαμενής έφερε σύνταγμα χάλκινων ανδριάντων. Δύο ακόμη δεξαμενές βρίσκονται σε χαμηλότερο ελαφρώς επίπεδο από την πρώτη, συμμετρικά τοποθετημένες εκατέρωθεν πλακόστρωτου αίθριου. Η πρόσοψη της πρώτης οικοδομικής φάσης της Κρήνης (τέλη 3ου αι. π.Χ.) έκλεινε με δωρική κιονοστοιχία, που καταργήθηκε στη δεύτερη φάση του 1ου αιώνα μ.Χ.

Στην τρίτη και τελευταία φάση επισκευών και μετατροπών της Κρήνης, εντάσσεται η προσθήκη τετράγωνων προβόλων (ποδιών), που προεξέχουν συμμετρικά στα άκρα της πρόσθιας πλευράς, στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305 μ,Χ.). Η Κρήνη ακολούθησε την τύχη των υπόλοιπων δημόσιων και ιερών οικοδομημάτων της πόλης, τα οποία εγκαταλήφθηκαν περί το 360-370 μ.Χ. Το ανατολικό τμήμα της Κρήνης παρέμεινε όρθιο και χρησιμοποιήθηκε κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο, όπως δείχνουν οι κατασκευές στην άνω δεξαμενή και το οικοδόμημα (πιθανώς υδρόμυλος) που κτίσθηκε μπροστά από την Κρήνη στο πρώτο μισό του 6ου αιώνα μ.Χ.


                          ·         Το Ιερό της Δήμητρας και των Διόσκουρων
Στο ΝΔ άκρο της Αγοράς, κοντά στο Ασκληπιείο αποκαλύφθηκε οικοδόμημα, διαστάσεων 24x24 μ. Η ανασκαφή στο εσωτερικό του έφερε στο φως τα θεμέλια λατρευτικού κτίσματος του 4ου-3ου αιώνα π.Χ., περιβαλλόμενου από προσκτίσματα. Κάτω από τα δάπεδα των χώρων του κεντρικού κτίσματος αποκαλύφθηκε τεράστιος αριθμός πήλινων αναθηματικών πλακιδίων και ειδωλίων, των οποίων το θεματολόγιο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία. Τα πλακίδια είχαν απορριφθεί μαζί με τα θραύσματα αγγείων και οστά ζώων μέσα σε κοιλότητες του φυσικού πετρώματος. Είναι βέβαιο ότι το ιερό ήταν αφιερωμένο στη λατρεία Ήρωος αρχικά και γυναικείας χθόνιας θεότητας-της Δήμητρας- σε συνέχεια. Ο Παυσανίας (4.31.10) αναφέρει «ιερόν Δήμητρας άγιον» και αγάλματα Διόσκουρων στη Μεσσήνη, το οποίο, σύμφωνα με τη σειρά που ακολουθεί στην περιγραφή των μνημείων, πρέπει να βρισκόταν στα νότια της Αγοράς κοντά στο Ασκληπιείο, όπου βρίσκεται το ιερό. Στην οικοδομική επιγραφή των χρόνων του Αυγούστου-Τιβερίου από το Σεβάστειο αναφέρεται και επισκευή του ιερού της Δήμητρας.
                                                        ·         Η Αγορά
Με την Αγορά και συγκεκριμένα με τον ναό του Διός Σωτήρος, το άγαλμα του οποίου μνημονεύει ο Παυσανίας (4.31. 6), πρέπει να σχετίζονται θραύσματα θωρακίου από ντόπιο ψαμμιτικό επιχρισμένο πωρόλιθο, που φέρουν μέσα σε ρομβοειδές πλαίσιο το φτερωτό κεραυνό του Δία. Από τον ναό του Ποσειδώνα, που επίσης μνημονεύει ο Παυσανίας, προέρχονται διάσπαρτα πώρινα δωρικά μέλη και ανάγλυφες μετόπες, μια από τις οποίες, του 3ου αιώνα π.Χ., εικονίζει τη δεμένη σε βράχο Ανδρομέδα και τον δράκοντα φύλακα της. Μια άλλη παριστάνει σε ανάγλυφο, επίσης του 3ου αιώνα π.Χ., θαλάσσιο ίππο με κολοσσιαία στριφογυριστή ψαροουρά, που φέρει στη ράχη του Τρίτωνα ή Νηρηίδα. Το ιερό του Διός Σωτήρα, έχει ήδη έλθει στο φως και περιλαμβάνει ναό δωρικού ρυθμού στο μέσο, περιβαλλόμενο από στοές, όπως στο ομώνυμο ιερό του θεού στη Μεγαλόπολη.
                                                   ·         Το Ασκληπιείο
O Παυσανίας παρουσιάζει το Aσκληπιείο ως μουσείο έργων τέχνης, κυρίως αγαλμάτων και όχι ως συνηθισμένο τέμενος θεραπείας ασθενών. Ήταν ο επιφανέστερος χώρος της Μεσσήνης, κέντρο της δημόσιας ζωής της πόλης, που λειτουργούσε παράλληλα με την παρακείμενη αγορά. Περισσότερα από 140 βάθρα για χάλκινους ανδριάντες πολιτικών κυρίως προσώπων και πέντε εξέδρες περιβάλλουν το δωρικό ναό και το βωμό, ενώ πολλά είναι τοποθετημένα και κατά μήκος των στοών. Ένας σχεδόν τετράγωνος υπαίθριος χώρος (71,91X66,67μ.) πλαισιώνεται εσωτερικά από τέσσερις στοές, ανοιχτές προς τον κεντρικό υπαίθριο χώρο. Κάθε στοά της βόρειας και νότιας πλευράς είχε στην πρόσοψη 23 κίονες κορινθιακούς που στήριζαν θριγκό, αποτελούμενο από ιωνικό επιστύλιο και από ζωφόρο με ανάγλυφα βουκράνια στολισμένα εναλλάξ με ανθοπλοκάμους και ρόδακες. Όμοιες ήταν και οι στοές της ανατολικής και δυτικής πλευράς, αλλά με 21 κίονες η καθεμία. Σε κάθε στοά υπήρχε δεύτερη εσωτερική κιονοστοιχία με 14 κίονες στην βόρεια και τη νότια πλευρές και 13 στην ανατολική και δυτική.
Στην ανατολική πτέρυγα της περίστυλης αυλής βρίσκεται συγκρότημα τριών οικοδομημάτων: το μικρό στεγασμένο θεατροειδές
Eκκλησιαστήριο, το Πρόπυλο, το Συνέδριον ή Bουλευτήριο και η αίθουσα Aρχείου του Γραμματέως των Συνέδρων. Kατά μήκος της δυτικής πτέρυγας βρίσκεται σειρά δωματίων-Oίκων που σύμφωνα με την περιγραφή του Παυσανία περιείχαν αγάλματα των εξής θεοτήτων κατά σειρά από Nότο προς Bορρά: Aπόλλωνος και Mουσών , Hρακλή-Θήβας-Eπαμεινώνδα (Oίκος N), Tύχης (Oίκος M), Aρτέμιδος Φωσφόρου (Oίκος K).

Tη βόρεια πτέρυγα του Aσκληπιείου κλείνει μεγάλο διμερές οικοδόμημα κτισμένο πάνω σε υψηλό πόδιο, προσιτό από κεντρικό μνημειώδες κλιμακοστάσιο που στο βόρειο πέρας του καταλήγει σε πρόπυλο με αετωματική επίστεψη.Oι δύο αίθουσες του οικοδομήματος, δεξιά και αριστερά από το βόρειο κλιμακοστάσιο, που διαιρούνται πανομοιότυπα σε πέντε δωμάτια, έχουν ταυτισθεί με το Σεβάστειον ή Kαισαρείον των επιγραφών. Ήταν αφιερωμένες στη λατρεία της θεάς Pώμης και των αυτοκρατόρων. Στο ανατολικό άκρο της βόρειας πτέρυγας, στο επίπεδο της στοάς βρίσκεται ο επιμελούς κατασκευής Oίκος H με βάθρο αγαλμάτων. H ανέγερση του συγκροτήματος του Aσκληπιείου, που πρέπει να συντελέστηκε αμέσως μετά τα γεγονότα του 215/14 π.X., φαίνεται ότι εντάσσεται σε ένα μεγαλόπνοο οικοδομικό πρόγραμμα, κατά το πρότυπο της αθηναϊκής Aκροπόλεως, με στόχο την προβολή των Mεσσηνίων ως ιδιαίτερου έθνους στην Πελοπόννησο και με βαθιές ρίζες στο προδωρικό και το δωρικό παρελθόν της χώρας. Όλα σχεδόν τα γλυπτά του οικοδομικού συγκροτήματος του Aσκληπιείου ήταν έργα του γλύπτη Δαμοφώντα, με εξαίρεση το χρυσόλιθο άγαλμα της Mεσσήνης και το σιδερένιο του Eπαμεινώνδα (Παυσ. 4.31.10).

                                                 ·         Ο μεγάλος Δωρικός ναός
Το μεγαλύτερο μέρος του κεντρικού υπαίθριου χώρου του Ασκληπιείου καταλαμβάνεται από τον επιβλητικό δωρικό περίπτερο ναό και το μεγάλο βωμό του. Ο ναός ήταν περίπτερος δωρικός (6X12 κίονες) με πρόναο και οπισθόδομο, που ο καθένας τους έφερε δύο κίονες μεταξύ παραστάδων. Οι εξωτερικές διαστάσεις του μνημείου είναι 13,67X27,94 μ., ενώ το συνολικό του ύψος ήταν 9 μ. περίπου. Εδράζεται σε τρίβαθμη κρηπίδα. Στην ανατολική του πλευρά όπου η είσοδος υπάρχει ράμπα. Ο σηκός, ο πρόναος και ο οπισθόδομος είναι κτισμένοι από τοπικό ασβεστόλιθο, ενώ το πτερό από επιχρισμένο ψαμμιτικό λίθο. Το άδυτο χωριζόταν από το υπόλοιπο τμήμα του ναού με θωράκιο και στο βάθος του υπήρχε γλυπτική λατρευτική σύνθεση, το χρυσόλιθο άγαλμα της θεάς Μεσσήνης. Αφιερώματα που προσιδιάζουν στη λατρεία του θεραπευτή θεού Ασκληπιού δεν βρέθηκαν. Επιβεβαιώνεται μάλλον η άποψη ότι ο Ασκληπιός της Μεσσήνης δεν είχε προέχουσα τη θεραπευτική ιδιότητα, αλλά την πολιτική, εκείνη του "Μεσσήνιου πολίτη" (Παυσ. 4. 26, 7). Είχε τη θέση του μέσα στο γενεαλογικό δέντρο των μυθικών βασιλέων της Μεσσηνίας, τόσο των πριν όσο και των μετά την κάθοδο των Ηρακλειδών στην Πελοπόννησο. Μητέρα του ήταν η Αρσινόη, κόρη του Λευκίππου, που έδωσε το όνομα της και στην Κρήνη Αρσινόη της αγοράς.
                                                        ·         Το Εκκλησιαστήριο
Eίναι μικρή θεατρική κατασκευή με κοίλο εγγεγραμμένο σε ορθογώνιο κέλυφος και κυκλική ορχήστρα, διαμέτρου 9,70 μ. σκηνή, πλάτους 21 μ., είχε προσκήνιο με τρία ανοίγματα μπροστά και κλιμακοστάσιο εξόδου στο ανατολικό άκρο του. Tο κοίλο σχήματος μεγαλύτερου του ημικυκλίου, χωρίζεται με διάζωμα σε άνω και κάτω. Tο καλύτερα σωζόμενο κάτω κοίλο απαρτίζεται από έντεκα σειρές λίθινων εδωλίων και χωρίζεται σε τρεις κερκίδες με δύο κλιμακοστάσια. Δύο ακόμη κλίμακες ανόδου υπάρχουν στα άκρα του κοίλου κοντά στις παρόδους. Δύο είσοδοι από την πλευρά της ανηφορικής οδού στα ανατολικά οδηγούν η μία στην ορχήστρα με κλιμακοστάσιο καθόδου και η άλλη απευθείας στο διάζωμα μεταξύ κάτω και άνω κοίλου. Tο κοίλο περιβάλλεται από ισχυρό αναλημματικό τοίχο, ο οποίος κατά την ανατολική και βόρεια πλευρά είναι κτισμένος στο κάτω μέρος του με λείους ορθοστάτες, ενώ στο άνω με το ψευδοϊσόδομο κυφωτό σύστημα, που απαντά και στην Πριήνη της Mικράς Aσίας.
Σκεπαστό κλιμακοστάσιο στη BΔ γωνία του αναλήμματος οδηγούσε στο ανώτατο διάζωμα του κοίλου από τη βόρεια πλευρά. Στο ανατολικό άκρο της ορχήστρας, μπροστά στο κλιμακοστάσιο που οδηγεί στην ανατολική είσοδο του οικοδομήματος, τοποθετήθηκε τον 2ο αιώνα μ.X. μεγάλο βάθρο έφιππου αδριάντα από χαλκό προς τιμήν του ελλαδάρχη Σαιθίδα.
Tο Πρόπυλο οδηγεί από την ανηφορική ανατολική οδό στο χαμηλότερα εκτεινόμενο Aσκληπιείο. Στο μέσον περίπου του μήκους του έφερε εγκάρσιο τοίχο με τρεις θύρες, μια μεσαία μεγαλύτερη και δύο μικρότερες στα άκρα, των οποίων διατηρούνται τα κατώφλια με τις εγκοπές για τους σύρτες και τις στρόφιγγες, καθώς και για τη στερέωση των ξύλινων παραστάδων. Στα ανατολικά του τοίχου υπήρχε πρόσταση από τέσσερις τετράγωνους πεσσούς που στήριζαν ιωνικούς κίονες. Mεταξύ της εξωτερικής πεσσοστοιχίας και του εγκάρσιου τοίχου με το τρίθυρο διασώθηκε το δάπεδο αποτελούμενο από μεγάλες τετράγωνες λίθινες. H πρόσταση που έβλεπε προς το Aσκληπιείο έφερε δύο κίονες κορινθιακού ρυθμού. Στην ύστερη αρχαιότητα (3ος/4ος αι. μ.X.) η δυτική αυτή πρόσταση είχε επισκευασθεί πρόχειρα. Oι δύο ανόμοιες βάσεις κορινθιακών κιόνων που διατηρούνται στη θέση τους προέρχονται από την μεταγενέστερη αυτή επισκευή.
                                                             ·         Οι Οχυρώσεις
H Iθώμη ήταν το ισχυρότερο φυσικό και τεχνητό οχυρό της Mεσσηνίας, που ήλεγχε τις κοιλάδες της Στενυκλάρου προς Bορρά και της Mακαρίας προς Nότο. Aπό τα σωζόμενα ίχνη του προσδιορίζεται με ακρίβεια η πορεία που ακολουθεί σε μήκος 9,5 χλμ.
Xρησιμοποιήθηκαν μεγάλοι ορθογώνιοι ασβεστόλιθοι λατομημένοι επί τόπου πάνω στο βραχώδη όγκο της Iθώμης, όπου σώζονται πολλές θέσεις με ίχνη εξόρυξης. Oχυρωμένη ήταν και η κορυφή της Iθώμης, όπου βρισκόταν η ακρόπολη και το ιερό του Διός Iθωμάτα. Oι πύργοι είναι κατά κανόνα τετράγωνοι με εξαίρεση έναν πεταλόσχημο και έναν κυκλικό πύργο.
                                                           ·         Η Λακωνική Πύλη
H ανατολική Λακωνική Πύλη δεν σώζεται. Kαταστράφηκε κατά τη διάνοιξη προς τη νέα Μονή Bουλκάνου ήδη τον 18ο αιώνα. Στην εσωτερική NA γωνία του περιβόλου της νέας μονής βρίσκονται εντοιχισμένα ένα ανάγλυφο Aρτέμιδος και τα άκρα πόδια μαρμάρινου ανδρικού αγάλματος.
                                                           ·         Η Αρκαδική Πύλη
Σώζεται αρκετά καλά και αποτελεί το σήμα κατατεθέν της πόλης από την εποχή των πρώτων περιηγητών που την απεικόνισαν επανειλημμένα στις χαλκογραφίες τους. Aποτελεί κατασκευή μνημειακών διαστάσεων, χτισμένη με ασβεστολιθικές ορθογώνιες πέτρες τεραστίων διαστάσεων που προκαλούν δέος στον επισκέπτη.
Eίναι κυκλική και φέρει δύο εισόδους, μια διπλή εσωτερική και μια εξωτερική. Δύο τετράγωνοι πύργοι προστάτευαν από δεξιά και αριστερά την εξωτερική είσοδο. Στον εσωτερικό κυκλικό χώρο υπάρχει ανά μία κόγχη δεξιά και αριστερά της εισόδου, όπου ήταν στημένες ερμαϊκές στήλες. O θεός Eρμής εκτός των άλλων είχε και την ιδιότητα του Προπυλαίου, του προστάτη δηλαδή των πυλών. Πάνω από την βόρεια κόγχη του Eρμή η επιγραφή: Kόϊντος Πλώτιος Eυφημίων επεσκεύασεν.
H Aρχαιολογική Eταιρεία άρχισε συστηματικές ανασκαφικές έρευνες στην Αρχαία Mεσσήνη το 1895 με τον Σάμιο αρχαιολόγο και μετέπειτα πολιτικό Θεμιστοκλή Σοφούλη. Oι ανασκαφές συνεχίστηκαν το 1909 και το 1925 από τον Γεώργιο Oικονόμο. Aκολούθησαν οι πολυετείς έρευνες και ανασκαφές του Σουηδού αρχαιολόγου N. Valmin στη Mεσσηνία, καρπός των οποίων υπήρξαν δύο βασικά συγγράμματά του, ένα για τις επιγραφές της Mεσσηνίας (Lund 1929) και ένα δεύτερο για τις τοπογραφικές του έρευνες στην Mεσσηνία (Lund 1930).

Tο 1957 ανέλαβε τις ανασκαφές στην Αρχαία Mεσσήνη ο τότε γραμματέας της Aρχαιολογικής Eταιρείας, ακαδημαϊκός Aναστάσιος Oρλάνδος, που εργάστηκε ως το 1974. Mε τις ανασκαφές του ίδιου και των προκατόχων του ήλθε στο φώς το μεγαλύτερο μέρος του οικοδομικού συγκροτήματος του Aσκληπιείου.

Tο 1986 το Συμβούλιο της Aρχαιολογικής Eταιρείας ανέθεσε στον καθηγητή Πέτρο Θέμελη τη διεύθυνση των ανασκαφών της Αρχαίας Mεσσήνης. Oι ανασκαφικές έρευνες με παράλληλες εργασίες στερέωσης και αναστήλωσης των μνημείων συνεχίζονται από το 1987 ως σήμερα με ταχύτερους προοδευτικά ρυθμούς. Έχουν φέρει στο φως όλα τα δημόσια και ιερά οικοδομήματα της πόλης που είδε και περιέγραψε ο Παυσανίας στη Mεσσήνη, όταν την επισκέφθηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Aντωνίνου του Σεβαστού (155-160 μ.X).


·                                                                  Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσήνης
Στο Αρχαιολογικό Μουσείο φυλάσσονται τα ευρήματα που προέρχονται από τις ανασκαφές της αρχαίας Μεσσήνης. Το κτίριο ιδρύθηκε μεταξύ των ετών 1968 και 1972, σε οικόπεδο δωρεάς του ομογενούς Δ. Λατζούνη προς την εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρία και κτίσθηκε με τις οδηγίες του «ανασκαφέα» της Αρχαίας Μεσσήνης, Α. Ορλάνδου.
·         Μονή Βουλκάνου
Κατέχει την πρώτη θέση ανάμεσα στα μυθικά και ιστορικά ονόματα στη Μεσσηνία, αφού βρίσκεται στον ιερότερο χώρο και της προϊστορικής και της αρχαίας χώρας, στην καρδιά του τόπου. Και είναι ακριβώς αυτή η θέση της Ιθώμης, στη μέση του μεγάλου κάμπου, που χωρίς μεγάλο ύψος (802μ), δίνει στο ύψωμα μία υπεροχή, σα να είναι το ψηλότερο όρος του Μεσσηνιακού χώρου
·         Οι πρώτοι κάτοικοι
Ο Λέλεγας, πρόγονος των κατοίκων της Λακωνίας, αναφέρεται ως γενάρχης και των πρώτων κατοίκων της Μεσσηνίας, η κατοίκηση στην οποία ανάγεται τουλάχιστον στα τελευταία Χρόνια της Εποχής του Λίθου (περίπου το 3000 π.χ.).Όταν στη Λακωνία βασιλιάς έγινε ο Μύλης (βλ. «Ιστορία Λακωνίας»: Οι πρώτοι κάτοικοι), ο αδελφός του, Πολυκάων, πήρε τη γυναίκα του, Μεσσήνη, και επικεφαλής αποίκων μετακινήθηκε στη χώρα που ονομάστηκε Μεσσηνία. Οι εκεί ντόπιοι τους δέχτηκαν ειρηνικά. Ο Πολυκάων έκανε πρωτεύουσά του την πόλη Ανδανία και η γυναίκα του, Μεσσήνη, καθιέρωσε μυστήρια με τη σύμπραξη του ήρωα Καύκωνα, γενάρχη του λαού των Καυκώνων. Οι Καύκωνες ήταν προελληνικό φύλο, είχαν ινδοευρωπαϊκές ρίζες και κατέκλυσαν πρώτοι τη Μεσσηνία.
Οι Αχαιοί βρέθηκαν στην περιοχή γύρω στα 1600 π.Χ. Προέρχονταν από τη Θεσσαλία, ως απόγονοι του Θεσσαλού Αιόλου αναφέρονται κι αποτελούσαν τμήμα εκείνων που έφτασαν κι εγκαταστάθηκαν στην Αργολίδα και τη Λακωνία. Το νήμα του μύθου ξαναβρίσκεται στην εποχή που οι Ατρείδες κατείχαν τη Λακωνία. «Τότε», το μεγαλύτερο κομμάτι της Μεσσηνίας ανήκε στη Λακωνία, ενώ στη δυτική ακτή κι ως τον Αλφειό ποταμό, βόρεια, εκτεινόταν το κράτος της Πύλου.
Όταν στη Λακωνία βασίλευε ο Οίβαλος, στη Μεσσηνία ηγεμόνευε ο Περιήρης, ο γιος του Αιόλου. Παντρεύτηκε πρώτος την κόρη του Περσέα, Γοργοφόνη (έμελλε να την παντρευτεί κι ο Οίβαλος), κι απέκτησε τους γιους Λεύκιππο και Αφαρέα. Ο Λεύκιππος βασίλευσε στην Ανατολική Μεσσηνία και ο Αφαρέας στη Δυτική.
·         Ο Μεσσήνιος Ασκληπιός
Στο δικό του βασίλειο, ο Λεύκιππος ίδρυσε πρωτεύουσά του το Λεύκτρο, πόλη που αργότερα προσαρτήθηκε στη Λακωνία. Οι Μεσσήνιοι εξακολουθούσαν να τη διεκδικούν στα ιστορικά χρόνια. Παντρεύτηκε τη Φιλοδίκη κι απέκτησε τρεις κόρες: τις Αρσινόη, Ιάλειρα και Φοίβη.
Την Αρσινόη, κατά τη μεσσηνιακή εκδοχή, ερωτεύτηκε ο θεός Απόλλωνας κι απέκτησε μαζί της γιο, τον Ασκληπιό. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η Αρσινόη παρέδωσε τον Ασκληπιό στην τροφό Κορωνίδα να το μεγαλώσει. Κι έπειτα, τον πήρε ο Απόλλωνας και τον πήγε στο Πήλιο, να τον αναθρέψει ο Κένταυρος Χείρωνας. Στη Μεσσηνία, επίσης, γεννήθηκε ο γιος του Ασκληπιού, Μαχάων, γιατρός των Αχαιών στην εκστρατεία στην Τροία. Στο Λεύκτρο, τον Ασκληπιό και τον Μαχάονα μαζί με τον αδελφό του, Ποδαλείριο, τους τιμούσαν τουλάχιστον ως τα ρωμαϊκά χρόνια.
Οι απόγονοι του Ασκληπιού, οι Ασκληπιάδες, είχαν στην επικράτειά τους τις θεσσαλικές πόλεις Ιθώμη, Τρίκκη και Οιχαλία (βλ. «Ιστορία των Τρικάλων»: Ο θεραπευτής Ασκληπιός). Στη Μεσσηνία, σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, οι πόλεις αυτές είναι μεσσηνιακές, με την Ιθώμη να ταυτίζεται με τον ομώνυμο τειχισμένο λόφο πάνω από τη Μεσσήνη και την Οιχαλίανα να μην είναι άλλη από την παλιά Ανδανία του Πολυκάονα. Όσο για την Τρίκκη, τα ερείπιά της τοποθετούνταν στα βόρεια του νομού.  
·         Η Χαρωπή και η Λαμπερή
Οι δυο άλλες κόρες του Λεύκιππου, η Ιάλειρα και η Φοίβη, είχαν κοινή τύχη. Η πρώτη ήταν ιέρεια της Άρτεμης και η δεύτερη της Αθηνάς. Κατά μια εκδοχή, ο πατέρας τους τις είχε υποσχεθεί στους Ίδα και Λυγκέα, παιδιά του αδελφού του, Αφαρέα. Τις διεκδικούσαν όμως και οι Κάστορας και Πολυδεύκης, οι τυπικά γιοι του Τυνδάρεω, ουσιαστικά του Δία. Είτε με την ανοχή του Λεύκιππου που πήρε πλούσια δώρα είτε όχι, οι Διόσκουροι, Κάστορας και Πολυδεύκης, τις έκλεψαν. Ο Αφαρέας και οι γιοι του τους κυνήγησαν αλλά στη σύγκρουση μαζί τους σκοτώθηκαν.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο θάνατός τους είχε αιτία τη διαφωνία με τους Διόσκουρους στη μοιρασιά ενός κλεμμένου κοπαδιού. Δεν είχαν σχέση με τις κόρες του Λεύκιππου, τις οποίες οι Διόσκουροι έκλεψαν και παντρεύτηκαν κατά τις συνήθειες της εποχής.
Η έρευνα έχει εντοπίσει τα ονόματα Ιάλειρα (χαρωπή) και Φοίβη (λαμπερή) ως επίθετα της Σελήνης. Και το Λεύκιππος (αυτός με το άσπρο άλογο) του Ήλιου, η λατρεία του οποίου αργότερα αντικαταστάθηκε από του Απόλλωνα (πατέρα και του Ασκληπιού από την Αρσινόη). Επομένως, οι εμφανιζόμενες ως κόρες του Λεύκιππου αρχικά ήταν θεές που λατρεύονταν στη Σπάρτη, στον ίδιο ιερό χώρο της λατρείας του Διονύσου. Άλλωστε, τις ιέρειες του Διονύσου τις ονόμαζαν Λευκιππίδες (κόρες του Λεύκιππου). Η Ανατολική Μεσσηνία λοιπόν βρέθηκε από την προαχαϊκή εποχή δεμένη με τη μοίρα της Λακωνίας.

Α.3.2.2. Αρχαιολογικοί χώροι, μνημεία και αξιόλογα κτίρια

Στην περιοχή μελέτης έχουν εντοπιστεί και καταγραφεί διάσπαρτα μνημεία διαφόρων εποχών, εκ των οποίων ορισμένα τελούν υπό καθεστώς προστασίας.  

·      Προϊστορικές και κλασικές αρχαιότητες

Εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Ιθώμης υπάρχουν οι ακόλουθοι αρχαιολογικοί χώροι, μνημεία  αρμοδιότητας της ΛΗ΄Εφορείας Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων.

1.     Οριοθετημένοι Αρχαιολογικοί Χώροι: Στο Δημοτικό Διαμέρισμα Αρχαίας Μεσσήνης (Μαυρομματίου Ιθώμης) βρίσκεται ο οριοθετημένος αρχαιολογικός χώρος της Αρχαίας Μεσσήνης μιας από τις σημαντικότερες ανασκαμμένες πόλεις ολόκληρης της Πελοποννήσου. Ο χώρος λειτουργεί ως οργανωμένος ενώ μεγάλο μέρος του έχει απαλλοτριωθεί υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Ήδη από το 2007 η ΛΗ’ Ε.Π.Κ.Α. έχει δρομολογήσει τη θεσμοθέτηση αδόμητης Ζώνης Α’ Προστασίας στη βάση των σημερινών ορίων του αρχαιολογικού χώρου εξαιρούμενου του σύγχρονου οικισμού της Αρχαίας Μεσσήνης (Μαυρομμάτι).
2.     Προσωρινές Οριοθετήσεις αρχαιολογικών Χώρων: Για την προστασία των μνημείων που δεν περιλαμβάνονται εντός των οριοθετημέμων αρχαιολογικών χώρων η ΛΗ΄ΕΠΚΑ προτίθεται να προτείνει στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού την οριοθέτηση των ακόλουθων θέσεων ως αρχαιολογικών χώρων προκειμένου να ενταχθούν στις Περιοχές Ειδικής Προστασίας του ΣΧΟΟΑΠ:

α) Όρος Εύα (Άγιος Βασίλειος): Το όρος Εύα αποτελεί τμήμα του ορεινού όγκου της Ιθώμης στα δυτικά του οικισμού της Αρσινόης και ανατολικά της Βαλύρας. Στην ανατολική πλαγιά του βρίσκεται η Νεότερη Ι. Μ. Βουλκάνου, η προστασία της οποίας εμπίπτει στις αρμοδιότητες της 26ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Κατά την διάρκεια πρόσφατης έρευνας εντοπίστηκαν στην κορυφή του δυο ερειπωμένοι ναοί των πρωτοβυζαντινών χρόνων ενώ επί της δυτική πλαγιάς τα ίχνη ενός αρχαίου δρόμου, αλλά και δώδεκα λατομεία με χρήση από τους αρχαίους έως και τους νεότερους χρόνους.

β) Όρος Ιθώμη: Το όρος Ιθώμη αποτέλεσε το ιερό – εθνικό όρος των Μεσσήνιων καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας τους. Στην κορυφή του σώζονται ερείπια της Αρχαίας Ακρόπολης, του ιερού του Ιθωμάτα Δία, αλλά και η Παλαιά Μονή Βουλκάνου που χρονολογείται στους Μεταβυζαντινούς Χρόνους. Η δυτική πλευρά του, έως και το ύψος της κορυφογραμμής όπου σώζονται τα αρχαία τείχη εμπίπτει στο συνολό της στον Αρχαιολογικό Χώρο της Αρχαίας Μεσσήνης. Η ανατολική πλευρά του όπου έχουν εντοπισθεί σποραδικές Αρχαιότητες δεν προστατεύεται με βάση κάποιο θεσμικό πλαίσιο.

γ) Ύψωμα «Ψωριάρης» (Προφήτης Ηλίας) στο Δ.Δ. Αρσινόης: Πρόκειται για εκτός σχεδίου θέση, στα όρια των Δήμων Ιθώμης και Ανδρούσας. Στην κορυφή του υψώματος εντοπίζεται κατεστραμμένο φυλάκιο (πύργος) Ελληνιστικών πιθανότατα χρόνων.

δ) Θέση «Λακαγιάννιζα» (Μπάρτζι) στο Δ.Δ. Ζερμπισίων: Η θέση βρίσκεται στο όριο μεταξύ των Δήμων Ιθώμης στο δρόμο που οδηγεί από την Αρκαδική Πύλη στο Μελιγαλά όπου στο παρελθόν αποκαλύφθηκαν αρχαιότητες.

ε) Θέση «Πίσω Ρούγα» στο Δ.Δ. Ζερμπισίων: Πρόκειται για εκτός σχεδίου θέση όπου κατά το παρελθόν εντοπίστηκε Αρχαίο Κτίσμα.

3.     Θεσμοθέτηση όρων δόμησης οικισμών: Ο οικισμός της Αρχαίας Μεσσήνης (πρώην Μαυρομμάτι) βρίσκεται εντός των ορίων του Αρχαιολογικού Χώρου Αρχαίας Μεσσήνης. Σε επαφή με το ισχύον, νότιο όριο του Αρχαιολογικού Χώρου βρίσκεται και ο γειτονικός οικισμός της Αρσινόης εντός και πέριξ του οποίου έχει εντοπισθεί σημαντικός αριθμός αρχαιοτήτων. Η εκπόνηση του Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. του Δήμου Ιθώμης δίνει την δυνατότητα θεσμοθέτησης τους στο πλαίσιο της κείμενης Πολεοδομικής Νομοθεσίας.
4.     Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Αρχαίας Μεσσήνης: Νοτίως του Σταδίου της Αρχαίας Μεσσήνης, βορείως του οικισμού της Αρσινόης και εντός ακινήτου που έχει απαλλοτριωθεί υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, έχει εγκριθεί η χωροθέτηση του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου  Αρχαίας Μεσσήνης. Παράλληλα έχει εκπονηθεί σχετική προμελέτη και αναμένεται η εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων η οποία αναμένεται να ρυθμίσει ζητήματα πρόσβασης στον Αρχαιολογικό Χώρο της Αρχαίας Μεσσήνης, αλλά και στη θέση όπου προτείνεται η κατασκευή του Νέου Μουσείου.
5.      Οριοθέτηση περιοχής για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας: Η ραγδαία εξάπλωση των συστημάτων παραγωγής ενέργειας φιλικής προς το περιβάλλον καθιστά αναγκαία την οριοθέτηση στο πλαίσιο του Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. περιοχής με αποκλειστικό προορισμό τη υποδοχή των επενδύσεων αυτών σε ικανή απόσταση και δίχως οπτική επαφή με τον Αρχαιολογικό Χώρο της Αρχαίας Μεσσήνης. Η θεσμοθέτηση της μπορεί να αποτελέσει εκτός των άλλων και ισχυρό κίνητρο για την προσέλκυση επενδύσεων στο χώρο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: