Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

ΑΝέος Κύκλος ) Ο καπτάν – Σπύρος Στραβόξυλος ή «Ο Νέος Κανάρης»

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΛΥΡΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ
Στη μνήμη του Θόδωρου Γεωργακόπουλου για το 40ήμερο μνημόσυνο, από το ξαφνικό θανατό του. Μας βλέπει από ψηλά και χαίρεται.
1ον
Σε τούτο το χωριό της Λευκάδας όλα τα σπίτια είναι δυσμικά, όλα κοιτάζουν προς κατά το γιαλό! Έτσι, σα φυσάει τραμουντάνα, θολώνουν τα τζάμια και οι νοικοκυρές κλείνουν τα παράθυρα για να μη μπαίνει μέσα ο αχνός του πελάου! Κανένα ξένο δεν έφερνε η θάλασσα! Μόνο κάτι χωριάτες πηγαινόρχουνταν λυπημένοι στην αντικρινή στεριά για δουλειές καιψώνια. Παπόρι δε ζύγωνε ούτε σε δυό μίλια απόσταση! Έτσι τη συγκοινωνία έκανε μιά κοντοφάρδουλη γκαζολίνα που άκουε στο χαϊδευτικό όνομα «Μαρικάκι». Καραβοκύρης της ο καπτάν – Στραβόξυλος, ένα στριμμένο μούτρο που έκανε τη συνεννόησή του μόνο με βρισιές γι’ αυτό και το παρατσούκλι!! Καπτάν Σπύρος λοιπόν, Στραβόξυλος!!
Ήταν τριχωτός, αράθυμος, τραπέτσι. Κοιμόταν και νόμιζες πως περνάει σιδερόδρομος!! Όμως ά, όλα κι όλα! Όλο το νησί τον είχε σε μεγάλη «νυπόληψη». Μπορεί να σ’ έλουζε, που λέει ο λόγος, μ’ εκατό «αγγειά», να πέρναγε το σόι σου δυό γενιές μπροστά κι εφτά γενιές πίσω…μα το δίκιο σου δε στο ’τρωγε!! Καπτάν – Σπύρος Στραβόξυλος λοιπόν κι άλλο τίποτις!! Μια φορά πήγε κάποιος να τον πει «Πίπη» παραλίγο να τον έριχνε στη θάλασσα!! 
   
Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕ ΤΟ ΝΙΚΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ
Ας είναι.
Λοιπόν…Ο καπτά – Σπύρος κείνο το πρωί έφερνε απ’ αντίκρυ το καΐκι του χωρίς επιβάτη! Άδειο σα νεκρόκασα!! Γιατί; θα το δούμε! Έβρεχε κιόλα. Και το κέφι του ήταν χαλασμένο!! Οι νησιώτες κόλλησαν στα τζάμια του καφενέ και τον κιαλάριζαν από μακριά! Τι το θέλεις το πολύ ζύγωμα; Για να φας εσύ το πρώτο λούσιμο;  Μια κουτούτσικη παροιμία λέει: «Από μακριά κι αγάπη – από κοντά κι αμάχη»! Σιγουρέψου λοιπόν από μακριά κι άσ’ τον να ζυγώσει εκείνος!! Ο καπτάν – Σπύρος καλουμάρισε, έπιασε τη σκάλα, έδεσε μπαρούμα κι ύστερα δρασκέλισε την κουπαστή και πάτησε στο μουράγιο! Είδε πως δεν τον προσδέχτηκε κανείς και ξύδιασε! Έφτυσε μεσ’ τη θάλασσα και τράβηξε κατά τον καφενέ! Εκεί πέταξε πέταξε σ’ ένα τραπέζι τη νιτσεράδα του κι έριξε μια άγρια ματιά κατά το τεζάχι όπου ο Μαθιός ο Ματραπάς πάλευε με τα ποτήρια του!!
Γίνηκε, είπε αμέσως σαν είδε τον καπετάνιο κι άδραξε στο χέρι το καφελίκι! Βαρίς και «όχι», κατασταλαχτός και σε ποτήρι χοντρό, κοντόγιομο! Γίνηκε και πάει!! Καλά έσκασε!!!
Οι άλλοι σώπαιναν μουλωχτοί!! Ως και το τσιγάρο τους τ’ άναβαν πνιχτά για να μην τον ερεθίσουν! Ο καπετάνιος τράβηξε μια ρουφηξιά, άλλη μια, και κατόπι, γύρισε και κόλλησε τα μάτια του κατά πάνω τους!!
Και γιατί ρε φαρμπαλάδες, κατάπιατε όλοι τσί πατσαβούρες σας;
Καλημέρα, καπτά – Σπύρο…του ’παν εκείνοι μουλωχτοί!
Καλή; Κακή σας και ψυχρή σας!! Δε θα μιλήσει, το λοιπόν, κανείς;
Τότε ο Κολιοπάνος, ένας παλιός γεμιτζής, ξεσυρμένος από χρόνια στη στεριά, σήκωσε σήκωσε κάτι ζουπηγμένα μάτια!!
Με την άδειά σου, καπετάνιο…άρχισε!
Λέγε λοιπόν.
Με την άδειά σου, τι σόι μαντάτα μας φέρνεις απ’ αντιπέρα; 
Με την άδειά σου, μαύρα!! Ναίσκε!! Μαύρα και σπορικά!!!
Δηλαδής;
Με την άδειά σου ο Μουσουλίμης, μας τα’ άνοιξε το πατατράκ!! Θέλεις κι άλλο τίποτις;
Έχει και χειρότερο; Όχι!!
Πήξανε όλοι πάνω στα σκαμνιά τους! Έτσι έ; Για κοίτα, μωρέ φίλοι!! Και όλοι λέγανε: «Μη σκάτε! Ο Εγγλέζος είν’ άσπρο αρνάκι κι ο Γερμαναράς περιστέρι τα’ ουρανού. Μοναχά ο Ρούσος μας τα χαλάει λιγάκι μα μόλις κάνει πως σηκώνει κεφάλι…»!!
Ο Ρούσος ε; κάνει ο Κολιοπάνος παραμερίζοντας το φλυτζάνι του! Ο Αυστριακός με το Ρούσο ε;
Ρούσο να ’ναι το κουτάβι που θα γεννήσ’ η γυναίκα σου!! Ποιος Ρούσος, βρε ροκανίδι;
Έμ…έτσι μας λέγανε. Τι φταίω ’γω;
Τι σου λέω ’γω να βλέπεις!!
Αυτό βλέπω. Μά…τι μου λες;
Μουσουλίμης!! Το θες κι άλλη βολά; Μου – σου – λί – μης!!!
Το βρήκα! Τούρκος έ;
Ο καπτά – Σπύρος τον κοίταξε με βαρεμάρα και σιχασιά! Λούφαξαν κι οι άλλοι!! Μοναχά ο Μισερός ένας θαλασσινός με μπαλωμένο καβάλο έξυσε τον αγκώνα του κι αράδιασε τρείς κουτσές κουβέντες:
Με το συμπάθιο, καπετάνιο, είπε. Γυρεύω συμπάθιο μα…ένεκα αγραμματοσύνης, όσα μου ’πες δεν μο’ φτασαν ούτε για κολατσό! Έλα πιο γιαλό!! Δηλαδής… πες ’τα μου πιο καϊξίδικα!! Δώσ’ μου καλούμα να σε ζυγώσω!!
Ο Ματραπάς άφηκε την πατσαβούρα που σκούπιζε τα φλυτζανοπότηρά του και μπήκε απροσκάλεστος στη συζήτηση.
Δε με νοιάζει ποιος την έβαλε, είπε.
Ποιάν ρε; ρώτησαν οι άλλοι.
Τη φωτιά! Δε με νοιάζει, λέω, ποιος την έβαλε!! Να πάει να την σβήσει όποιος καίγεται!! Εμένα δραμάκι δε με νοιάζει! Δική του η φωτιά, δική του κι η κωλόσφιξη!! Σωστά δεν λέω;
Ένα ανθρωπάκι με σφήνα στο σαγόνι φάνηκε στην πόρτα!
Ο δάσκαλος!! φώναξαν όλοι. Δόξα σοι ο Θεός. Τώρα θα μας τα ξεκαθαρίσει όλα! Έλα δασκαλάκι μου. Ξεδιάλυνέ μας τα, γιατί πνιγήκαμε οι δόλιοι!!
Ο δάσκαλος στρογγύλεψε τα μάτια του και σήκωσε το δάκτυλο κάθετα στον ουρανό!!
Ίτε παίδες Ελλήνων!! είπε. Σήμερον, άμα τη έω, Βάρβαροι έθεσαν πόδα επί του πατρίου εδάφους! Σύμπασα η φυλή ευρίσκεται επί ποδός πολέμου. Πατρός τε και μητρός… Νυν υπέρ πάντων αγών!!!
Μπράβο!! φώναξαν όλοι, πλην του καπετάνιου. Μπράβο κι άλλη μιά!! Έχ τι κάνουνε τα έρημα τα γράμματα!! Με δυό λογάκια στο δίνει και το καταλαβαίνεις!!!
Έτσι λέγανε όλοι…όμως κάνανε τι και πώς να ξεμοναχιάσουνε το δάσκαλο για να τον ρωτήσουνε τι έτρεχε!!! Και σαν δεν τα καταφέρανε του μίλησαν ανοιχτά:
Δάσκαλε…Τι τρέχει;
Έ δεν ακούσατε;
Άκου λόγια. Κάναμε και τίποτ’ άλλο; Δεν μας ξέφυγε τίποτα!!!
Μπράβο σας τότε! 
Να ’σαι καλά, μα…τι τρέχει;
Αίμα, πολύ αίμα!!
Παναϊά μου Παρθένα!!! Άντε Σώστη μου με τα καντηλέρια σ’!! Σώσε μας τους αμαρτωλούς!! Σκοτώσανε κανέναν, δασκαλάκο μου; Έεε;
Την Φυλήν!!
Κακομοίρα γυναικούλα!!!
Ο δάσκαλος, χωρίς ν’ ακούσει παρακάτω, ξεκίνησε και πήγε στην εκκλησιά! Ο καπτά – Σπύρος τότε σήκωσε το μπόι του!!
Να σας πω βρε μια κουβέντα; λέει φτύνοντας. Είσαστ’ όλοι ρόχαλα!!! Απ’ το δάσκαλο μωρέ περιμένατε να φωτιστείτε; Νιφτείτε κι αποφάγαμε!!
Έχει δίκιο ο καπετάνιος, είπαν κανα δυό!!
Μάς σακάτεψε η αγραμματοσύνη, είπε ο Ματραπάς! Δεν παίρνει μερεμέτι το χάλι μας!! Τέλεψε.
Και τι καταλάβατε, μπρέ τόϊα, απ’ αυτά που κακαρίζ’ ο δάσκαλος κι ευχαριστηθήκατε κιόλας;!!
Την τύφλα μας!!
Και τότες γιατί ευχαριστηθήκατε;!!
Δε μας σ’χένεσαι λέω εγώ, καπτά - Σπύρο; λέει ο Μισερός!! Να…τέτοια χαϊβάνια είμαστε όλοι!!
Ο Κολιοπάνος παραμέρισε τους άλλους και βγήκε μπροστά!!!
Αναλαμβάνω τον λόγον…είπε. Δηλαδής…εγώ του λόγου μου…
Λέγε.
Πιο καλά το’χω να γεμίσουνε τα’ αυτιά μου ψείρες παρά απ’ τα λόγια του δάσκαλου!! Δεν τα βγάνω!! Σκότωσέ με!
Αμ εμείς;…λένε οι υπόλοιποι!!!!
2ον
Όχι, τίποτις δε βγάνω. Ατός του τα λέει ατός του τ’ ακούει. Έτσι;
Έτσι και στουπέτσι!! λέει ο καπετάνιος. Παρακάτου!!
Εσύ να μας το πεις παστρικά…είπαν κι οι άλλοι. Δράμι δεν καταλάβαμε!
Ο καπετάνιος έβηξε και τους λέει «επίσημα»:
Μας βαρέσαν μπαμπέσικα!!!
Άχ…άααχ!!
Ναι…σήμερις το πρωϊνάκι!! Τα χαράματα. Με τάνκια, κανόνια, αλογατάρια και πεζούρα!!!
Ώχ…κάναν όλοι! Ώχ αλί και αλιά μας!! Χαθήκαμε!!
Τότε ο Μισερός, κείνος ο ξεσυρμένος με το μπαλωμένο καβάλο, ήρτε και στάθηκε μ’ ανοιχτά τα στήθια μπρός στον καπετάνιο!!
Κάπτα – Σπύρο…λέει. Εδώ…Δηλαδής εδωνάς, καθώς ξέρω, κάνουνε κατιτίς!! Τι κάνουνε;
Τι κάνουν οι αποδέλοιποι;
Τι κάνουνε για; Να, εδώ σ’ έχω!!
Παίρνουνε τα γκραδάκια και πιάνουνε τις ραχούλες!!!
Να το!!...Όπως το ’λεγα, είναι!!
Τον κακό του τον τάλιαρο έλεγες. Αυτό, μωρέ, έλεγες;!!
Εμ τι έκανα;
Φαφτάλιζες σαν τον καλόγερο που μπέρδεψε τα κομποσκήνια του!! Λοιπόν ακούστε! Όσοι έχουνε γκραδάκια, πάλες και λοιπά μαραφέτια να τα παραχώσουνε και να συναχτούνε δω ως το γιόμα για να μπαρκάρουνε!! Όποιος δεν έρτει είναι γεννημένος κιοτής από παππού προς πάππου!!!
Όλοι κινήσαν για το σπίτι τους. Δεν κάνουνε τους κάποιους! Ήταν μαλακά ανθρωπάκια αργασμένα απτην αλμύρα και την αναφαγιά! Μα άμα το καλούσε η ώρα, μπορούσανε να σφίξουν στα χέρια τους κι ένα λιανοντούφεκο! Να σταθούνε αντίκρυ στον οχτρό και να πούνε ένα «άλτ και πυροβολώ!!» που λέει ο λόγος!! Τα ’χει κάτι τέτοια το χωριό. Ά, όλα κι όλα!! Έτσι τη διορισμένην ώρα μπήκαν στο καΐκι του Στραβόξυλου και πιάσανε το πέλαγο! Δυό τρείς αμάθητοι απ’ το μπότζι, κάνανε ’μετό! Μα το καϊκάκι τσίκι – τσίκι, ζευγάριζε τη θάλασσα και στα ξημερώματα πέρασε αντίκρυ!!!
Όμως…αν είναι να σ’ εύρει η αναποδιά σε βρίσκει όπου να ’ναι! Ο «μεγάλος» που παρουσιάστηκαν για κατάταξη, τούς κοίταξε κρύα – κρύα και περιπαιχτικά και κατόπι τούς πήρε τα τουφέκια και τους έδιωξε!! Κράτησε μόνο καναδυό παιδιά που τα ονομάτισε «στρατέψιμα» και τους άλλους τους έστειλε πίσω στο χωριό, να «προστατεύουν, λέει, τα γυναικόπεδα»!! Ακούς εκεί πράγματα;
Σ’ όλο το γυρισμό ο καπετάνιος έβριζε! Δεν έμεινε μάνα, κουνιάδα, αδελφή, κείνου του αξιωματικού που να μην ακούσει τον αναβαλλόμενο! Κι είχε και μιά θάλασσα! Ένα εμετό!! Του Κολιοπάνου η καμιζόλα γίνηκε πλουμιστή απ’ τις ελιές και τα τρασόφυλλα που είχε φάει! Ο Μισερός πάλι είχε χώσει το κεφάλι του στα γόνατα κι όλο κάτι έψελνε εκεί μέσα!! Στοίχημα έβαζες πώς έψελνε! Μα κείνος ξερνοβολούσε. Σαν άρρωστες κότες κάθονταν στο μόλο οι γυναίκες τους και περίμεναν.
Καλά το ’λεγα γω…έλεγ’ η γυναίκα του Κολιοπάνου ησυχασμένη!!
Σαν τι έλεγες κερά – Κρινιώ; τη ρωτούσαν οι άλλες.
Να το ματαπώ άλλη μια βολά; Έ, καλά το ματαλέω! Του τρελού η τρέλα είναι καλή!! Τρελαίνεται μιά και καλή και ησυχάζει!!! Μα του γνωστικού την τρέλα πώς να την παλέψεις;  Τρελαίνεται – γνωστικεύει, ξανατρελαίνεται – ξαναγνωστικεύει…!! Σας αρωτ’αω, μαρέ χριστιανές και να μου ειπήτε: Τι την ήθελε ο δικός μου τη ντουφέκα; Ούτε ψώφιο πόντικα δε σκότωσε ως τώρα!! Μα τον είδες; Τη ζώστηκε και πάει… Πού στ’ ανάθεμα πάει; Πάει να σκοτώσει λέει, τη Μουσουλίνα… Να σκοτώσει αυτός…που για να τον φέρω το βράδυ απ’ τον καφενέ το τραβώ σαν λέσι!! Κακό χρόνο να ’χει ο Στραβόξυλος που μου τον ξεσήκωσε!
Οι άλλες συμφωνούσαν! Ακούς πράγματα!! Τα ίδια και απαράλλαχτα γίνηκε και με τους δικούς τους!! Τέλος, εκεί κατά το μεσημέρι, ξεχώρησ, απ’ τα ανοιχτά το «Μαρικάκι» και μπότζι – μπότζι μπήκε στο λιμάνι! Όλοι ήταν μούσκεμα απ’ το αγιάζι!! Πρώτος πήδηξε στη στεριά ο Στραβόξυλος και κυνήγησε τις γυναίκες!!
Τι γυρεύετε σεις πουρνό – πουρνό όξ’ απ’ τα κοτέτσια σας; τους φωνάζει! Τα κοκόρια σας; Να πάρτε τα!!
Ανικήσατε; ρώτησε η κυρά – Κρινιώ.
Πώς; Τώρα πάρτε τους να τους πλύνετε!!
Είπε και τράβηξε κατά τον καφενέ χωρίς να ξαναγυρίσει πίσω. Μπήκε, κλώτσησε μιά καρέκλα, χτύπησε κάτω άλλη μια, διάλεξε μια Τρίτη κι έκατσε! Ο Ματραπάς έβγαλε το φρύδι του απ’ τον πάγκο για να δει τι καιρός φυσάει!! «Σκούρα…» είπε από μέσα του! Κατάπιε μια ροχαλίτσα πού του έφραζε το σωληνάρι του λαιμού του και είπε ταπεινά – ταπεινά, σα ν’ απολογιότανε:
Τον ψένω. Τον μερακλή σου, στον ψένω!!
Ο Στραβόξυλος τον κιαλάρισε κρύα – κρύα.
Και γιατί δεν βγαίνεις κομματάκι παραόξω ρε; του λέει στυφά: Ντρέπεσαι μη δούμε τα φουστάνια σου παλιοκιοτή;!!
Ο Ματραπάς βγήκε και σκούπιζε, ολοένα σκούπιζε τα χέρια του!!
Θα κίναγα κι εγώ μαζί σας…λέει κομπιάζοντας! Ούουου…θα κίναγα, απ’ τσί πρώτους. Όμως…έχω ένα άντερο πού το πιάνει τσίρλα, πανάθεμά το!! Τιριπιτί, που λένε!! Κι απ’ αλλιώς θα κίναγα κι εγώ παρέα!!
Τράβηξ’ από κοντά μου! του φώναξε άγρια. Βρωμάς σαν αγγείο!! Σαπουνήσου πρώτα κι ύστερα φκιάσε μου ένα σκέτο.
Γίνηκε!!
Σε λίγο μπουκάρανε κι οι άλλοι! Βρίστηκαν λίγο όξω με τις γυναίκες τους αλλάξανε λόγια άτσαλα, μά στο τέλος ξεσκαλώσανε κι ήρτανε! Ο Ματραπάς καμτσίκωσε με την πετσέτα του τις καρέκλες για να κοπιάσουν!
Καφούλια έ; τους ρώτησε ντροπιάρικα σαν την τρίμερη νύφη!!!
Βάνε.
Στάκα…είπε κατόπι ταπεινά! Εγά λέω δε σφίγγετε κανά ρακάκι για να ’ρτει κι η ψυχούλα σας στον τόπο;
Να μια καλή ορμήνια…είπε ο Κολιοπάνος. Πιάσε!!
Έφερε. Σώπασαν!! Ο καπετάνιος απόπιε. Κατόπι άρχισε ένα ψιλό – ψιλό βρισίδι!!
Ακούς ρε, η «ξυλογαϊδάρα»!! Ακούς μυαλά; Δεν κάνουμε, λέει, εμείς και κάνουνε, τα νιάνιαρα που δεν τα’ απόκοψε ακόμη η μάνα τους απ’ το βυζί!!
Ντροπές και μασκαρέματα, απόσωσε ο Μισερός.
Άει στο διάολο είπ’ ακόμη μια φορά ο Στραβόξυλος καιο χτύπησε στο τραπέζι του μια γροθιά.  Άει στο διάολο, άλλη μια φορά…ξανάπε και κλώτσησε μια καρέκλα! Ο Κολιοπάνος ανεμιζόταν στην καρέκλα και ξεροξύνουνταν σαν να τον έπιασε ψώρα! Κάτι ήθελε να πει! Μα ήθελε να το φέρει καλά στο ντουζένι!!

Καπετάνιε…άρχισε στο τέλος στεγνά – στεγνά! Καπετάνιε, μιάς που αυτοί οι κερατόπιστοι φεν μας παίρνουνε στο δικό τους πόλεμο, δεν φκιάνουμε και μείς ένα δικό μας;!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια: