Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2020

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΒΑΛΥΡΑ . 2 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΛΑΜΠΑΙΝΕΟΥ ΙΩΝΑ ΚΕΦΑΛΑ

 ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΛΥΡΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ.
ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΙΩΝΑ ΚΕΦΑΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΛΥΡΑ
ΠΩΣ ΠΡΟΗΛΘΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΒΑΛΥΡΑ
Το ποίημα αυτό έγραψε το 1939 στις 23\4 και το φωτοτυπημένο πάλι το 1939 στις  31\1 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό   ΔΙΔΑΧΗ  τεύχος 336, τον Οκτώβριο του 1977.
Βαλύρα λέξη μαγική, τερπνή και ονειρεμένη,
 ιστορική και θελκτική, με τέχνη ευθυασμένη.
Κι απ’ την αρχαίαν εποχήν, εις τα χαρτιά γραμμένη
 και κοσμοξακουσμένη.
Λύσε τη μαγική σιωπή, την αλυσοδεμένη,
 και ειπές μας δίχως διακοπή, με γλώσσα ακονισμένη
, το ονομά σου τι θα ειπεί, Βαλύρα τι σημαίνει.
Παιδιά μου ακούστε να σας ειπώ και να σας μολογήσω,
 τον μύθο να σας διηγηθώ, και να σας παραστήσω,
σαν μάνα που σας αγαπώ να σας ευχαριστήσω.
Μίαν φοράν και έναν καιρόν, από την γην της Θράκης,
 αφού επήρεν τον τορόν, σαν σπουδαστής της Χάλκης
 και μυστηρίων ιερών, γνώστης της Σαμοθράκης.
Ο Θάμυρις κιθαρωδός και ψάλτης εμπνευσμένος
 και λυριτζής και υμνωδός και μάγος ξακουσμένος
 και των μουσών συλλειτουργός και κουτοφαντασμένος.
Ήρθε στην γην την ζηλευτήν της ωραίας Μεσσηνίας
 κατά απόφασην ρητήν εκ θεικής προνοίας
να ιδή την ιεράν γιορτήν  της Αρχαίας Ανδανίας.
Από του Στενυκλαρικού του λεκανοπεδίου,
Πηγαίνων  στη του θρυλικού κοιλάδα του Δωρίου
 να μάθη τασματα λαού γενναίου και ανδρείου.
Έφθασε κει που φυσικώς, τρία τέσσερα ποτάμια
 σμίγουν και βόσκουν τακτικώς σε χλοερά λειβάδια,
 τα υδατά των μαζικώς σαν μίχτες τα κοπάδια.
Ο Άμφιτος αριστερά και Χάραδρος επίσης,
 Λεκτραχαία  δεξιά απ’ τα βουνά της δύσης
και η Λευκασία αγκαλιά γιατ’ έτσι θέλει η φύσις.
Περνών εκεί ο φουκαράς, μετά το πανηγύρι,
σαν ατσιγγάνος μασκαράς παίζων το τυρι-λύρι
 στης Μαυροζούμενας κυράς
 το τρικορφο και εννάστοο περίφημο διοφύρι.
Άκουσε κει να ευθυμεί κάποιος και ευθυμήσας
 άρχισε να  κιθαρωδή την λύραν του κουρδίσας
 και τας χορδάς της κρούσας καυχήθη σαν μωρό παιδί,
 ότι και κείνος τραγουδεί καλύτερα απ’ τας μούσας.
Κείναι δε κόρες του Διος και νύμφης Μνημοσύνης
 τρωθείσαι στην καρδιάν δεινώς εκ ψυχικής οδύνης
 σαν αρπυιες όρμησαν σφορδώς
και τον ετύφλωσαν οικτρώς εκ ματαιοφροσύνης.
Κει δ’ έτσι τυφλωθείς κατά κακήν του μοίρα
και κατ’ ανάγκην συγχυσθείς του έπεσεν η λύρα
  και παρεσύρθη παρευθείς στων ποταμών την γύραν
για νάναι πάντοτε ευλαβείς τον δίδαξεν η πείρα.
Έτσι γεννήθη αρχικώς η φράση πάει η Λύρα
 και εσυμπύχθη βαθμικώς εις την λέξην Παλύρα
και εποιήθη τελικώς το όνομα Βαλύρα.
Και τώρα κει κάθε φορά καθένας που περνάει,
σταθμεύει μ’ εβοσμη χαρά και εκστατικώς τηράει
 και βλέπει λύραν στα νερά φαντασικώς και πάει.
Και πάνω κει στη γέφυραν που σύνδεσμον κρατάει,
 ακούει μια δέσποινα κυρά σαν μούσα να γλεντάει
και σα νεραίδα στα νερά να λέει να τραγουδάει.
Ω τι κακό! Τι συμφορά! Πάει η λύρα πάει
 του Θάμυρι του φουκαρά το ρεύμα την τραβάει!
 όποιος δε σέβει το ιερά Θεός τον τιμωράει.
Από τη Μαύρη συμφορά και απ’ τη γρουσούζα λύρα
 του Θάμυρι του φουκαρά  και απ’ την καλή του μοίρα
 βαπτίστη κει μέσα στα νερά ο ποταμός Βαλύρα.
Έτσι λοιπόν με τη σειρά με της ζωής την πείρα,
με ενθουσιασμό και με χαρά και με καλή του μοίρα
 μετωνομάσθη αργότερα και το χωριό Βαλύρα.
Πειδή όμως στο μεσαίωνα η γέφυρα χαλάσθη
και της Βαλύρας τόνομα μαζί μ’αυτήν σκεπάσθη
από τη Μαυροζούμενα (του Μαυροζούμη δέσποινα)
πόλι αυτή ευθυάσθη κ’ έτσι μετωνομάσθη.
Αλλά και πάλιν ύστερα, η γέφυρα σωριάσθη
κι’ από τη Σουμπασόγλαινα (Σινάν Σουμπάση δέσποινα) αύτη εξαναφυάσθη
 πλήν όμως «Μαυροζούμενα» π΄σλιν επωνομάσθη
και έτσι μέχρι σήμερα, η θέσις κει δοξάσθη.
Επειδή όμως γενικώς, πάντοτε μεις ζητούμεν
 αλήθειαν και ευλαβικώς αυτήν ορθοτομούμεν,
 προς  ταύτα πάντα σχετικώς ορθότερον φρονούμεν.
Ότι ο Θάμυρις αυτός Δαμύρης ή Δεμοίρης
γύφτος αθίγγανος ινδός καβείρης ή φακίρης
 στην θεάν  τύχην του  πιστός
 και εκ ταύτης κακομοίρης.
Σαν αρχιτέκτων ποιητής δημιουργός και κτίστης
 νέων αρχών εισηγητής μυσταγωγός και μύστης
 σαν νέαρχος οργανωτής και δόκιμος στρατιώτης.
Γνωρίζω ήθη μυστικά της παλαιάς Καμπάλλας
ανήθικα και ηθικά κατ΄αρχάς ιδέας και άλλας
στην Μεσσηνίαν βιαστικά κατέφθασεν ο τάλας.
Εκεί δε τότε ευσταθής στην ιδεολογίαν
και σαν στρατιώτης ευπειθής εις την τελετουργίαν
άρχισε μυστικοπαθής κρυφήν μυσταγωγίαν!
Ταύτα μαθόντες μυστικώς της Δήμητρας της θείας
 οι ιερείς κανονικώς και μετά εμπαθείας
 τον εξεδίωξαν κακώς εκ γης της Ανδανίας.
Φεύγων δε κείνος σαν φυγάς και πάσχων από τρόμον
 ναιάδας  της θεάς σεμνάς συνάντησεν στον δρόμο
 και πλήρωσεν σαυτάς ποινάς κατά τον θείον νόμον.
Έτσι λοιπόν τιμωρηθείς ο Θάμυρις ευήθης
σαν άμυαλος και εγωπαθής και ως δαίμων κακοήθης
έπαθεν ομοιοπαθής σαν Αίσωπος ο  ευμαθής
κι Αναχαρσις ο Σκύθης.
Πλην ούτως είτε τυφλωθείς
 είτε στο ρεύμα ρείφθη
 είτε και άλλως φονευθείς
 κι ευλόγως τιμωρήθη
 αν και στο σώμα κακωθείς
 εις την ψυχήν αμείφθη γ
ιατί τονομά του επί της γης
 έως νυν διαιωνίσθη.
Ιων. Δ. Οικ. Κεφάλας. Εν Λεζίω Ιθώμης 1939
Για την αντιγραφή όπως το πρωτότυπο Γιάννης Δ. Λύρας





































 Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΘΑΜΥΡΙΣ.ΕΡΓΟ ΑΝΔΡΕΑ ΤΣΩΝΗ
Η ΚΑΛΑΜΩΤΗ ΠΙΑΝΟΝΤΑΣ ΧΕΛΙΑ ΚΑΙ ΨΑΡΙΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΗΣ ΜΑΥΡΟΖΟΥΜΕΝΑΣ.








 ΤΟ ΚΑΛΝΤΕΡΙΜΙ ΠΟΥ ΣΩΘΗΚΕ

ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ.ΜΠΟΥΡΙΚΑΣ Α, ΜΠΟΥΡΟΛΙΑΣ Θ.  ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΣ Ξ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: