Πέμπτη 3 Ιουνίου 2021

Η Αννούλα του Γιάνναρη στη Μεταπολεμική Βαλύρα

   Αφιερωμένο στα ΑΜΕΑ της Βαλύρας , που έδωσαν νόημα  στον πρόσκαιρο βίο μας

       “Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι  αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών”, είπε ο Κύριος  στους Μακαρισμούς (Ματθ.Ε΄,3), αλλά δεν  αφορά τους νοητικά ανάπηρους, γιατί αυτούς τους έχει ήδη αναλάβει η θεία πρόνοια. Αναφέρεται σε εκείνους που ταπεινά  αισθάνονται τη πνευματική τους φτώχεια και  ο εαυτός τους εξαρτάται από τον Θεό. Πώς να κατανοήσει τον Λόγο του Χριστού ο αδαής και  υλικά αποστερημένος άνθρωπος ,  όταν τον έχει πλακώσει η   φτώχεια και τα  κοινωνικά αδιέξοδα, ώστε να κρίνει λογικά και να ζητήσει από τον Θεό να τον ελεήσει; Το απειλούμενο εγώ του  καταρρέει από  τη συνεχή   ανέχεια και ως άμυνα ενδύεται  την   αχαλίνωτη φαντασία .Καλπάζει σαν άλογο η ψυχή,   δραπετεύοντας από το στάβλο  της  πραγματικότητας, σε χώρους μακρινούς, εκεί που όλα είναι κομμένα και ραμμένα στα μέτρα  μίας “ καθωσπρέπει ζωής”, κοινωνικά αποδεκτής και άκρως επιθυμητής, με πλούτο , δόξα και κοινωνική αναγνώριση, έτσι όπως φαντάστηκε ο απονήρευτος, ο   αγράμματος, ο άπιστος, ο άπληστος, ο ματαιόδοξος, αλλά και  ο  ψυχοπαθής,  αυτή τη μάταιη ζωή του.”Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι τον Θεό όψονται”, είπε ο κύριος και ο διάβολος φρόντισε να μην τον δει κανείς κοσμικός, πάνω σε τούτο τον πλανήτη.  Η Αννούλα  της ιστορίας μας,  όπως διαβάζουμε στο ιστορικό αρχείο για τη Βαλύρα, του καθ . Ιωάννη Λύρα, αισθάνθηκε τον Θεό στα βαθιά της γεράματα,  γιατί όλη της τη ζωή  έβλεπε μόνο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ζήλεψε τη πολιτική, τη δύναμη  , την εξουσία και το χρήμα και τα αναβίβασε σε Θεό μέσα της . Ήταν μία  άμυνα ,ενάντια σε  εκείνους που δεν  εκτιμούσαν πραγματικά τη προσφορά της και υποβίβαζαν  την όμορφη βοσκοπούλα της Βαλύρας.

      Αν ήμουν πλούσιος...έλεγε το λαϊκό άσμα, όχι κατά Θεόν βέβαια,   που έλαβε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης.  Και ποιος δεν ονειρεύτηκε  στη Βαλύρα  ότι ήταν πλούσιος, εκτός από τον παπά και τον διάκονο, που γνώριζαν τις σαφείς επιπτώσεις μίας τέτοιας μεγάλης κακοτυχίας. “Εκ της επικοινωνίας και ενώσεως σας με τον Ιησούν Χριστόν, είπε ο απόστολος Παύλος εγίνατε πλούσιοι εις όλα, δηλαδή εις κάθε λόγον χριστιανικής αληθείας και εις κάθε γνώσιν πνευματικήν (Κορν.Α΄ 4-5)”. Αν γνώριζε πραγματικά ο φτωχός, ότι όσο πιο πολύ   πλουτίζεις σε υλικά αγαθά, τόσο πιο πολλή κόπρο συσσωρεύεις στη ψυχή σου, θα καλούσε  τον Ηρακλή για να καθαρίσει τους κόπρους του Αυγεία,  όπως καλούσε τον αγροτικό γιατρό, που έτρεχε από σπίτι σε σπίτι , να δώσει το κατάλληλο φάρμακο, για  να νικηθεί η ασθένεια. Κι όταν το φάρμακο δεν έφερνε τα επιθυμητά αποτελέσματα,  κατέφθανε, με προσευχές, ο   ιερέας του χωριού στο φτωχικό ,και έπαιρνε μακριά τον δαίμονα της ασθενείας.

      Ποια ήταν η Αννούλα του Γιάνναρη; Ήταν, θα λέγαμε ένα μανουσάκι, ένα ζαμπάκι, ένας νάρκισσος του κάμπου της Βαλύρας ,που του είχε πάρει ο αέρας τα μυαλά, γιατί ήταν πολλά αυτά που ήθελε η ψυχή της και δεν χωρούσαν μέσα στο μικρό της κεφάλι. Ήταν μια ευπαρουσίαστη  βοσκοπούλα ,που ένιωθε εσωτερική απειλή , όσον αφορούσε την κοινωνική αποδοχή με τα κριτήρια της εποχής της ,στη μικροκοινωνία της Βαλύρας ,που τους ήθελε όλους σπουδασμένους και εργαζόμενους σε υψηλές θέσεις ή δεινούς επιχειρηματίες, για να τους βγάζουν το καπέλο.    Ήταν από καλή και χριστιανική  οικογένεια  του χωριού , αλλά αυτό δεν έφτανε.  Οι άνθρωποι γύρω της, κατά τον Αριστοτέλη ,ήταν φιλόφρονες ή κόλακες , όμως εκείνη διάλεξε μία τρίτη κατηγορία, αυτή των φιλέριδων  , για να διεκδικήσει το δικαίωμα της  κοινωνικής αποδοχής και αξίας της. Είχε δημιουργήσει το   απειλούμενο  εγώ της, αυτοπλαστικά, παραποίηση της πραγματικότητας , με ιδεοληψία και ψυχαναγκασμό  για  τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.        Η  πολιτική δύναμη του Καραμανλή ήταν το αμυντικό της όπλο. Η μορφή του καταξιωμένου πολιτικού  κινούσε το νήμα της ζωής της και την  επιβεβαίωνε ως γυναίκα. Ζούσε επειδή υπήρχε εκείνος ,ανέπνεε το πολιτικό του άρωμα στη φαντασία της,   ήταν ο μοναδικός, δυνατός και ικανός   άντρας για όλα, όσα αυτή ήθελε και ονειρευόταν για τον εαυτό της. Πολύ έκλαψε η Αννούλα από τη ζήλια της ,όταν είδε  στην εφημερίδα, στο περίπτερο του χωριού, το ίνδαλμα της να ασπάζεται τη βασίλισσα Φρειδερίκη, όταν  τον συνόδευε η Αμαλία Μεγαπάνου και ανέκαμψε, προσμένοντας τη σειρά της, αμέσως μετά τον χωρισμό του ζεύγους.

      Το  επώνυμο Γιάνναρη, το έλαβε   από τους Βαλυραίους , που ήταν βασιλικοί.  Ο Αντώνης Ν. Γιάνναρης,   ήταν φιλόλογος, γλωσσολόγος και οπλαρχηγός της Κρητικής Επανάστασης του 1895. Το 1904, φυλακίστηκε στα Χανιά για την αντιπολιτευτική του δραστηριότητα, εναντίον του ύπατου αρμοστή πρίγκηπα Γεωργίου. Η Αννούλα, περίμενε τον μέλλοντα σύζυγό της να διώξει τους βασιλείς, και να κυβερνήσει την Ελλάδα, ως βασιλέας   όλων”.  Φανταζόταν βέβαια και τον εαυτό της με βασιλικό διάδημα στο πλάι του, για να κατατροπώσει τους Βαλυραίους ,που την αντιμετώπιζαν ειρωνικά και υποτιμητικά. Η συγκατάθεση της καρδιάς της και το πάθος της ψυχής της κράτησαν την Αννούλα δέσμια, για μια ζωή, σ΄ ένα απατηλό όνειρο, με πολλή κενοδοξία και  υπερηφάνεια  και επέφεραν σωματική , ψυχική στειρότητα και κόπωση. Η κενοδοξία του να επιθυμεί η Άννα δόξα και τιμές στα πολιτικά κράσπεδα και η έξαρση της ιδεοληψίας , που δεν υποχωρούσε    με την πάροδο των ετών, παρά μόνο στα βαθιά γεράματα, την απομάκρυναν από την κατά Θεόν ταπείνωση και την  κατάντησαν αλόγιστη. Ο   νους της παρέμενε σε σκοτεινά δώματα,  χωρίς διάκριση  . Αντιλαμβάνονταν τη ζωή σαν έναν μονόδρομο , ήθελε να είναι η σύζυγος  του πιο καταξιωμένου άντρα της εποχής της,  του Κωνσταντίνου Καραμανλή! Εναλλακτική λύση δεν χωρούσε στο πεπρωμένο της. Μια ζωή περίμενε, χωρίς να έχει συναίσθηση των επιπτώσεων,γιατί αισθανόταν την παρουσία του  στη ζωή της μοναδική και ανεπανάληπτη. Ήταν η παρθένα του Καραμανλή και των Ελλήνων.  Υπερνικούσε με αυτόν τον τρόπο το εγώ της τα απροσπέλαστα εμπόδια της τοπικής κοινωνίας ,που την υποβίβαζαν. Ποτέ δεν κατάλαβε, ότι ο Βασιλέας των όλων είναι Βασιλέας των φτωχών και αδυνάτων ,είναι ο Ιησούς Χριστός, που  Τον νυμφεύεται και φωτίζεται η ψυχή του ανθρώπου , αλλά και κανένας δεν ασχολήθηκε  θεραπευτικά μαζί της, εκείνη την εποχή, για να την ανακουφίσει ψυχικά.

      Ξυπνούσε τα χαράματα η βοσκοπούλα, στα ανάκτορα του νου της, και φορούσε τα βασιλικά της ενδύματα. Καλημέριζε τον κύριο Κωνσταντίνο Καραμανλή, λαμπρό  άντρα, ανερχόμενο στην διεθνή πολιτική, φιλούσε τη φωτογραφία του, τη δίπλωνε με το μαντηλάκι της και την τοποθετούσε προσεκτικά, μέσα στο βασιλικό της ταγάρι . Έπινε βιαστικά τον πρωινό καφέ, γύριζε το φλιτζάνι ανάποδα  , όταν στέγνωνε το δίπλωνε προσεκτικά σε μια εφημερίδα και το έπαιρνε μαζί της, για να το διαβάσει με την ησυχία της στα κτήματα. Ξεκινούσε  η παρέλαση με τους υποτακτικούς της,  δυο τρεις προβατίνες και τα σώματα ασφαλείας , τον τράγο με τις γίδες , προς τη Πλατεία Συντάγματος και τη Βουλή των Ελλήνων, στα ολόδροσα χωράφια της Βαλύρας.

 Δεν τολμούσε κανένας να διακόψει τις σκέψεις της και να την ρωτήσει αν γέννησε η προβατίνα ή αν  θα δώσουν το τραγί. Αμέσως τους έδειχνε τη φωτογραφία του υποψήφιου γαμπρού, τονίζοντας, προσέχετε πώς με κοιτάζετε και  προσπαθείτε να με υποβιβάσετε, γιατί δεν είμαι όποια και όποια!Απαιτώ χαμηλωμένο βλέμμα και σοβαρότητα. Εμένα πρέπει να με σέβεστε και να με προσκυνάτε γιατί.....

-Εγώ, θα παντρευτώ τον Κωνσταντίνο Καραμανλή  !

Έστρωνε την κουρελού της στο χορτάρι και διάβαζε το φλιτζάνι.  Κάποτε ,  της έκανε παρέα μια άλλη βοσκοπούλα, η Μαρία, και το διάβασαν μαζί. Εντόπισαν έναν καβαλάρη κι από κάτω του ένα διπλό κάπα.

-Το βλέπεις και συ Μαριώ ; ρώτησε η  Άννα.

-Το βλέπω, τη διαβεβαίωσε η Μαρία.

-Και τι λέει;

-Καλομελέτα Κι έρχεται λέει, της απάντησε.

-Άντε από δω κακομοίρα, δεν το κατάλαβες, την επέπληξε η Άννα.

Κωνσταντίνος Καραμανλής λέει. Υπογράφει για το στεφάνι μας!

Την Πρωταπριλιά την πείραζαν όλοι οι βοσκοί, ο καθένας με τη δική του παραλλαγή. Έφτασε ο Καραμανλής στην Καλαμάτα, στάθμευσε στον Άγιο Φλώρο, είναι στη Μεσσήνη σε συμβούλιο, θα κοιμηθεί απόψε στο Μοναστήρι του Βουλκάνου και άλλα πολλά της έλεγαν.

Στην άκρη στο μαντήλι της είχε δεμένη μια δεκαρίτσα. Την πετούσε όταν έβοσκε τα ζωντανά για δέκα συνεχείς φορές με αγωνία.  Όταν ερχόταν  κεφάλι, τραγουδούσε από τη χαρά της.  Την Άνοιξη, που άνθιζαν  οι μαργαρίτες, η ερωτευμένη κορασίδα τις μαδούσε μέχρι να βγει τρεις φορές το “μ΄ αγαπά”, για να πειστεί και να ηρεμήσει.

Ένα δειλινό, που ήταν απελπισμένη και ετοιμαζόταν να μαζέψει τα ζωντανά και να φύγει από τα χωράφια, είπε πάνω στην απελπισία της:

-Αν μ αγαπά πραγματικά και θα ρθει, ας  κρώξει ένα πουλί από τον Θεό. Αν και προκάλεσε τον Θεό αναιδέστατα, ο Θεός τη λυπήθηκε. Πήγε και κάθισε μια καρακάξα πάνω σε μια  ελιά και έκρωξε. Η χαρά της δεν περιγράφεται. Έγινε άλλος άνθρωπος.

      Θεωρώ, αν  τα γνώριζε όλα αυτά ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, σίγουρα θα ζήλευε τη τύχη της Αννούλας, που  η μοίρα του τον ήθελε να  παραδώσει το   αρνί  των παιδικών του χρόνων και  να ζει με το  τραγί του Μαμωνά, για να πορεύεται στη διεθνή αρένα της πολιτικής, με πρόσχημα, για “το καλό της πατρίδας σου  αδελφέ Κωνσταντίνε, δέξου το με ευχαριστίες,  σφράγισε το στόμα σου και  φρόντισε να πορευτείς ανάλογα”.Πού να πει τον πόνο του ο σημαδεμένος νέος, που κατά τα άλλα ήταν ψηλός, γελαστός, ο τέλειος εμφανισιακά άντρας, για να ικανοποιήσει τα όνειρα πολλών  Ελληνίδων κορασίδων και όχι μόνο. Πόσο πραγματικά θα ζήλευε  ,  όταν έφτυνε χολή στα διεθνή  συνέδρια   ο νους του,  και οδυρόταν η ψυχή του, για τη χαμένη αθωότητα της  νιότης του ,την Αννούλα, που ανέμελη άκουγε τα τζιτζίκια και ξάπλωνε σαν πεταλούδα, σε  λουλουδένια στρώματα, πάνω στα σπαρτά της Βαλύρας. Ποια “λογική ψυχή” θα απαρνιόταν τον Χριστό ,για να παντρευτεί τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που κατά τα άλλα δεν ήταν και τόσο βαριά περίπτωση  “Λέοντος μετά παρασήμων”.Κι ο ίδιος ο Καραμανλής ,τον Χριστό παρακαλούσε να παντρευτεί,   και το Άγιο Πνεύμα του απαντούσε:

  -Απώλεσε τη ψυχή σου για να τη  σώσεις εν Θεώ.

      Η Αννούλα  ήταν αμετάπειστη. Γιατί ο ιερέας του χωριού δεν είχε τόση αίγλη, όσο ο αγαπημένος της, που την έκανε να αισθάνεται  ολοκληρωμένη και αξιοζήλευτη ως γυναίκα. Νήστευε και πήγαινε στην εκκλησία, αλλά αρνιόταν να πει στον  παπά Ξύδη τι της συμβαίνει. Μια φορά,  κράτησε ο  πατήρ Δημήτριος   το πετραχήλι για πολλή ώρα πάνω από το κεφάλι της, όταν πήγε να εξομολογηθεί στον ιερό ναό του Αγίου Αθανασίου, και τη διάβαζε. Η Αννούλα έκλαψε και ηρέμησε. Όμως, μετά από μια εβδομάδα ξεχάστηκε  και παλινδρόμησε. Πήγε τριαντάφυλλα στη Παναγία  για   να της φέρει τον Καραμανλή επειγόντως! Κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη και  μονολογούσε, “κοίτα τι γυναίκα έφτιαξε ο Θεός για σένα  αρχηγέ μου!

Και τι γυναίκα! Άσπιλη και αμόλυντη. Ούτε το σώμα της δεν άγγιζε,για να μη μαράνει τη νιότη της .

      Ένας νεαρός τσοπάνος κάποτε, λίγο μεγαλύτερος της, που κούτσαινε από το αριστερό του πόδι, την  κρυφοκοιτούσε, γιατί την είχε ερωτευθεί. Πήρε το θάρρος, και την πλησίασε στα κτήματα, μια μέρα. Του έσυρε τα εξ αμάξης. Μόνο που δεν άνοιξε η γη να τον καταπιεί.

-Θα σε  δικάσει ο Καραμανλής   Παναγή, στον Άρειο Πάγο, του είπε νευριασμένη και επιθετική, και θα χάσεις το χωράφι σου , μαζί με τα ζωντανά σου, για να πληρώσεις τους δικηγόρους. Πληγώθηκε   ο καημένος,  για πολύ καιρό την έβλεπε και  έστριβε.

      Όταν η  Άννα δεν εργαζόταν στα κτήματα ή δεν έβοσκε τα ζωντανά, ετοίμαζε επιμελώς τα προικιά της. Είχε ράψει ωραία νυχτικιά για την πρώτη νύχτα του γάμου και είχε κεντήσει γαμήλιο σεντόνι ,με δύο λευκά περιστέρια    για να το δείξουν στο πανελλήνιο ,όταν θα χάριζε στον ηγέτη του κράτους τη παρθενιά της . Να δει όλη η Ελλάδα και να θαυμάσει ,τι ηθική κοπέλα παντρεύτηκε ο άξιος Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Στην εορτή του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης , η Αννούλα έκανε μεγάλη χαρά. Ετοίμαζε γλυκά, και κερνούσε τους πάντες. Στολιζόταν και πήγαινε ,πριν κτυπήσει η καμπάνα, στην εκκλησία. Άναβε μια λαμπάδα ίσα με το μπόι της, να έχει ο Θεός καλά τον άντρα της ζωής της, να ξεμπλέξει από τις   εργασίες του, να αφήσει αντικαταστάτη στα καθήκοντά του και να κατέβει στο χωριό, για  να τη ζητήσει σε γάμο.

-Να τον χαίρεσαι, της έλεγαν  οι άλλοι,και καλά στέφανα, όταν  πήγαινε να τους κεράσει.

      Μια χρονιά,  έβαλε κουφέτα από τον γάμο μιας γνωστής της ,κάτω από το μαξιλάρι της και ονειρεύτηκε ότι ήρθε   ο Καραμανλής και τη ζήτησε σε γάμο. Την περίμενε με ανθοδέσμη έξω από την πόρτα του ιερού ναού του Αγίου Αθανασίου και πλήθος   επώνυμων καλεσμένων  στέκονταν   γύρω του. Όταν έφτασε η  Αννούλα νύφη και πήγε να την φιλήσει και να της  προσφέρει την ανθοδέσμη, είδε ότι από τα χέρια του έτρεχε πετρέλαιο. Πω, πω  είπαν όλοι, θα πάρουμε φωτιά. Τον άρπαξαν αμέσως οι στρατιωτικοί  και έφυγαν. Τότε, παρουσιάστηκε ο κουτσός   Παναγής, που την  είχε ζητήσει σε γάμο και τη συνόδεψε μέχρι το σπίτι της. Όταν ξύπνησε και διηγήθηκε το όνειρο σε μία φιλενάδα της, που ήταν γειτόνισσες ,της το εξήγησε ως εξής:

-Κάποια μεγάλη συμφωνία θα κλείσει ο Καραμανλής ,  για το καλό του τόπου, όχι όμως ακόμα, γιατί έχει πρόβλημα. Τον Παναγή μην τον αποδιώχνεις, γιατί  τον αγαπάει ο Θεός.

Από τότε η  Άννα χαλάρωσε, και  έλεγε στον Παναγή  καμιά καλημέρα, όταν δεν ήταν θυμωμένη με τις σκέψεις της, γιατί δεν της έβγαινε το σενάριο.

     Ένα καλοκαίρι, βοηθούσε τη γειτόνισσα ,που είχε απλώσει τη μαύρη σταφίδα στο αλώνι της. Πέρασε ένα ζευγάρι  ξένων, τις είδε, κοντοστάθηκε και τις ρώτησε, πώς ξεραίνουν τη σταφίδα.

Η Άννα δεν μιλούσε, αλλά τους κοίταζε προσεκτικά.  Τότε η  κτηματίας  , εξήγησε ότι καθαρίζουν πρώτα το αλώνι, στον μέσον και κατά μήκος  τοποθετούν παλούκια και καλάμια για  να στέκεται το  πλαστικό  άσπρο πανί και να  προστατεύει όλο  τον χώρο, όταν βρέχει και  έχουν απλωμένη τη σταφίδα. Επίσης, τοποθετούν   παλούκια στη περιφέρεια στο αλώνι,  για να  στερεώσουν με το σχοινί το πανί,  ώστε να μη   το πάρει ο  αέρας και βραχεί η σταφίδα. Αφού όλα είναι έτοιμα,  τρυγούν και απλώνουν στο κάτω πανί τα σταφύλια, για να ξεραθούν. Στη συνέχεια, τα γυρίζουν   από την άλλη πλευρά, για να τα δει καλά  ο ήλιος.

 Τρίβουν τη σταφίδα , τη ξεχωρίζουν από τα ξερά τσαμπιά και   τη λιχνίζουν, πάνω σε   πανιά από λινάτσα, με το ξύλινο φτυάρι.  Τη μαζεύουν σε σακιά , και την φυλάνε στην αποθήκη τους ,μέχρι να την πάρει ο έμπορος.

-Δικό σου είναι το κτήμα, ή εργάζεσαι για άλλον, ρώτησε ο  άντρας.

-Δικό μου είναι, απάντησε η    προκομμένη  αγρότισσα  και τους έδωσε δυο χούφτες σταφίδα.

-Εσύ δεν μιλάς,  ρώτησε η  ξένη την Αννούλα. Βοηθάς εδώ; Από το χωριό είσαι;

-Παρέα κάνω στη γειτόνισσα μου, απάντησε, είμαι η  Αννούλα του Γιάνναρη.

-Κάτι μου θυμίζει το όνομα,   παρατήρησε η ξένη.

-Σωστά, απάντησε η  γειτόνισσά της Άννας. Είναι από μεγάλο τζάκι. Ο  πατέρας της ήταν οπλαρχηγός στη Κρήτη!

Ο Γιάνναρης, ήταν ο σωστός πατέρας για την Άννα, που  επιθυμούσε κοινωνική αναγνώριση και καταξίωση, γι αυτό δεν διαφωνούσε για το παρατσούκλι της..  Ευχαρίστως  αποδεκτό ήταν κι από τους συγγενείς, φίλους και απογοητευμένους γονείς της, αφού ουδέποτε  εκτίμησε την αξία τους , που ήταν παιδί τους.

Εκείνη που η Άννα συμπαθούσε ιδιαίτερα, ήταν η Βιλύρα. Δεν γνωρίζω το όνομα  της συγκεκριμένης γυναίκας, γιατί  όλοι Βιλύρα την έλεγαν  . Είχε ζήσει για κάποιους μήνες στην Αθήνα με τους συγγενείς της και συμπεριφερόταν σαν πρωτευουσιάνα. Όταν επέστρεψε με το τραίνο στη Βαλύρα, ρώτησε τον σταθμάρχη, με ιδιάζουσα προφορά :

-Βιλύρα είναι εδώ;

Από τότε της έμεινε. Η  Αννούλα του Γιάνναρη και η Βιλίρα,   ήταν η αριστοκρατία της Βαλύρας. Οι εγγράμματοι και σπουδασμένοι του χωριού ήταν οι “γραμματιζούμενοι”, που τι να τους κάνεις, τους είχε ο Καραμανλής  για κλητήρες. Όσο για τους εύπορους κτηματίες, εμπόρους και επιχειρηματίες, ήταν αξιολύπητοι, γιατί ενοχλούσαν τον Καραμανλή, για να τους προωθήσει τις υποθέσεις τους!

     Κάποτε ένας βοσκός, θέλοντας να την πειράξει, της είπε με σοβαρό ύφος:

-Εσύ, Αννούλα, που έχεις πρόσβαση στον Καραμανλή ,να του πεις να  φροντίσει να αυξηθεί η τιμή στο γάλα, γιατί  το δίνουμε για τη ψυχή της μάνας μας και πλουτίζει ο έμπορος.

Αφού το καλοσκέφτηκε η Άννα, του απάντησε:

-Φύγε από δω προδότη . Θέλεις να αυξηθεί το γάλα, να μη έχουν να το αγοράσουν οι γονείς για τα παιδιά  τους στις πόλεις . Το ξέρεις ότι δεν χωράει  στην αυλή τους  η γίδα, δεν  έχουν που να βάλουν το τραγί ,ούτε χωράφι για να βοσκήσουν; Θα χάσει ο Καραμανλής τις εκλογές  με αυτά που ζητάς!

Από τότε,  η εκλογή του Καραμανλή ,ήταν “θέμα γίδας”.

      Περνούσαν τα χρόνια, αλλά η παρθένα της Βαλύρας, ουδέποτε απαρνήθηκε τον Καραμανλή και πάντα τον συγχωρούσε ,που την   ξεχνούσε. Έκανε υπομονή, ως  καλή πατριώτισσα, για το καλό της  Ελλάδας.  Μια χρονιά, προς τα γεράματα, που είχε συναισθηματικά καταπέσει, της πήγε ο ταχυδρόμος ένα φάκελλο χωρίς αποστολέα. Δεν γνωρίζουμε, αλλά κάποιος της τον έστειλε σκόπιμα. Όταν τον άνοιξε, τι να δει! Ήταν μία ωραία φωτογραφία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αλλά δεν έγραφε κάτι. Πάραυτα, η χαρά της ήταν πολύ μεγάλη. Έζησε άλλα δέκα χρόνια, για να τον περιμένει. Ευτυχώς, απεβίωσε πριν τον Καραμανλή, γιατί η ψυχή της δεν θα άντεχε την ένταση του πένθους και  θα την καταπλάκωνε σαν ταφόπετρα.

     Στα γεράματά της ήταν ήρεμη ,  θλιμμένη, και  σπάνια μιλούσε για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Παρακολουθούσε σιωπηλά τη θεία λειτουργία και κοινωνούσε συχνά. Όχι βέβαια ότι απαρνήθηκε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή για χάρη του Χριστού, γιατί ουδέποτε πέρασε από το νου της ότι με το πνεύμα της μπορεί να παντρευτεί τον Κύριο. Η κενοδοξία που τη διακατείχε, για μια ολόκληρη ζωή, είχε υποχωρήσει αισθητά γιατί όλοι της μιλούσαν ευγενικά που ήταν γριούλα. Περίμενε τον θάνατο υπομονετικά, με μία βαθιά πίκρα, που δεν μπόρεσε να έχει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Όμως, το εκλογίκευε μέσα της, ότι καμιά δεν τον είχε, γιατί παντρεύτηκε τη πατρίδα. Άπλωσε το ταλαιπωρημένο της κορμί πάνω στον βωμό της πατρίδας και καθώς τελείωνε , εμπρός στα μάτια των συγγενών της, ήρθε ο Κύριος και τη δίπλωσε με την Ελληνική σημαία.

 Αναγκαστικά,  ντυμένος  Καραμανλής !

-Ανοίξτε, ήρθε με τη σημαία, ήταν η τελευταία της μιλιά , που έκανε όλους να ανατριχιάσουν.

Ο Κύριος, κτύπησε τη πόρτα του σπιτιού και πήρε τη ψυχή της Αννούλας, νύφη, σε βασιλικά ανάκτορα  . Το βλέμμα της ήταν γαλήνιο, έδειχνε ευτυχισμένη και ελεύθερη, γιατί την ταλάνισε μεν  η ιδεοληψία και ο ψυχαναγκασμός μια ζωή , δεν χάρηκε βυθισμένη στη ψυχική   νόσο, αλλά το αρνί δεν το έχασε κι αναπαύτηκε τελικά, με τη πρόνοια του Θεού, σε τόπο χλοερό ,στο κοιμητήριο της Βαλύρας, εκεί που αναπαύεται και η φίλη της Βιλύρα.

      Η Αννούλα του Γιάνναρη, με τη λογική των  επιστημόνων, συμβολίζει το απαίδευτο  συναίσθημα, το αδύν ραχής που  εντάσσονται όλα αυτά.    Όμως, με τη λογική του Θεού, αυτό που φαντάζει ως  ασθένεια αμο εγώ,  τη ψυχική εξάρτηση,  την ιδεοληψία , τον ψυχαναγκασμό,    το σύμπλεγμα κατωτερότητας  και την παραποίηση της πραγματικότητας σε όλη την έκταση της  ψυχικής διατα στους ανθρώπους,   είναι ουσιαστικά μία δικλείδα , μία ζώνη ασφαλείας, για να σωθεί,  πάση θυσία, μια ψυχή, η “ Αννούλα” ,που ο Θεός πολύ αγάπησε και γι αυτό δεν την άφησε να βουτηχτεί στην αμαρτία, όπως εμείς οι εγγράμματοι, που είμαστε   υπόλογοι των πράξεών μας, χωρίς άλλοθι.

      Η κατάκρισις σβεννύει τη χάριν του Θεού ,λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος (Λόγος Ι΄,η). Δεν είναι δυνατόν να κρίνουμε  έναν ψυχικά πάσχοντα άνθρωπο. Η Αννούλα του Γιάνναρη ήταν ένα σημαντικό μέρος από τον διάκοσμο της Βαλύρας, που έδινε ζωή και χρώμα στον μονότονο βίο των κατοίκων. Τα  άτομα με ειδικές ανάγκες ,  τα στέλνει ο Θεός στη ζωή μας για να μας εκπαιδεύσουν με τη παρουσία και συμπεριφορά τους, να ταπεινωθούμε κατά Θεόν, ώστε να αυξήσουμε τη διάκριση και θεία λογική και να δυναμώσουμε την αγάπη και προσφορά μας προς τον πλησίον. Η διαφορά  με τους υπόλοιπους είναι ,ότι με βάση τον δύσκολο ρόλο που έχουν αναλάβει σε αυτή τη πρόσκαιρη ζωή, η πρόνοια του Θεού και η καθαρότητα της ψυχής τους είναι δεδομένη, μαζί με την ανάπαυσή τους σε παραδεισένια πεδία. Είναι επί γης άγγελοι. Ανοίγουν με την παρουσία και θυσία τους, για όλους εμάς ,τη θύρα της σωτηρίας. Ας αναπαύσει ο Κύριος όλα τα ταλαιπωρημένα πλάσματα , τα άτομα με ειδικές ανάγκες ,που πέρασαν από τη Βαλύρα.

 

Ο Θεός μαζί σας!

 

Ευθυμία Η. Κοντοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: