Σάββατο 28 Αυγούστου 2021

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙ ΒΑΛΥΡΑΣ. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΝΑΟΙ

 ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΛΥΡΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ

 ΟΙ 14 ΝΑΟΙ ΤΗΣ ΒΑΛΥΡΑΣ.

 -Οι 2 βυζαντινές εκκλησίες έχουν δημοσιευτεί το 2002 στην εφημερίδα σημαία της Καλαμάτας το 2002 Φεβρουάριος Μάρτιος από το συνάδελφο Γιώργο Γιακουμή και από τους Δημητροκάλλη και Χαράλαμπο-Λασκαρίνα Μπούρα, τους οποίους είχα φιλοξενήσει ,και οι τότε εκλεγμένες τοπικές αρχές όπως και οι νυν δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον.

-το 1986 έγινε ο σεισμός της Καλαμάτας κάνοντας ζημιά και στον ενοριακό ναό της Βαλύρας. Αποκολλήθηκε ο  κεραμικός λίθος θεμελίωσης του ναού που γράφει τα ονόματα των 4 τότε επιτρόπων, τους 2 τέκτονες από τα Κικαλέικα Λαγκαδίων και το έτος θεμελίωσης του ναού το 1829. Οι τότε επίτροποι, ιερείς, ιεροψάλτες δεν του έδωσαν καθόλου σημασία. Το πώς βρέθηκε στα χέρι μου είναι μια πονεμένη ιστορία. Οι παππούλης  και πατέρας μου ήταν επίτροποι στην εκκλησία και ο εγγονός μετά από 36 χρόνια θα εντοιχίσει τον κεραμικό λίθο θεμελίωσης του ναού στη θέση που του ανήκει

 Ο σεβασμιότατος Μεσσηνίας με τον οποίο είχα συνάντηση μου πρότεινε να εντοιχιστεί και να γίνει η δοξολογία στην εορτή του Αγίου Αθανασίου ,στις 18 Ιανουαρίου. Βρήκα ειδική στη συντήρηση έργων τέχνης που θα γυαλίσει τον κεραμικό λίθο ,και θα  τονίσει τα ονόματα των επιτρόπων ,μαστόρων, και χρονολογία θεμελίωσης του ναού.


 

ΑΠΟ ΤΟΥΣ 14 ΝΑΟΥΣ ΤΗΣ ΒΑΛΥΡΑΣ ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΑ ΜΕΡΙΑ, Ο ΕΝΑΣ ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ ΚΑΙ ΟΙ ΟΚΤΩ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ.

Από αυτούς οι 4 έχουν εξαφανιστεί και υπάρχουν υπολείμματα (Αγιολιάς, Αγιοπέτρος, Βαλτοκκλησιά, Άγιος Κων\νος), οι 2 είναι σε ερειπώδη κατάσταση (Αγιος Βλάσσης, Αγία Παρασκευή) και οι υπόλοιποι βρίσκονται σε καλή σχεδόν κατάσταση (Παναίτσα, Αγιάννης, Άγιος Γεώργιος-κοιμητήριο, Άγιος Κων\νος νέος, Άγιος Νικόλαος, Αγία Τριάδα, Άγιος Δημήτριος  , και Άγιος Αθανάσιος.

Για τους ναούς Άγιο Βλάσση και Παναίτσα 11ου  ΚΑΙ 10ου  αντίστοιχα έχουν δημοσιευτεί στα έντυπα των Χαρ. Μπούρα και Δημητροκάλλη και  , στην εφημερίδα Σημαία Καλαμάτας  ,από το Γιώργο Γιακουμή.

Η θεμελίωση του  ιερού ναού του Αγίου Κωνσταντίνου ,στη Βαλύρα έγινε στις 10-8-2006 και τα εγκαίνια έγιναν στις 4-11-2007, από τους μητροπολίτες Μεσσηνίας Χρυσόστομο και Μονεμβασιάς και Σπάρτης Ευστάθιο.

Στη διάρκεια των δύο αυτών χρόνων, όποτε ερχόμουν από την Πάτρα στο χωριό μου, είχα πάντα μαζί μου τη φωτογραφική μηχανή. Φωτογράφιζα τα διάφορα στάδια της ανέγερσης του ναού  και συγκέντρωσα όλο το φωτογραφικό υλικό το οποίο και  αναρτήσαμε.

 





ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΕΜΠΛΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΤΣΑΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ ΕΙΔΙΚΟ ΣΥΝΤΗΡΗΤΗ.

 
 









Η εκκλησία του Αγίου Βλασίου είναι μικρός ερειπωμένος ναός στη νότια είσοδο του χωριού Βαλύρα

1.     Η Βαλύρα είναι ένα από τα καμποχώρια της επαρχίας Μεσσήνης σε ιδανική παρόχθια θέση, ανάμεσα από δύο ποταμούς, τον ομώνυμό της και τον Πάμισο, στο δρόμο που οδηγεί από την Πυλία και τη νότια περιοχή της Μεσσήνης προς τη Μεγαλοπολίτιδα και την Τριφυλία. Αναφέρεται στους ενετικούς καταλόγους απογραφής του αρχείου Grimani του 1700.

2.     Με την ονομασία Τζαφερέμινι ή Τζεφερεμίνη, τοπωνύμιο που προήλθε κατά πάσα πιθανότητα από το τούρκικο όνομα Τζαφέρ-Εμίν, ίσως το όνομα κάποιου οθωμανού τοπικού αξιωματούχου στην Τουρκοκρατία. 
 
Η ονομασία του βυζαντινού οικισμού που φαίνεται ότι προϋπήρχε στον ίδιο χώρο δεν έγινε δυνατό να προσδιορισθεί. Το Τζεφερέμινι το 1827 μετονομάστηκε σε Βαλύρα και για ένα διάστημα υπήρξε δήμος που καταργήθηκε το 1940 και εντάχθηκε στο δήμο Ιθώμης3. Σε μικρή απόσταση από τον Άγιο Βλάσιο διασώζεται μία ακόμη, αδημοσίευτη, εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία, η οποία ανήκει στους μεσοβυζαντινούς χρόνους. Στην ευρύτερη περιοχή διατηρούνται σημαντικά βυζαντινά μνημεία, όπως η Παλιά Μονή Βουλκάνου, η Σαμαρίνα, το Ανδρομονάστηρο, η μεσαιωνική Ανδρούσα, η μεσοβυζαντινή Ιθώμη.

2. Η εκκλησία του Αγίου Βλασίου είναι τρίκογχος (Σχέδ.1), μήκ. 7,60 και πλ. 6,70μ. περίπου. Ο πυρήνας του ναού έχει μήκ. 5,10μ. περίπου και πλ. 2,60μ.· στη βόρεια (Πίν.53α) και νότια (Πίν.53β) πλευρά του εξέχουν δύο ημικυκλικές εσωτερικά και εξωτερικά αψίδες χορδής 2,15-2,25μ. περίπου, και στην ανατολική πλευρά διαμορφώνεται η αψίδα του Ιερού (Πίν.54α), ημικυκλική και αυτή εσωτερικά και εξωτερικά, χορδής 2,10μ. περίπου.
 
Σήμερα ο ναός είναι ερειπωμένος (σώζονται οι τοίχοι σχεδόν μέχρι το ύψος των τόξων των παραθύρων) και το εσωτερικό του γεμάτο μπάζα που πλησιάζουν το ύψος της ποδιάς των παραθύρων το δυτικό τμήμα είναι σχεδόν ισοπεδωμένο (Πίν.54β). Οι τοίχοι παρουσιάζουν ρωγμές σε διάφορα σημεία, επίσης αποκλίνουν από την κατακόρυφο, ενώ ορισμένοι από αυτούς εμφανίζουν κλίση κατά τη διεύθυνση του μήκους τους. Οι παραμορφώσεις που προκύπτουν δεν επιτρέπουν την αποτύπωση της αρχικής κατόψεως ούτε ακριβείς μετρήσεις, οι ρωγμές είναι γεμάτες χώματα, πέτρες και ρίζες και συνεπώς είναι σχεδόν αδύνατη η εφαρμογή οποιοσδήποτε μεθόδου λήψεως μετρήσεων απαραιτήτων για σχεδιαστική αποκατάσταση της κατόψεως.

 Οι τοίχοι (πάχ. 0,65-0,70μ.) είναι κτισμένοι με χονδροδουλεμένες η ακατέργαστες πέτρες κατά το δυνατόν σε στρώσεις, ανάμεσα στις οποίες παρεμβάλλονται μονές η διπλές σειρές, άλλοτε συνεχείς άλλοτε όχι, από πλινθία και σπανιότερα πλίνθους. Στους κατακόρυφους ή λοξούς αρμούς τοποθετούνται κατακόρυφα η λοξά πλινθία. Σε μερικές περιπτώσεις πλινθία παρακολουθούν το περίγραμμα των λίθων, ενώ σε άλλες διαπιστώνεται πλινθοπερίκλειστο σύστημα χωρίς τετραγωνισμένες πέτρες. Δύο ζώνες (ντουζένια) με τέσσερις σειρές πλίνθων διαρθρώνουν τους τοίχους.

3. Ποικίλος διάκοσμος από πλίνθινα στοιχεία διαφόρων μεγεθών και σχημάτων σε μονές στρώσεις κοσμεί τους τοίχους της εκκλησίας. Αρχίζοντας από κάτω προς τα πάνω (Πίν.55α-δ) παρατηρούμε: 
α) Ανάμεσα σε δύο σειρές πλίνθων ζώνη, ύψ. περίπου 0,27μ., από κυκλικές πλίνθους (διαμ. 0,21μ.) (Σχέδ.2). Η περιφέρειά τους διαμορφώθηκε πριν από το ψήσιμο. Τοποθετούνται μέσα σε σχηματοποιημένα τοξύλλια που διαμορφώνονται από πλινθία, ενώ τα τριγωνικά κενά που δημιουργούνται στο πάνω μέρος της ζώνης γεμίζουν με οριζόντια μονά πλινθία. Η ζώνη κοσμεί τη νότια αψίδα. Πρόκειται για στοιχεία από κιονίσκους υποκαύστων, 
β) Μεταξύ μιας σειράς πλίνθων και μιας οδοντωτής ταινίας ζώνη, ύψ. 0,35μ., με πλίνθους (0,24X 0,31μ.) τοποθετημένες με τη μεγαλύτερη διάσταση (0,31μ.) κατακόρυφη (όρθιες). Ανάμεσά τους τοποθετούνται κατακόρυφες μονές πλίνθοι. Πρόκειται δηλαδή για ζώνη με όρθιες πλινθοπερίκλειστες πλίνθους (Σχέδ.3). Κοσμεί τη νότια και βόρεια αψίδα και την αψίδα του Ιερού,

  γ) Ακολουθεί, πλαισιωμένη από δύο οδοντωτές ταινίες, ζώνη με δύο σειρές τριγωνικών πλακιδίων, που τοποθετούνται το ένα κανονικά και το άλλο ανάποδα (Σχέδ.3). Η ζώνη εκτείνεται στη βόρεια και νότια κόγχη ακριβώς κάτω από τις γενέσεις των τόξων των παραθύρων και συνεχίζεται στο βόρειο και το νότιο τοίχο της ανατολικής καμάρας στο ίδιο ύψος, ενώ στην αψίδα του Ιερού αναπτύσσεται μία στρώση ψηλότερα και έτσι συμπίπτει με τη γένεση του τόξου του παραθύρου του Ιερού, 
δ) Η επόμενη ζώνη (ύψ. 0,36μ.), ανάμεσα σε δύο σειρές πλίνθων, αποτελείται από πλίνθινα, σχεδόν τετράγωνα, διάχωρα, τις κατακόρυφες πλευρές των οποίων ορίζουν απλές πλίνθοι. Σε κάθε διάχωρο τοποθετείται ρομβοειδώς αβάκιο, πλευράς 0,22μ., και τα τέσσερα τριγωνικά κενά που προκύπτουν, πληρούνται με τέσσερα τριγωνικά πλακίδια (Σχέδ.4· Πίν.56α). Η ζώνη διατάσσεται στη βόρεια και νότια αψίδα, στο βόρειο και νότιο τοίχο της ανατολικής καμάρας και στην αψίδα του Ιερού,

  ε) Ακολουθεί οδοντωτή ταινία και ζώνη με τριγωνικά πλακίδια όμοια με την γ. 
στ) Ανάμεσα σε δύο σειρές πλίνθων ζώνη, ύψ. 0,28μ., από σχεδόν πεταλόσχημες πλίνθους (Σχέδ.2·Πίν.56α) και λίθινες πλάκες εναλλάξ (βάση 0,20, ύψ. 0,18μ.)· την περιφέρειά τους παρακολουθούν πλινθία και τα διαμορφωνόμενα τριγωνικά κενά γεμίζουν με τριγωνικά πλακίδια. Οι ταινίες ε και στ διατηρούνται μόνον στο νότιο τοίχο της ανατολικής καμάρας, ο οποίος είναι ο μόνος σωζόμενος μέχρι το ύψος αυτό, 
ζ) Μόνον στη νότια πλευρά της αψίδας του Ιερού, ακριβώς πάνω από τη ζώνη με τους ρόμβους, υπάρχει ζώνη με πλίνθους, 0,075x 0,125μ. (Πίν.56β), τοποθετημένες με τη μικρότερη διάσταση (0,075μ.) κατακόρυφη (δηλαδή πλαγιαστές), 
η) Ανάμεσα στις μετωπικές πλίνθους της προηγούμενης ζώνης διατηρείται η άκρη της απόληξης (ουράς) φιαλοστομίου χωρίς εφυάλωση. Επίσης στο νότιο τοίχο της ανατολικής καμάρας, στη ζώνη με τα τριγωνικά πλακίδια (στο ίδιο περίπου ύψος δηλαδή), σώζονται τρεις μικρές οπές στο κονίαμα, ίσως αποτυπώματα της απόληξης φιαλοστομίων. Αξίζει να αναφερθούν ακόμη δύο μενονωμένα πλίνθινα κοσμήματα: μέσα σε πλίνθινο πλαίσιο τρία ζεύγη πλίνθων σχηματίζουν υποτυπώδες ψαροκόκκαλο χωρίς ράχη (η τρεις ομοιόθετες γωνίες) σε κατακόρυφη διάταξη. Σώζεται ένα στο νότιο τοίχο της δυτικής καμάρας και ένα στη νότια αψίδα (Πίν.56γ), και τα δύο χαμηλά.
 
Η είσοδος στο μνημείο θα βρισκόταν ασφαλώς στη δυτική πλευρά· πουθενά αλλού δεν υπάρχει άνοιγμα. Από ένα μονόλοβο παράθυρο (άνοιγμα 0,39, ύψ. 0,68μ., το βόρειο, και αντίστοιχα 0,38, και 0,68μ., το νότιο) ανοίγεται στη βόρεια και νότια αψίδα. Οι σταθμοί είναι με τοιχοποιία και τα τόξα πλίνθινα, περιβαλλόμενα από οδοντωτή ταινία. Το παράθυρο του Ιερού ήταν δίλοβο με σταθμούς από την τοιχοποιία και τόξα πλίνθινα (άνοιγμα 1,04μ., υπολογιζόμενο ύψος 0,79μ. έως τη γένεση του τόξου), περιβαλλόμενα επίσης από οδοντωτή ταινία, στο βόρειο και στο ανατολικό παράθυρο τα τόξα βρίσκονται σε εσοχή από την τοιχοποιία.

 Λοξότμητος κοσμήτης (ύψ. 0,14μ.) από διπλή σειρά πλίνθων (η δεύτερη προεξέχει ελαφρά από την περασιά της πρώτης) περιτρέχει το εσωτερικό του ναού, αμέσως πάγιο από το κλειδί των τόξων των παραθύρων στις πλάγιες αψίδες (Σχέδ.5). Όπου διατηρήθηκε το πρόσωπο της τοιχοποιίας αμέσως πάνω από τον κοσμήτη (σε μικρό ύψος πάντως) δεν διαπιστώθηκε καμπυλότητα· ωστόσο δεν μπορεί παρά η γένεση του ημικυλίνδρου της καμάρας να βρισκόταν πολύ κοντά στον κοσμήτη. Εξ άλλου η αποκόλληση των λίθων στο εσωτερικό, η διατήρηση του πυρήνα 0,50-0,65μ. ψηλότερα από τον κοσμήτη και η διατήρηση της εξωτερικής μόνον παρειάς της τοιχοποιίας στον νότιο τοίχο της ανατολικής καμάρας, δείχνουν ότι ο κοσμήτης όριζε τη γένεση της καμάρας. Το ίδιο επίσης δείχνει η διατήρηση των άλλων τοίχων του μνημείου περίπου μέχρι το ύψος του κοσμήτη. Τελειώνοντας με την περιγραφή του ερειπίου αναφερόμαστε στις υποδοχές ικριωμάτων που διατηρούνται στους τοίχους του (Σχέδ.6). Οι υποδοχές στον Άγιο Βλάσιο: α) λαξεύονται σε λίθο, β) διαμορφώνονται ανάμεσα σε δυο λίθους μιας στρώσεως, γ) διαμορφώνονται ανάμεσα σε δυο λίθους ειδικά τοποθετημένους για την υποδοχή, δ) διακόπτουν τη συνέχεια τιον πλινθίνων στρώσεων σε ζώνες πλίνθων, ε) διαμορφώνονται ανάμεσα σε στοίβες πλινθιών που παρεμβάλλονται σε στρώσεις λίθων. Η πρώτη περίπτωση επισημάνθηκε μόνον μία φορά· από τις υπόλοιπες η τελευταία είναι λιγότερο συνήθης από τις άλλες. Πλην της πρώτης σε κάθε υποδοχή υπάρχει πλίνθος πάνω και κάτω.

4. Ο τύπος που ακολουθεί η εκκλησία της Βαλύρας, τρίκογχος μονόχωρος τρουλαίος, με τρούλο ανεχόμενο από τις δυο καμάρες στα ανατολικά και δυτικά και από τα δυο τεταρτοσφαίριο στα βόρεια και νότια -είναι γνωστός στην έρευνα των μνημείων της Ελλάδος4. Στα όσα έχουν γραφεί για τα τρίκογχα, ο ναός του Αγίου Βλασίου δεν έχει να προσθέσει τίποτε.
 
Οι ημικυκλικές αψίδες, συνήθεις στην προελλαδική Σχολή, υποχωρούν με την εμφάνιση του πλινθοπερίκλειστου συστήματος (τέλη 10ου αι.), χωρίς όμως να εξαφανισθούν παντελώς5. Μέχρι το τέλος της υστεροβυζαντινής περιόδου συναντώνται σε μνημεία κτισμένα με αργολιθοδομήπαράλληλα με τις τρίπλευρες, οι οποίες κτίζονται είτε με πλινθοπερίκλειστο είτε με αργολιθοδομή7. Η τοιχοποιία του Αγίου Βλασίου συναντάται, παρεμφερής εν πολλοίς, σε άσημα υστεροβυζαντινά μνημεία της Μεσσηνίας8 ή ,αυτοτελώς αλλά και σε συνδυασμό με πλινθοπερίκλειστο σύστημα, σε πολύ γνωστά υστεροβυζαντινά μνημεία της Λακωνίας και Αρκαδίας9. Οι ζώνες των πλίνθων (ντουζένια), σε γενικές γραμμές σπάνιες σε μνημεία 11ου- 12ου αι.10, εφαρμόζονται (διπλές η τριπλές σειρές πλίνθων) στην οχύρωση και στο Αφεντικό του Μυστρά11, σε τοιχοποιίες με αργολιθοδομή. Τα μονόλοβα και δίλοβα παράθυρα, με σταθμούς από τοιχοποιία και πλίνθινα τόξα, απαντιόνται σε πρώιμα μνημεία12· από το β' μισό του 11ου αι. αποτελούν πλέον εξαίρεση, ένα) στα υστεροβυζαντινά μνημεία εμφανίζονται δίπλα -αλλά σπανιότερα- στα παράθυρα με λαξευτά λίθινα πλαίσια και τόξα η στα παράθυρα με πλίνθινα τόξα που κατέρχονται μέχρι την ποδιά13. Η οδοντωτή ταινία που παρακολουθεί μόνον τα πλίνθινα τόξα και κάμπτεται οριζόντια οργανώνοντας τους τοίχους είναι γνωστή από μεμονωμένα μεσοβυζαντινά και υστεροβυζαντινά μνημεία

14. Το ενδιαφέρον του μνημείου εντοπίζεται κυρίως στον πρωτότυπο και πλούσιο κεραμοπλαστικό του διάκοσμο, για τον οποίο χρησιμοποιούνται περιορισμένα και μάλλον ευτελή μέσα: στην πραγματικότητα πρόκειται για στοιχεία που προκύπτουν από την επεξεργασία πλίνθων η για πλίνθους προερχόμενες από αρχαιότερα κτίρια και πλινθία η κομμάτια κεραμιδιών. Τα σχήματα, οι διαστάσεις, η πλαισίωση, η διάταξη και η συχνότητα είναι που παράγουν την εντύπωση πλουσίου θεματολογίου.
 
Από το θεματολόγιο αυτό μόνον τα τριγωνικά πλακίδια γνώρισαν ιδιαίτερη διάδοση στις βυζαντινές εκκλησίες μέσων και υστέρων αιώνων. Στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά στις ζωφόρους αβακίων 

15. Ζώνες μόνον με τριγωνικά πλακίδια διατηρούνται στους Αγίους Θεοδώρους Τρύπης

16, τα τρίγωνα χωρίζονται μεταξύ τους με πλίνθο, (παραλλήλως με ορθογωνίους πίνακες και αβακωτή ζωφόρο), στον Αγιο Ιωάννη τον Θεολόγο Παλιού Λιγουριού 

17, στην Κουμπελίδικη (παραλλήλως με μονή ζώνη αβακίων) και στον Αγιο Στέφανο Καστοριάς 

18 (μαζί με άλλες ζώνες πλίνθων), στην Ύψωση του Τιμίου Σταυρού Πολιανής Μεσσηνίας 

19, τέλους 13ου, α' μισού 14ου αι., τα τρίγωνα χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή πλίνθο (συγχρόνως με μονή ζώνη αβακίων), στην Κοίμηση Λαμπόβου 

20 (επίσης μαζί με πλήθος άλλων ζωνών), στο καθολικό της Μονής Αγίου Δημητρίου Κυψέλης (Τουρκοπάλουκου)

21 (μαζί με αβάκια που γεμίζουν αψιδώματα). Επενδυτικές πλίνθους σε οριζόντια διάταξη, τοποθετημένες πλαγιαστές ή όρθιες, γνωρίζομε από τον πύργο της Πύλης κοντά στην Αγία Σοφία του Μυστρά (πλαγιαστές -εδώ χωρίς κατακόρυφα τούβλα ανάμεσά τους) 

22, το καθολικό της Μονής Ντίλιου Νήσου Ιωαννίνων (πλαγιαστές) 

23, τον Άγιο Στέφανο (όπου χρησιμοποιούνται μαζί με όρθιες και πλαγιαστές) και τον Άγιο Νικόλαο του Κασνίτζη Καστοριάς (πλαγιαστές) 

24 και την Κοίμηση Λαμπόβου

25.  Κλείνοντας τα σχετικά με το είδος αυτό του διακόσμου θα επιχειρήσουμε μία τολμηρή σύγκριση: η ανατολική πλευρά και οι αψίδες των Αγίων Θεοδώρων Μυστρά.

26 είναι κτισμένες με, α) αργολιθοδομή, β) επιμελημένο πλινθοπερίκλειστο και γ) αβακωτές ζωφόρους -υποτίθεται. Οι λίθοι του πλινθοπερίκλειστου είναι αρκετά καλά λαξευμένοι και διαφοροποιούνται έντονα από την υπόλοιπη τοιχοποιία. Το ίδιο αποτέλεσμα παράγεται βεβαίως και σε άλλα μνημεία του Μυστρά. Στην Αγία Άννα επίσης του Μυστρά, στην αψίδα, σώζεται ζώνη με λίθινες πλάκες τοποθετημένες πλαγιαστά. Οι τεχνίτες λοιπόν που έκτισαν τον Άγιο Βλάσιο θέλησαν, επενδύοντας την τοιχοποιία με πλίνθους, να μιμηθούν και να δεόσουν την εντύπωση που δίνει το πλινθοπερίκλειστο σημαντικών υστεροβυζαντινών μνημείων, όπως οι Άγιοι Θεόδωροι ή οι ζώνες με πλάκες άλλων μνημείων, όπως η Αγία Άννα· χρησιμοποίησαν δηλαδή το πιο πρόχειρο και φθηνό μέσο, την πλίνθο, αντί να επιδοθούν στην λιθοξοϊκή, τεχνική με την οποία δεν φαίνεται να είχαν μεγάλη εξοικείωση.

 Πίνακες με ρομβοειδώς διατασσόμενα αβάκια και τριγωνικά πλακίδια στις τέσσερις γωνίες συναντούμε στους Αγίους Θεοδώρους Τρύπης, όπου δεν σχηματίζουν ζώνη αλλά αποτελούν επιτυχές θέμα πληρώσεως των ορθογωνίων πινάκων στη βάση τεταρτοκυκλίων που πλαισιώνουν παράθυρα 

27. Τα αβάκια (πλευράς περίπου 0,22μ.) και τα τριγωνικά πλακίδια του Αγίου Βλασίου είναι από τα μεγαλύτερα που έχουν χρησιμοποιηθεί στις εκκλησίες της Πελοποννήσου και της Ηπείρου: εξ όσων γνωρίζομε, μόνον στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο Παλιού Λιγουριού έχουν χρησιμοποιηθεί πλακίδια προερχόμενα από αβάκια πλευράς 0,20μ., ενώ οι άλλες περιπτώσεις έχουν μικρότερες διαστάσεις

28. Σημειώνεται επίσης ότι εδώ τα τριγωνικά πλακίδια προέρχονται από το κόψιμο στα τέσσερα αβακίου, πλευράς 0,22μ., και όχι από το κόψιμο του αβακίου στα δύο (κατά τη μία διαγώνιο δηλαδή)

29. Κυκλικές πλίνθοι, μεμονωμένες και όχι διατεταγμένες σε ζώνη, σώζονται στους Αγίους Αποστόλους Λεονταρίου

30, στο καθολικό της Μονής Κάτω Παναγιάς (όπου κοσμούνται με ακτινωτές εγκοπές) 

31, στην Παναγιά της Κοσίνας

32, ενώ παρόμοιες πλίνθοι που βρέθηκαν στην ανασκαφή Παντανάσσης Φιλιππιάδος θεωρείται ότι ανήκουν στον πλίνθινο διάκοσμο του μνημείου 

33Τα φιαλοστόμια.

34, είδος διακόσμου που εμφανίζεται στη βυζαντινή αρχιτεκτονική γύρω στον 11ο αι. και γνωρίζει τη μέγιστη διάδοσή του από τα τέλη του 12ου μέχρι τον 15ο αι., είναι γνωστά στην Πελοπόννησο ήδη από τον 12ο αι. (Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων Λιγουριού και Μεταμόρφωση Νομιτζής)· κατά τους υστεροβυζαντινούς αιώνες χρησιμοποιήθηκαν στο καθολικό και την τράπεζα της Μονής Περιβλέπτου και στο καθολικό της Μονής Παντανάσσης Μυστρά, στον Άγιο Χαράλαμπο Καλαμάτας και στην Αγία Παρασκευή Πλάτσας Μάνης. Συστηματικά σε ταινίες τα βρίσκομε στα τρία μνημεία του Μυστρά και στον Άγιο Χαράλαμπο Καλαμάτας. Στην περίπτωση του Αγίου Βλασίου δεν γνωρίζομε ούτε αν τα φιαλοστόμια είχαν εφυάλωση (όπως είχαν στις περισσότερες περιπτώσεις) ούτε τη μορφή του ελευθέρου άκρου τους (τετράφυλλα η στρογγυλά)· δυνάμεθα μόνον να υποθέσομε ότι ήταν μάλλον μικρά και λεπτοκαμωμένα. Καθώς οι τοίχοι του μνημείου έχουν καταστραφεί σχεδόν όλοι στο ύψος που φαίνεται ότι είχαν τοποθετηθεί τα φιαλοστόμια, δεν είναι δυνατόν να υποθέσομε τίποτε για την έκταση που είχε αυτό το είδος διακόσμου ούτε για τη μορφή που αυτός είχε. Διακοσμητικά θέματα παρεμφερή προς το υποτυπώδες ψαροκόκκαλο εντοπίζονται στην Αγία Σοφία Λαγκάδας Έξω Μάνης

35.
 
Κοσμήτης κτιστός υπάρχει στους Αγίους Θεοδώρους του Μυστρά, στην Παναξιώτισσα Γαυρολίμνης, στον Άγιο Βασίλειο Γεφύρας Άρτης και στον Άγιο Δημήτριο Κατσούρη

36· κοσμήτη διαμορφωμένο σε πλίνθους σοόζουν η Επισκοπή Μάστρου (μιμείται γεισήποδες)

37, η Κόκκινη Παναγιά Κονίτσης

38 και ο Άγιος Ιωάννης Γέρακα, ενώ στο ερείπιο της Πελαγίας Ροδόπης πλίνθος με χαραγμένο διάκοσμο τοποθετείται στη θέση λοξότμητου κοσμήτη

39.  Στοιχεία για το σφράγισμα των υποδοχών ικριωμάτων δεν προέκυψαν. Όπως στους Αγίους Θεοδώρους Τρύπης το συνεργείο απέφυγε να στερεώσει ικριώματα στις ζώνες με διάκοσμο

40. Κυρίως χρησιμοποίησε τις στρώσεις του χαλαρού πλινθοπερίκλειστου (Σχέδ.6, Α-Γ, Ε): η περίπτωση Α είναι λαϊκός συγγενής των υποδοχών που λαξεύονταν με επιμέλεια και επιμονή κυρίως στα μεσοβυζαντινά μνημεία της Ν. Ελλάδας

41, ενώ η Δ (σε πλίνθινες στρώσεις) αποτελεί εξαίρεση για την υστεροβυζαντινή περίοδο στον ίδιο χώρο

42. Όπου οι λίθοι του πλινθοπερίκλειστου έχουν κατάλληλες παρειές, τα ικριώματα στερεώθηκαν στους κατακόρυφους αρμούς

43, όπως στην προαναφερθείσα εκκλησία της Τρύπης η στην Αγία Βαρβάρα Ερήμου, στους Αγίους Θεοδώρους Βάμβακα, στον Άγιο Δημήτριο Διμπέρδου. Όπου δεν προσφέρονται οι λίθοι, τότε τα ικριώματα στερεώνονται ανάμεσα σε μικρότερες κατάλληλες πέτρες (περίπτωση Γ) ή σε επάλληλα πλινθία (περίπτωση Ε). Ο συμφυρμός διαφόρων τεχνικών σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι υποδοχές μάλλον έμεναν ακάλυπτες (ασφράγιστες), αν καταλάβαμε σωστά, δείχνει κατά τη γνώμη μας λαϊκό συνεργείο χωρίς αυστηρές αρχές στις τεχνικές του.


5. Οι συγκρίσεις που έχουν γίνει μέχρι εδώ επιτρέπουν χρονολόγηση γενικά στην υστεροβυζαντινή περίοδο· εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση των ζωνών τριγωνικιόν πλακιδίων, προς την οποία όμοιες ζώνες εντοπίζονται και σε μεσοβυζαντινούς και σε υστεροβυζαντινούς ναούς.

 
Οι ζώνες κυκλικών πλίνθων, πεταλοσχήμων στοιχείων (πλίνθων και λίθων) και ορθογωνίων πλίνθων, πλαγιαστών ή ορθίων

44, είναι θέματα σχεδόν άγνωστα η πολύ σπάνια στο διακοσμητικό θεματολόγιο των βυζαντινών εκκλησιών, εξ όσων βεβαίως οι γράφοντες γνωρίζουν. Είναι γνωστό πως πήλινες πλάκες (μεμονωμένες η σε ζωφόρους), άλλοτε ακόσμητες και άλλοτε διακοσμημένες, κοσμούσαν ορισμένες βυζαντινές εκκλησίες

45. Ωστόσο το σύνολο των παραδειγμάτων μεμονωμένων πλακών, ασχέτων μεταξύ των γεωγραφικά και χρονολογικά, δεν τεκμηριώνουν την ανάπτυξη ενός συγκεκριμένου συρμού, όπως λ.χ. οι αβακωτές ζωφόροι ή οι ζωφόροι πηλίνων πλακών

46. Εκφράζουν απλώς τη διάθεση να πλουτισθεί ο διάκοσμος με διαφόρους αυτοσχεδιασμούς και συνήθως πενιχρά μέσα. Αυτό εξ άλλου είναι σε τελευταία ανάλυση το πνεύμα της διακοσμήσεως των τοιχών του Αγίου Βλασίου. Από την άποψη αυτή ο Άγιος Βλάσιος μπορεί να θεωρηθεί έργο της εποχής (που περισσότερο από οποιανδήποτε άλλη επεδίωξε να κοσμήσει τους τοίχους των εκκλησιών με ποικίλα κεραμοπλαστικά). Στην Πελοπόννησο η περίοδος αυτή οριοθετείται από την άνοδο και παρακμή της βυζαντινής ισχύος μετά από τη Φραγκοκρατία. Μνημεία που την χαρακτηρίζουν είναι δυνατόν να θεωρηθούν, σε διαφορετικό βαθμό κατά περίπτωση, οι Άγιοι Θεόδωροι Τρύπης και οι ναοί του Μυστρά και του Λεονταρίου, στους οποίους ο διάκοσμος συγκεντρώνεται η σε πλευρές που πρέπει να αναβαθμισθούν η σε εξέχοντα τμήματα τους, όπως λ.χ. τα αετώματα. Τα μνημεία των μέσων βυζαντινών αιώνων και της πρώτης γενεάς μετά το 1204, που παρέμεναν όρθια με τη λιτότητα των μέσων και την καθαρότητα των μορφών τους δεν άφηναν πολλά περιθώρια στα υστεροβυζαντινά συνεργεία της Πελοποννήσου να ανοικοδομήσουν εκκλησίες που να θυμίζουν την «παραληρηματική» διακόσμηση, π.χ. του νάρθηκα της Αγίας Θεοδώρας η της ανατολικής πλευράς του Αγίου Βασιλείου στην Άρτα. Με τη λογική αυτή, χωρίς να εντοπίζεται ακριβώς παράλληλο διακοσμητικό θεματολόγιο σε υστεροβυζαντινά μνημεία, τοποθετούμε τον Άγιο Βλάσιο στο τελευταίο τέταρτο του 13ου αι. ή στο α' μισό του 14ου αι. Με αυτή τη χρονολόγηση δεν είναι αντίθετη ούτε η μορφή της τοιχοποιίας ούτε η καθαρά διακοσμητική λειτουργία των ζωνών με πλίνθους ποικίλων σχημάτων



47. Α. ΚΑΒΒΑΑΙΑ-ΣΠΟΝΔΥΛΗ, Κ. ΤΣΟΥΡΗΣ 

ΔΥΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΣΤΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑ

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΟΜΟΣ 47-48 (1992-1993) ΜΕΡΟΣ Α' - ΜΕΛΕΤΕΣ

 

1. Η εκκλησία βρίσκεται σε αγρόκτημα ιδιοκτησίας Ι. Θεοδωρακόπουλου, κατοίκου Βαλύρας, στον οποίο ανήκει και η περιοχή του ναού της Παναγίας (Παναγίτσας) που αναφέρεται πιο κάτω. Ο Άγιος Βλάσιος παρουσιάσθηκε από τον καθηγητή Γ. Δημητροκάλλη στο 14ο Συμπόσιο της ΧΑΕ- Περιλήψεις 14ου Συμποσίου ΧΑΕ, 1994.
2. Β. Παναγιωτοπούλου, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος-18ος αι., Αθήνα 1985, territorio Ανδρούσας, σ.231 κ.έ., 257.
3. Μεσσηνιακά, 1968, σ.202.
4. Ν. Νικονάνος, Βυζαντινοί ναοί της Θεσσαλίας. Από τον 10ο αιώνα ως την κατάκτηση της περιοχής από τους Τούρκους το 1393, Αθήναι 1979, σ.108-10 και 153-4. Π. Βοκοτόπουλος, Ο τρίκογχος ναός του Αγίου Νικολάου στο Πλατάνι της Αχαΐας, Αρμός, Τιμητικός τόμος στον καθηγητή Ν. Κ. Μουτσόπουλο, Α', Θεσσαλονίκη 1990, σ. 391-2 (εψεξής Βοκοτόπουλος, Πλατάνι). X. Μπούρας, Ο Άγιος Νικόλαος παρά την Λάρυμνα, Αρμός, Β', Θεσσαλονίκη 1991, σ.1247 (εφεξής Μπούρας, Λάρυμνα). Ν. Μουτσόπουλος, Εκκλησίες της Καστοριάς, 9ος-11ος αιώνας, Θεσσαλονίκη 1992, σ.21-85 (εφεξής Μουτσόπουλος, Καστοριά).Τρεις τρικόγχους βυζαντινούς ναούς της Σαλαμίνος (Άγιος Γρηγόριος, Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης και Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος) δημοσιεύει ο Δ. Πάλλας, Το τρίκογχον ναΰδριον του Αγίου Γρηγορίου εις την Σαλαμίνα, ΕΕΒΣ ΜΗ' (1990-1993), σ.13-25.
5. Π. Βοκοτόπουλος, Η Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική εις την Δυτικήν Στερεόν Ελλάδα και την Ήπειρον από του τέλους του 7ου μέχρι του τέλους του 10ου αιώνος, Θεσσαλονίκη 19922, σ.51 (εφεξής Βοκοτόπουλος, Αρχιτεκτονική).
6. Γ. Δημητροκάλλης, Άγνωστοι βυζαντινοί ναοί Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Αθήναι 1990, εικ. 45, 88, 199 (εφεξής Δημητροκάλλης, Μεσσηνία).
7. Ημικυκλική αψίδα με πλινθοπερίκλειστο έχειηΜεταμόρφωση Μεσοχωριού,ό.π.,σ.244,εικ.233, 240
8. Ό.π., εικ.58 (Άγιος Στέφανος Ραμμοβουνίου).
9. Εκκλησίες Γερακίου και Λεονταρίου, σπίτια, οχυρώσεις και εκκλησίες του Μυστρά: παρά τις επανειλημμένες επισκευές και συντηρήσεις διακρίνεται ίδια χρήση κυρίως του λίθου.
10. Βοκοτόπουλος, Αρχιτεκτονική, σ.143.
11. G. Millet, Monuments byzantins de Mistra, Paris 1910, πίν. 81'3, 24\ 25' (εφεξής Millet, Mistra).
12. Βοκοτόπουλος, Αρχιτεκτονική, σ.164. Ο ίδιος, Αγία Παρασκευή του Δράκου, ΔΧΑΕ, περ. Δ- τ. ΙΔ' (1987- 88), σ.52 (εφεξής Βοκοτόπουλος, Αγ. Παρασκευή). Ο ίδιος, Πλατάνι, σ. 395.
13. Σταθμοί στην τοιχοποιία: καθολικό Μονής Παναγίας της Γριβιτσιανής (Δημητροκάλλης, Μεσσηνία, εικ.95), Μεταμόρφωση Μεσοχωριού Πυλίας (ό.π., εικ.232-42), Άγιος Ανδρέας Πεταλιδίου (ό.π.,σ. 274), Άγιος Χαράλαμπος Καλαμάτας, Άγιοι Απόστολοι Λεονταρίου, Κοίμηση Θεοτόκου Αχλαδοχωρίου Τρικάλων (Ν. Νικονάνος, ό.π., σ.172, πίν.40 α.).
14. Σαμαρίνα, Άγιος Γεώργιος Μυστρά, Κοίμηση Αχλαδοχωρίου (ό.π., πίν.40α).
15. Παραδείγματα και βιβλιογραφία: Κ. Τσουρής, Ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος των υστεροβυζαντινών μνημείων της Βορειοδυτικής Ελλάδος, Καβάλα 1988, σ.57-65 και Δημητροκάλλης, Μεσσηνία, σ.35-39. Υστεροβυζαντινε'ς περιπτώσεις στην Πελοπόννησο: Άγιοι Θεόδωροι Μυστρά, Άγιοι Θεόδωροι Τρύπης (Ν. Δρανδάκης, Ο ναός των Αγίων Θεοδώρων της Λακωνικής Τρύπης, ΕΕΒΣ ΚΕ' (1955), σ.42, 46, εικ.2-3, 6-7 (στο εξής Δρανδάκης, Τρύπη), ναΐσκος του Τιμίου Προδρόμου στο Παλιομονάστηρο των Αγίων Σαράντα στη Λακεδαίμονα (ο ίδιος, Το Παλιομονά- στηρο των Αγίων Σαράντα στη Λακεδαίμονα και το ασκηταριό του, ΔΧΑΕ, περ. Δ- τ. ΙΣΤ' (1991-1992), σ.131-2, εικ.31, πιθανώς οι Άγιοι Θεόδωροι κοντά στο Πραστείο, με τοιχογραφίες α' μισού 13ου αι. (ο ίδιος, Έρευναι εις την Μεσσηνιακήν Μάνην, ΠΑΕ 1976 Α', σ. 221), τα κωδωνοστάσια του Σωτήρα (14ου αι.) στην Λαγκάδα Έξω Μάνης και του Αγίου Γεωργίου (14ου αι.) στο Δρύαλο Με'σα Μάνης (X. Κωνσταντινίδη, Συμβολή στη μελετη των βυζαντινών «τοξωτων κωδωνοστασίων», Λακωνικαί Σπουδαί ΣΤ' (1982), σ.70-72).
16. Δρανδάκης, Τρύπη, σ.42, εικ.3.
17. Στ. Μαμαλούκος, Ένας άγνωιπος βυζαντινός ναός στην Αργολίδα, Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος Παλιού Λιγουριού, ΔΧΑΕ, περ. Δ- τ. ΙΒ' (1984), σ.432-3 και 438, εικ.13-14,18 (εφεξής: Μαμαλούκος, Θεολόγος).
18. Μουτσόπουλος, Καστοριά, πίν.71, εικ.91. Γ. Βελένης, Ερμηνεία του εξωτερικού διακόσμου στη βυζαντινή αρχιτεκτονική, Θεσσαλονίκη 1984, πίν.74α (εφεξής: Βελε'νης, Ερμηνεία).
19. Μεσσηνιακά, 1968, σ.202.
20. Βοκοτόπουλος, Αρχιτεκτονική, πίν.53-55, 56γ.
21. Βελένης, ό.π., πίν.100.
22. Millet, Mistra, πίν.82 και 143.
23. Μ. Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Νέα στοιχεία περί της Μονής του Αγίου Νικολάου του Ντίλιου εις την Νήσον των Ιωαννίνων, ΑΔ 24 (1969), Μελέτες, σ.172-3, Πίν.93α και Βελένης, Ερμηνεία, σ.61.
24. Μουτσόπουλος, Καστοριά, εικ.194-8, 362-5. Πλίνθοι επενδύουν το τύμπανο του αψιδώματος στη νότια πλευ- ρά του εξωνάρθηκα στην Κουμπελίδικη της Καστοριάς, ό.π., πίν.7/1.
25. Βοκοτόπουλος, Αρχιτεκτονική, πίν.53-55.
26. Millet, ό.π., πίν.21.
27. Ν. Δρανδάκης, Τρΰπη, εικ.6-7.
28. Κ. Τσουρής, ό.π., σ.57. Μαμαλούκος, ό.π., σ.433.
29. Μαμαλούκος, ό.π.
30. Βελένης, ό.π., πίν.96α.
31. Κ. Τσουρής, ό.π., σ.66-69, εικ.60.
32. Αν βεβαίως ανήκουν στον αρχικό διάκοσμο του μνημείου. P. Thomo, Mbi dy monumente të arkitekturës sonë mesjetare në shek, XI-XIV, Studime Historike XXVI (IX) 4(1972), εικ.4, 5,10,12.
33. Π. Βοκοτόπουλος, Ανασκαφή του καθολικού της Μονής Παντανάσσης Φιλιππιάδος, ΠΑΕ 1989, σ.172-3, πίν.122α.
34. Για το είδος του διακόσμου, τα μνηνεία με φιαλοστόμια και τη σχετική βιβλιογραφία προχείρως βλ. Κ. Τσουρής, ό.π., σ.70-74. Περαιτερω παραδείγματα δημοσιεύει ο Γ. Δημητροκάλλης, Η βασιλική του Αγίου Ισιδώρου στην Τραγαία Νάξου, Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, ΙΕ' (1995), σ.282-95. Για να μη διαιωνίζονται λάθη της προγενεστερης βιβλιογραφίας, σημειώνεται εδώ ότι από τα βυζαντινά μνημεία που κάποτε φέρονται ότι κοσμούνται με φιαλοστόμια, το κωδωνοστάσιο του Σωτήρος Λαγκάδας Μάνης και ο Ταξίαρχος Γερακίου δεν έχουν, καθώς επίσης ο Άγιος Νικόλαος Βεροίας δεν είχε φιαλοστόμια. Επίσης η Αγία Παρασκευή Δόλων Μάνης είναι μεταβυζαντινός ναός. Στη Μεταμόρφωση Δολίχης Ελασσόνος τα φιαλοστόμια εντοπίζονται σε μεταβυζαντινό τμήμα της εκκλησίας, όπως μας πληροφόρησε η αρχιτέκτων Αφρ. Πασαλή, που δημοσιεύει το μνημείο. Η θύρα της Μονής Παναγίας της Χοζοβιώτισσας Αμοργού χρονολογείται στον 15ο αι. και δεν είναι έργο βυζαντινής αρχιτεκτονικής, με την οποία το στοιχείο που τη συνδέει είναι προπάντων τα φιαλοστόμια.
35. X. Κωνσταντινίδη, Ο ναός της Αγίας Σοφίας στη Λαγκάδα της Έξω Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί ΣΤ' (1982), σ.90, σχέδ.2.
36. Βοκοτόπουλος, Αρχιτεκτονική, σ.47, 60, 81-83, 168.
37. Βοκοτόπουλος, Αρχιτεκτονική, σ.16.
38. Κ. Τσουρής, ό.π., σ.135.
39. Θ. Παπαζώτος, Προανασκαφικές έρευνες στο Παπίκιον Όρος, Θρακική Επετηρίδα 1 (1980), σ. 116, σχέδ.3.
40. Βελένης, ό.π., σ. 37.
41. Ό.π.,σ.19-20, 23, 40, 43.
42. Ό.π.,σ.20-21, 39-40.
43. Ό.π.,σ.22-23, 42-43.
44. Στον Άγιο Στέφανο Καστοριάς (Μουτσόπουλος, Καστοριά, εικ.194-8) συμφύρονται με ποικιλοτρόπως διατεταγμένες πλίνθους σε οριζόντιες μονές ζώνες.
45. Κ. Τσουρής, ό.π., σ.66-69. Πρόσθεσε και την περίπτωση του Αγίου Ανδρέου Λογγά (πλίνθινη πλάκα 0,24x0,38μ.) Δημητροκάλλης, Μεσσηνία, σ.35.
46. Για τις τελευταίες προχείρως: Κ. Τσουρής, ό.π., σ.65-68.
47. Γ. Βελένης, ό.π., σ.195-6.














Αριστομένης ο Μεσσήνιος 

 

Γεώργιος Δημητροκάλλης

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΤΣΑΣ ΣΤΗΝ ΒΑΑΥΡΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

^ τ ή ν αγροτική περιφέρεια τού χωριοΰ Βαλύρα1, 25 περίπου χλμ. βόρεια της Καλαμάτας, δυτικά καί σε

απόσταση χιλιομέτρου άπό τά όρια του οικισμού, βρίσκεται ό μικρός ναός της Παναγίτσας. Άπό τό αρχικό

κτίσμα σώζονται μόνον οι περιμετρικοί τοίχοι, μέσου ΰψους 3,50 μ. περίπου2, ενώ ό αρχικός ήμικυλινδρικός

θόλος, πού έχει καταπέσει, αντικαταστάθηκε μέ ξύλινη κεραμοσκεπή στέγη (Ε'ικ. 1).

Ό ναΐσκος, σχεδόν ορθογώνιος σέ κάτοψη, έχει μέσες εσωτερικές διαστάσεις 3x5,97 μ., παρουσιάζει δηλαδή

αναλογία 1:2, όπως συμβαίνει σέ μονόκλιτες βασιλικές καί μονόκλιτους σταυρεπίστεγους ναούς βυζαντινής

εποχής (Ε'ικ. 2). Ό ναΐσκος, σωστά προσανατολισμένος, εΐχε μόνο μία είσοδο στην δυτική του πλευρά καί

ένα μικρό παράθυρο στην βόρεια* τό παράθυρο της μεσημβρινής όψεως ανοίχθηκε σέ πρόσφατη εποχή. Τό

παράθυρο τής βόρειας όψεως, πού πιθανότατα διατηρεί τήν αρχική του μορφή, έχει εξωτερικές διαστάσεις

0,35 χ0,70 μ., οι σταθμοί του είναι άπό τοιχοποιία καί το άνώφλιό του οριζόντιο, στοιχείο εξαιρετικά σπάνιο

στην βυζαντινή αρχιτεκτονική3 (Ε'ικ. 4). Ή κτισμένη στό κάτω μέρος της Αγία Τράπεζα καταλαμβάνει

ολη τήν εσωτερικώς καί έξωτερικώς ημικυκλική  κόγχη, πού έχει σχετικά μικρές διαστάσεις - χορδή

1,23 καί βέλος 0,67 μ. Εκατέρωθεν τής κόγχης και στό πάχος του ανατολικού τοίχου διανοίγονται τά βαθιά

καί τυφλά κογχάρια τής προθέσεως καί του διακονικού (0,27x0,45 καί 0,29x0,47 μ. αντίστοιχα). Τό μο-

νόλοβο παράθυρο τής κύριας κόγχης στην σημερινή του μορφή έχει διαστάσεις πολεμίστρας, μέ εσωτερικό

1. Στην Βαλύρα έχει εντοπισθεί καί ό τρίκογχος ναός τοϋ Αγίου Βλασίου, πού ήδη έχω χρονολογήσει στά τέλη τοϋ Γ ή τίς αρχές τοϋ ΙΑ' αιώνα {Δέκατο Τρίτο Συμπόσιο Βυζαντινής καί Μεταβυζαντινής

'Αρχαιολογίας, 1993, Πρόγραμμα καί περιλήψεις εισηγήσεωνκαί ανακοινώσεων, σ. 7-8).

2. 'Ελάχιστο ϋψος άπό τό περιβάλλον έδαφος στην βορειοδυτική γωνία: 2,50 μ.

3. "Ενα πρώτο ενδεικτικό κατάλογο παραθύρων μέ οριζόντιο άνώφλιο έκανε ήδη ό καθηγητής Π.Λ. Βοκοτόπουλος (Ή έκκλη- άνοιγμα 0,21 καί εξωτερικό μόλις 0,07 μ. Ό ναός επανειλημμένα

επισκευασμένος καί ανακατασκευασμένος ακόμα καί στις ήμερες μας, δέν διασώζει ϊχνη τοιχογραφιών.

Άπό τό αρχικό κτίσμα διατηρούνται ό βόρειος καί ό νότιος τοίχος καί οι γωνίες τού ανατολικού. "Ισως τό

ϊδιο συμβαίνει καί μέ τόν δυτικό τοίχο τού μνημείου, πού όμως έχει επικαλυφθεί μέ παχύτατα σύγχρονα επιχρίσματα. Ή κόγχη τού ιερού καί τά εκατέρωθεν τμήματα τού ανατολικού τοίχου, δπως αποδεικνύεται άπό

τήν διαφορά δομής, κτίσθηκαν σέ μεταβυζαντινούς χρόνους, όταν προφανώς θέλησαν νά ανακατασκευάσουν

ένα ήδη ερειπωμένο κτίσμα (Ε'ικ. 3). Οι αρχικές τοιχοποιίες έχουν γίνει μέ ένα εξαιρετικά

χαλαρό πλινθοπερίκλειστο σύστημα, όπου, στά κάτω μέρη, παρεμβάλλονται καί κανονικά λαξευμένοι γω-

νιόλιθοι μεγάλων διαστάσεων4. Ή πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία τού μικρού μνημείου δέν εΐναι απλή επένδυση, όπως συμβαίνει σέ ορισμένα άλλα μεσσηνιακά μνημεία5, άλλα διαμπερής σέ ολο της τό πάχος, όπως διαπιστώνουμε άπό τους σταθμούς τού παραθύρου τής βόρειας όψεως (Ε'ικ. 4).

Ή επιφάνεια τής τοιχοποιίας εϊναι κατά τόπους διακοσμημένη μέ πλίνθινα γράμματα: τό κάππα στην βόρεια

πλευρά, τό χρίσμα (μονόγραμμα >Κ six armed cross) στην μεσημβρινή, ένα στοιχείο πού θυμίζει αρχαιοελληνικό σίγμα (βόρεια πλευρά), άλλα καί άλλους πλίνθινους σχηματισμούς, επίσης στην βόρεια πλευρά, πού δύσκολα μπορούν νά ταυτισθούν μέ γράμματα τού ελληνικού αλφαβήτου (Ε'ικ. 5). Δύο άπό αυτούς, πού θυμίσιαστική αρχιτεκτονική εις τήν Δυτικήν Στερεάν Έλλάόα καί την Ήπειρον άπό τοϋ τέλους τοϋ 7ου μέχρι τοϋ τέλους τοϋ 10ου αιώνος, Θεσσαλονίκη 19922, σ. 164, ύποσημ. 2).

4. Ενδεικτικά: Γωνιόλιθος βορειοδυτικής γωνίας: 0,68x0,73 μ.5. Άγιος Βασίλειος Πανυπερίου καί Άγιος Νικόλαος Αίπείας (Γ.

Δημητροκάλλης, "Αγνωστοι βυζαντινοί ναοί Ιεράς Μητροπόλεως

Μεσσηνίας, 'Αθήναι 1990, σ. 185 καί 219), άλλα καί άλλοι ναοί

ακόμη αδημοσίευτοι.

129

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΚΑΛΛΗΣ

Είκ. 1. Παναγίτσα Βαλνρας. Άποψη άπό ΝΔ.

ο ' a s

Είκ. 2. Παναγίτσα Βαλνρας. Κάτοψη.

6. Π.Λ. Βοκοτόπουλος, έ'.ά., σ. 92. Ν. Μουτσόπουλος, Εκκλησίες της Καστοριάς. 9ος-11ος αιώνας, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 520, πίν. ΙΙΙ.2 οπού ακριβέστερο τό σχήμα. Τό μνημείο χρονολογείται άπό τόν πρώτο στό β' ήμισυ τοϋ Γ αιώνα (ε.ά., σ. 196), άλλοι συγγραφείς (Βελένης, Meksi) μιλούν ακόμη καί γιά τόν ΙΓ αίώνα (Βοκοτόπουλος,

ε.ά., σ. 252-253), άποψη πού οπωσδήποτε δεν είναι ορθή. Οι Koch καί Megaw έχουν δεχθεί μιά κάπως πρωιμότερη

χρονολογία τοϋ μνημείου (ε.ά., σ. 252-253), ένώ ό καθηγητής Ν. Μουτσόπουλος υποστήριξε έκ νέου τήν παλαιά του άποψη για τοποθέτηση τοϋ μνημείου στό β' τέταρτο τοϋ Γ αίώνα (ε.ά., σ. 106).

7. Μουτσόπουλος, ε.ά., σ. 520, πίν. ΙΙΙ.2.

8. "Ε.ά., σ. 459 (είκ. 402), 518 (πίν. III.1). Στό μνημείο υπάρχει τό

ϊδιο σχήμα καί ανεστραμμένο, δηλαδή τό άνω ήμισυ χρίσματος.

9. Ν. Μουτσόπουλος, ε.ά., σ. 518 (πίν. III.1). Στό μνημείο υπάρχει τό ϊδιο σχήμα καί ανεστραμμένο, δηλαδή τό άνω ήμισυ χρίσματος. Πά τίς διάφορες απόψεις γύρω άπό τήν ηλικία τοϋ μνημείου, βλ. σ. 410-411.

10. Πλίνθινα γράμματα υπάρχουν καί στον Άγιο Στέφανο Καστοριάς, πού άπό τους περισσότερους βυζαντινολόγους πιστεύεζουν τό κάτω ήμισυ τοϋ χρίσματος, μοΰ είναι γνωστοί μόνον άπό τήν Κοίμηση της Θεοτόκου στό Λάμποβο

της Βορείου Ηπείρου6 καί τόν Ταξιάρχη τοϋ Γυμνασίου στην Καστοριά, τοϋ ΙΑ' αιώνα7, ένώ κάπως παραλλαγμένος

βρίσκεται στους Αγίους 'Αναργύρους της Καστοριάς τοΰ Ίδιου αιώνα8, καί τόν συζητούμενης  ρονολογίας Άγιο Νικόλαο τοΰ Κασνίτζη9, πάλι στην

Καστοριά. Παρά τήν πλίνθινη αυτή διακόσμηση, στοιχείο πολύ χαρακτηριστικό είναι τό οτι στό μνημείο δέν

υπάρχουν οδοντωτές ταινίες.Τά πλίνθινα γράμματα, γιά τά όποια, αν δέν κάνω λάθος, δέν υπάρχει ειδική μελέτη, εμφανίζονται στην Βόρεια Ελλάδα κατά τόν Γ αιώνα ('Άγιος Αχίλλειος Πρέσπας, Κουμπελίδικη Καστοριάς κ.ά.)10, ένώ στην Νότια Ελλάδα τά συναντούμε κυρίως σέ μνημεία τοΰ ΙΑ αίώνα, μετά τόν όποιο ουσιαστικά εξαφανίζονται11. Τό

κάππα, πού σέ ορισμένα μνημεία εμφανίζεται καί αντίστροφο (αριστερόστροφο)12, είναι ένα άπό τά συνηθέται κτίσμα τοϋ β' ήμίσεος τοΰ Θ' αίώνα. Πάντως οι ενθυμήσεις τοϋ 845 καί 862 δέν δημοσιεύθηκαν ποτέ, ένώ ή κτητορική επιγραφή

τοϋ 889 καί ή ένθύμησις τοϋ Ιουνίου τοϋ 890 πού δημοσίευσε ό καθηγητής Ν. Μουτσόπουλος (ε.ά., σ. 299 καί 302-303), είναι παραναγνώσεις, όπως επεσήμανε, λίγο πριν άπό τόν θάνατο του, ό έφορος Βυζαντινών 'Αρχαιοτήτων Καστοριάς Σωτήριος Κίσσας ('Ανάγνωση βυζαντινής επιγραφής άπό τήν Καστοριά, Εγνατία

5, Μάρτιος 1994, σ. 4-5). 11. Στην βορειοδυτική Ελλάδα, αντίθετα, τά πλίνθινα γράμματα εξακολούθησαν νά χρησιμοποιούνται έπί μακρόν (Κ. Τσουρής, Ό κεραμοπλαστικός διάκοσμος των υστεροβυζαντινών μνημείων

της Βορειοδυτικής Έλλάόος, Καβάλα 1988, σ. 144-145, όπου παραδείγματα καί βιβλιογραφία), όπως δέ αναφέρει ό καθηγητής Ν. Μουτσόπουλος, χωρίς όμως βιβλιογραφική κάλυψη, τέτοια γράμματα υπάρχουν καί σέ τζαμιά τοϋ 16ου καί τοϋ 17ου αίώνα στην Φιλιππούπολη (ε.ά., σ. 463). Ή περίπτωση τοϋ καθολικού τής μονής Λουκοϋς στην Αργολίδα καί τών Αγίων Θεοδώρωντης Τρύπης Λακωνίας είναι άπό τις σπανιότατες εξαιρέσεις μνημείων τής Νότιας Ελλάδος πού έχουν γράμματα μετά τόν ΙΑ'αίώνα (βλ. κατωτέρω, ύποσημ. 14). Στις εξαιρέσεις ϊσως πρέπει να εντάξουμε καί τους ουσιαστικά άχρονολόγητους ναούς τοϋ Αγίου Πέτρου Καστανέας καί τοΰ Ταξιάρχου Σαϊδόνας στην Μεσσηνιακή

Μάνη (Ν. Δρανδάκης, "Ερευναι εις τήν Μεσσηνιακήν Μάνην, ΠΑΕ1976, σ. 215 καί 232). 12. Άη-Στράτηγος Μπουλαριών Μάνης (Ν. Δρανδάκης, Βυζαντιναίτοιχογραφίαι τής Μέσα Μάνης, Αθήναι 1964, σ. 18), Άγιος Θεόδωρος «στοϋ Καλοϋ» τής Μάνης (Ν. Δρανδάκης, "Ερευναι εις τήν Μάνην, ΠΑΕ 1977, σ. 221), Προφήτης Ηλίας Κονιδίτσας

Λακωνίας (Α. 'Ορλάνδος, Άγνωστος βυζαντινός ναός τής Λακωνίας, Ελληνικά ΙΕ' (1957), σ. 91, είκ. 2), Άγιος Νικόλαος στο Πλατάνι Αχαΐας (Π. Βοκοτόπουλος, Ό τρίκογχος ναός τοϋ Αγίου Νικολάου στό Πλατάνι τής Αχαΐας, Αρμός, Α, 1990, σ. 400), Άγιος Δημήτριος Βαράσοβας Αιτωλίας (Α. 'Ορλάνδος, Ό Άγιος 130

 

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΤΣΑΣ ΣΤΗΝ ΒΑΛΥΡΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Είκ. 3. Παναγίτσα Βαλνρας. 'Ανατολική όψη. στερα γράμματα13, ακολουθεί τό χρίσμα14, ενώ τό σίγμα

είναι σπανιότατο15. Σε μιά περίπτωση, στην 'Ελεούσα της Μεγάλης Πρέσπας, τοΰ 1410, συναντούμε τό χρίσμα

γραπτό1 6 - στό μικρό καί όψιμο μνημείο, όπου μεκόκκινο χρώμα έχει γίνει απομίμηση πλινθοπερίκλει-

στης τοιχοποιίας καί κεραμοπλαστικών διακοσμήσεων,Δημήτριος της Βαράσοβας, ΑΒΜΕ Α' (1935), σ. 106), Άγιος ΝικόλαοςΑυλίδος (Χ. Μπούρας, Συμπληρωματικά στοιχεία γιάένα κατεστραμμένο ναό της Βοιωτίας, ΔΧΑΕ Δ' (1964-1965), σ.240), Προφήτης 'Ηλίας Σταροπάζαρου Αθηνών, Άγιοι ΘεόδωροιΣερβίων καί τουλάχιστον επτά ναοί της Καστοριάς (Ν. Μουτσόπουλος, έ.ά., σ. 516,519). 13. 'Ενδεικτικά: Άη-Στράτηγος Μπουλαριών (Ν. Δρανδάκης,

Βνζαντιναί τοιχογραφίαι της Μέσα Μάνης, Αθήναι 1964, σ. 18), Ταξιάρχης Χαρούδας Μάνης (Ν. Δρανδάκης, Ό Ταξιάρχης της Χαρούδας καί ή κτιτορική επιγραφή τον,ΛακΣπονο Α' (1972), σ. 278, πίν. ΙΖ' β), Προφήτης 'Ηλίας Κονιδίτσας (Ά. 'Ορλάνδος, Άγνωστος βυζαντινός ναός της Λακωνίας, Ελληνικά ΙΕ' (1957),σ. 91, είκ. 2), Άγιος 'Ιωάννης ό Θεολόγος Παλαιού Λυγουριοΰ (Στ. Μαμαλοϋκος, "Ενας άγνωστος βυζαντινός ναός στην Αργολίδα. Ό Άγιος 'Ιωάννης ό Θεολόγος Παλαιού Λιγουριοϋ,ζ1Χ4£' IB' (1984), σ. 429, είκ. 18/11), Παναγία Λουτρών Ήραίας (Ν. Μουτσόπουλος, Ή αρχιτεκτονική των εκκλησιών καί των μοναστηριών της Γορτυνίας, Αθήναι 1956, σ. 35), Άγιος Νικόλαος στο Πλατάνι Αχαΐας (Βοκοτόπουλος, έ.ά., σ. 400), Άγιος Δημήτριος της Βαράσοβας Αιτωλίας (Α. 'Ορλάνδος, ΑΒΜΕ Α' (1935), σ.

106), Όσιος Λουκάς Φωκίδος (A.H.S. Megaw, The Chronology of Some Middle-Byzantine Churches, BSA 32 (1931-32), πίν. 30/51), Άγιος Νικόλαος Αυλίδος (Μπούρας, έ.ά., σ. 240), Παναγία ή Κρήνα Χίου (P. Vocotopoulos, The Concealed Course Technique: Further Examples and a Few Remarks, JOB 28 (1979), είκ. 1), Προφήτης

'Ηλίας Σταροπάζαρου Αθηνών, Άγιοι Θεόδωροι Σερβίων, Κοίμησις της Θεοτόκου στό Λάμποβο της Βορείου 'Ηπείρου,

Άγιος Αχίλλειος της Πρέσπας καί τουλάχιστον έξι ναοί της Καστοριάς (Μουτσόπουλος, έ.ά. (ύποσημ. 6), σ. 516 καί 519).

Είκ. 4. Παναγίτσα Βαλνρας. Παράθυρο βόρειας όψης. 14. Άη-Στράτηγος Μπουλαριών (αδημοσίευτη λεπτομέρεια), Άγιος

 13), σ. 35), Άγιος Νικόλαος στις Μολιγκάτες Κυθήρων (Π. Λαζαρίδης, Μεσαιωνικά καί βυζαντινά μνημεία Κυθήρων, ΑΔ 20 (1965), Χρονικά, πίν. 188β), Παναγία ή Κρήνα Χίου (P. Vocotopoulos, JOB 28 (1979), είκ. 1), Παναγία ή Ζερβιώτισσα Στύλου Χανίων (Κ. Λασιθιωτάκης, Εγγεγραμμένοι σταυροειδείς ναοί της Δυτικής Κρήτης, Β' Κρητολογικόν Σννέοριον, Α', Αθήναι 1967, σ. 348, πίν. ΡΙΔ), Κοίμησις της Θεοτόκου στό Λάμποβο της Βορείου 'Ηπείρου, Άγιοι Θεόδωροι Σερβίων, καί τουλάχιστον έξι ναοί της Καστοριάς (Μουτσόπουλος, έ.ά. (ύποσημ. 6), σ. 516, 519). Δέν ξέρω άν τό «χιαστόν κεραμοπλαστικόν κόσμημα», πού αναφέρει ό καθηγητής Ν. Δρανδάκης οτι υπάρχει στην Παλαιοπαναγιά της Σελλασίας (ΙΑ' αι.;), είναι χρίσμα ή χι (βλ. Βυζαντινά καί μεταβυζαντινά μνημεία Λακωνικής, ΑΕ1969, Χρονικά, σ. 2).

15. Από ο,τι ξέρω τό σίγμα συναντάται μόνον στον Όσιο Λουκά Φωκίδος (Megaw, έ.ά., πίν. 30/47), στον Άγιο Νικόλαο Καστοριάς (Μουτσόπουλος, έ.ά., σ. 446, είκ. 394), καί στον Άγιο 'Ιωάννη τον Θεολόγο Παλαιού Λυγουριοΰ (Μαμαλοϋκος, έ.ά. (ύποσημ. 13), σ. 429, είκ. 18/17). 16. Στ. Πελεκανίδης, Βυζαντινά καί μεταβυζαντινά μνημεία της Πρέσπας, Θεσσαλονίκη 1960, σ. 110, πίν. XLVIII. 131

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΚΑΛΛΗΣ

υπάρχουν και τρία γραπτά «γράμματα», ολα χρίσμα Ή χρονολόγηση του μικρού ναοΰ της Βαλύρας μάλλον

δεν παρουσιάζει δυσκολίες. Όπως είδαμε, τά πλίνθινα  διακοσμητικά γράμματα, τουλάχιστον στην Πελοπόννησο, μετά τόν ΙΑ' αιώνα έχρησιμοποιήθηκαν σπανιότατα ενώ ειδικά τό κάππα συναντάται μόνο σε μνημεία τοϋ ΙΑ' αιώνα17. Ή απουσία επίσης οδοντωτών ταινιών σε μνημεία κτισμένα με τό χαλαρό πλινθοπερί-

κλειστο σύστημα18, άλλα ταυτόχρονα διακοσμημένα μέ πλίνθινα γράμματα, όπως π.χ. ό Άγιος Δημήτριος

της Βαράσοβας19 καί ή Παλαιοπαναγιά στην Σελλασία Αακωνίας20, ή κουφικά, όπως ό Άγιος Νικόλαος Άτ-

ταλης Ευβοίας21, είναι χαρακτηριστικά πού παρατηρούνται γύρω στό 1000. "Ετσι, συνεκτιμώντας ολα

Είκ. 5. Παναγίτσα Βαλνρας. Πλίνθινα γράμματα της τοιχοποιίας. αυτά τά στοιχεία, νομίζω οτι μπορούμε νά χρονολογήσουμε τό μικρό μνημείο στίς αρχές τοϋ ΙΑ' αιώνα. Πανεπιστήμιο Θράκης

George Dimitrokallis

THE CHURCH OF THE PANAGITSA AT VALYRA IN MESSENIA






























67. OI 14 ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ ΒΑΛΥΡΑ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Ήλιος αέρας ουρανός Ένα τραγούδι τρυφερό

Του αηδονιού μας η λαλιά, σκορπάει κέφι και χαρά.

Οι ναοί μας αγωνιούν Προστασία για να βρουν

Είναι στα αζήτητα Οικήματα ακατοίκητα.

Αγάπη για Θεό   Πατρίδα, Τα άγια χώματα που βρήκα

Θα κάνω τούτο το ταξίδι   Τους ναούς μας να γνωρίσεις.

Ο άγιος Πέτρος Σέλικο  Αγιάννης στο Ρωμαίικο

Ο Αγιοβλάσσης στη Γανιά Ο Αγιολιάς  εις την  Σπηλιά.

Αγιαπαρασκευή  Γοργόρεμα το κτίσμα χωρίς φόρεμα

Βαλτοκλησιά στο  Πάμισο   Τα πεύκα στον παράδεισο.

Αγιατριάδα  στο Αυλάκι Ο παλιός μας Κωνσταντίνος  εχάθη

Δημιουργήθηκε ο νέος και δεν φυτεύτηκε καν  δέντρο.

Αγιονικόλας παλαιός εσοφατίστηκε κι’ αυτός

Αγιώργης  άκρη στο χωριό Αγιοδημήτρης βορινός  .

Ενοριακός Αγιοθανάσης  Το κέντρο του χωριού να φτάσεις

Ζήσαμε  7 μυστήρια   Του Θεού την ευλογία.

Βαλτοκκλησιά και Αγιοβλάσσης Να τους  ψάξεις θα τους μάθεις

Ο Αγιώργης κοιμητήριο Των νεκρών ησυχαστήριο.

Στην Πέρα Μεριά μας οι ναοί Δύσκολα θα πας να βρεις

Στο Σέλικο είναι οι δυο  Και οι άλλοι τρεις προς ποταμό.

Ο Αγιάννης άγιος Πέτρος τούμεινε ο τοίχος σκέτος

Παναίτσα Λιας Παρασκευή και το Γοργόρεμα θα δεις.

Ο Κωνσταντίνος ο παλιός Εξαφανίστηκε αυτός

Δημιουργήθηκε ο νέος Και έγινε πολύ ωραίος.

                                        Το αυλάκι είναι δίπλα Σκεπάστηκε και είναι κρίμα

Αγιατριάδα Αγιονικόλας Σηματοδότηση προχώρα.

Ο Αγιοδημήτρης μας γιορτάζει Την Τσουκαλόρουγα τιμάει

Το σπίτι του Τζαφέρ Αγά, Το βλέπει να κατρακυλά.

Από Βαλτεσινίκο ταλιαδόροι και οι λαγκαδινοί μαστόροι

Φτιάχτηκε ο ενοριακός ναός Κτυπήθηκε από σεισμό.

Η πλάκα  η εντοιχισμένη με  έξη ονόματα γραμμένη

Επίτροποι τέκτονες μαζί Και η χρονολογία της

Γιορτάζει στις δεκαοκτώ Γενάρη Είναι η γιορτή του Αγιοθανάση

Δίνουν και παίρνουν οι ευχές  να ακουστούν οι προσευχές.

Κερί λιβάνι θυμιατό Ψάλτης δεξιός αριστερός

Και η καμπάνα μας κτυπά Τον ήχο στο χωριό σκορπά.

Για να προσέλθουν οι πιστοί Αντίδωρο να τους δοθεί

Και ο παπάς δίνει ευχές Με τις θρησκευτικές γιορτές.

Θάνατος γάμος γέννηση Του καθενός μας η δέηση

Και οι ευχές είναι πολλές Τίμα τις δέκα εντολές.

Το πανηγύρι και το Πάσχα Βγαίνουν τα μάσκουλα στην πιάτσα

Ο ήχος τους θα ακουστεί Και το θυμούνται οι παλιοί.

Ναοί  πολλοί σοφατισμένοι Χάσανε την παλιά τους αίγλη

Χρειάζονται επισκευή Να γίνουν όπως ήταν πριν.

Σηματοδότηση να γίνει  Η ιστορία τους να μείνει

Οι δεκατέσσερις  ναοί θέλουν αγάπη και στοργή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: