Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ, Η ΠΑΟΜΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΡΣΙΚΑΝΟΙ... ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ Γράφει η Κάτια Κατιμερτζή

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΛΥΡΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ
Θέλω να δώσω συγχαρητήρια στην Κάτια ,για την αξιόλογη, μελέτη ,έρευνα ,καταγραφή που έχει κάνει για τους Μανιάτες,η οποία αθόρυβα προβάλλει το ιστορικό τους παρελθόν και θα πρέπει κάποτε η πολιτεία να την επιβραβεύσει ηθικά, για αυτό το δημιουργημά της.
Αγαπητοί αναγνώστες απολαύστε την ιστορία των Μανιατών,σε δύο συνέχειες, για να νιώσετε, ευχάριστασυναισθήματα,για τη μεγαλουργία των Μανιατών,παρά τις απάνθρωπες  δυσκολίες που αντιμετώπισαν.

Στις 3 Οκτωβρίου 1675 ένα γαλλικό πλοίο, το «Σωτήρ», απέπλευσε από το λιμάνι του Οιτύλου της Μάνης. Μετέφερε 730 Μανιάτες, που ταξίδευαν για μια ξένη γη.

Την Μάνη, που «για να δει κάποιος την ψυχή της ήθελε τρεις ζωές, μία για τη θάλασσα, μία για τα βουνά και μία για τους ανθρώπους της», δεν την ξαναείδαν ποτέ. 
Γιατί αυτοί οι άνθρωποι της, την εγκατέλειψαν; Ποιο τόπο ξένο έκαναν πατρίδα; Ο ΤΟΠΟΣ ΠΟΥ ΑΦΗΝΑΝ ΠΙΣΩ, η Μάνη ήταν ένας τόπος άγονος και άνυδρος. 

Η γη αυτή σφυρηλάτησε και τον χαρακτήρα των κατοίκων της. Άνθρωποι σκληροτράχηλοι, ανυπότακτοι, μετρημένοι στα λόγια και στα συναισθήματα με αυξημένο αίσθημα τιμής. Τα λιγοστά που τους μοιράστηκαν τα δέχτηκαν ως ευλογία και τα υπερασπίστηκαν σαν λιοντάρια. Από την πρώτη στιγμή της κατάκτησης της ελλαδικής χερσονήσου από τους Οθωμανούς, σήκωσαν επαναστατική παντιέρα και τράβηξαν τις πιστόλες από τα θηκάρια τους. Αρνήθηκαν με βδελυγμία τα γενναιόδωρα ανταλλάγματα, που κατά καιρούς τους προσφέρθηκαν από την Πύλη και φρόντισαν ώστε να γίνει απόλυτα σαφές στον κατακτητή ότι θα συμμαχούσαν και με το διάβολο ακόμη για να κρατήσουν τον τόπο τους ελεύθερο. Με το σπαθί τους κατάφεραν να ζουν σε ένα καθεστώς αυτονομίας. Θα έλεγε κανείς πως στον τόπο αυτό, που λειτουργούσε σαν «ομοσπονδία ανεξάρτητων και ελεύθερων γενών», σχηματίστηκε και διαφυλάχτηκε με αίμα ο πυρήνας του μελλοντικού ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. 




Καπετάνιοι, εκλεγμένοι από τα μέλη των ισχυρότερων οικογενειών της Μάνης, είχαν στα χέρια τους τη διοίκηση και αποφάσιζαν για τις εσωτερικές υποθέσεις του τόπου. Μόνο ένας ετήσιος φόρος υποτέλειας 4.000 γροσιών αποδίδονταν στην Πύλη.
Οι Μανιάτες συμμάχησαν με τους Βενετούς κατά τη διάρκεια και των πέντε βενετο-τουρκικών πολέμων, καταφέρνοντας καίρια πλήγματα εναντίον του τουρκικού στόλου με τα πειρατικά τους πλοία και ενισχύοντας την άμυνα της Κρήτης. Παράλληλα, πρόσφεραν άσυλο σε κατατρεγμένους Έλληνες, που έβρισκαν εκεί καταφύγιο από το δυνάστη. Το λιγοστό ψωμί τους το μοιράστηκαν με όποιον ερχόταν ικέτης στην πόρτα τους. Μα αυτά τα θεριά τα ανήμερα είχαν μια αχίλλειο πτέρνα. Ο «γδικιωμός», ένα έθιμο αυτοδικίας και εκδίκησης για λόγους τιμής, εφαρμοζόταν για να επιλυθούν οι μεταξύ τους διαφορές, παρασέρνοντας στις δίνη του ολόκληρες οικογένειες για πολλές γενιές. 
Στα μέσα του 17ου αιώνα, ο πληθυσμός της περιοχής είχε αυξηθεί σε ασφυκτικά επίπεδα, ενώ η παραγωγή παρέμενε φτωχική και η οικονομία του τόπου ελλειμματική. Το 1669 οι Οθωμανοί επικράτησαν των Βενετών και η Κρήτη καταλήφθηκε. Ο Σουλτάνος δεν μπορούσε να ξεχάσει το αγκάθι που είχε στο πλευρό του.Έστειλε, λοιπόν, 6.000 άνδρες να ενισχύσουν τα κάστρα που βρίσκονταν στα όρια της Μάνης. Παράλληλα, φρόντισε ώστε να εκμεταλλευτεί τις προσωπικές αντιδικίες των Μανιατών. Εστίασε στις διαμάχες των ισχυρών οικογενειών και κυρίως στη βεντέτα μεταξύ της οικογένειας των Στεφανόπουλων του Οιτύλου , που ισχυρίζονταν ότι αντλούσαν την καταγωγή τους από την βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια των Κομνηνών, και των Γιατριάνων, που ισχυρίζονταν ότι συγγένευαν με τους Μεδίκους. 
Στον τόπο ξέσπασε εμφύλιος σπαραγμός. Επιδημίες πανώλης και ελονοσίας ήρθαν να προστεθούν στα βάσανα του μανιάτικου λαού το 1670.Αν και τα χώματα τους ήταν ακόμη αδούλωτα, οι καρδιές πολλών Μανιατών άρχισαν να ψάχνουν μια οδό διαφυγής. Η μετανάστευση σε χριστιανικό, ευρωπαϊκό έδαφος φαινόταν ως ελκυστική λύση. 
Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ- ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΟΜΙΑ 
Υπήρξαν πολλά προσφυγικά κύματα προς διάφορα μέρη της Μεσογείου. Εκείνοι, όμως, που έφυγαν από το Οίτυλο τον Οκτώβρη του 1675 έμειναν στην ιστορία. Έχοντας έρθει σε συμφωνία με την πόλη της Γένοβας, 730 Μανιάτες υπό την αρχηγία πολλών μελών της οικογένειας των Στεφανόπουλων, κίνησαν για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή σε αναζήτηση μιας νέας πατρίδας. Ανάμεσά τους ήταν ο επίσκοπος Οιτύλου Παρθένιος Καλκανδής, 12 μοναχοί, 5 παπάδες και κάποιες μοναχές. Από τη λατρεμένη γη, που άφηναν πίσω, πήραν μόνο 4 εικόνες, έναν επιτάφιο, μια καμπάνα και μια μανιάτικη σημαία. 
Μετά από τις κακουχίες του ταξιδιού, που στοίχισε τη ζωή σε 120 άτομα, και τις επίμονες διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της τελικής συμφωνίας, ορίστηκε ως τόπος εγκατάστασής τους το νησί της Κορσικής. Στους αποίκους επιβλήθηκε ένα καθεστώς αναγκαστικού ουνιτισμού. Ο επίσκοπος και οι ορθόδοξοι ιερείς βρίσκονταν πια στη δικαιοδοσία των καθολικών επισκόπων της νέας τους πατρίδας. Αναγνώριζαν τον Πάπα ως θρησκευτικό τους ηγέτη, αλλά διατηρούσαν το βυζαντινό τυπικό της ορθόδοξης εκκλησίας. 
Κατά τα άλλα, αν εξαιρέσουμε τη επιβολή φόρων και την απαγόρευση της συστράτευσης με τα γενοβέζικα στρατεύματα εναντίον των Οθωμανών, οι άποικοι αφέθηκαν ελεύθεροι να χτίσουν την αποικία τους στο νησί, τους παρασχέθηκαν τα απαιτούμενα υλικά και εφόδια, τους επιτράπηκε η εκτροφή παντός είδους ζώων, το εμπόριο και η λειτουργία κλιβάνων, ανεμόμυλων και υδρόμυλων. 
Ενδεικτικός για τις προθέσεις των Γενοβέζων ήταν ο όρος της συμφωνίας που επέτρεπε στους Μανιάτες την οπλοκατοχή. Η κραταιά Γένοβα σχεδίαζε να χρησιμοποιήσει τους Έλληνες προς τιθάσευση των επαναστατών Κορσικανών. Ποιός καλύτερος αντίπαλος για τους σκληροτράχηλους Κορσικανούς από τους Μανιάτες; 
Στις 14 Μαρτίου 1676,λοιπόν,γενοβέζικα πλοία τους μετέφεραν σε ένα λιμάνι της δυτικής ακτής της Κορσικής. Τους είχε παραχωρηθεί έναν εγκαταλελειμμένος οικισμός στην κοντινή περιοχή της Παόμια. Δάκρυα θα πρέπει να γέμισαν τα μάτια αυτών των ταλαιπωρημένων φυγάδων σαν αντίκρισαν για πρώτη φορά την ξένη γη. Ο Θεός, λες και ήθελε να μην τους λυπήσει πολύ, την είχε πλάσει όμοια με αυτήν που άφησαν πίσω. Κατά μία εκδοχή η περιοχή ονομάστηκε έτσι από τους ίδιους τους αποίκους, όταν διαπίστωσαν ότι ήταν πα(ν)όμοια με τη Μάνη. 


Το έδαφος ήταν χέρσο και άνυδρο, οι ακτές απότομες, η καλλιεργήσιμη γη ελάχιστη και η οδική επικοινωνία με το υπόλοιπο του νησιού ήταν δυσκολότατη. Το κλίμα, όμως, ήταν εύκρατο και υγιεινό. Αυτές οι καιρικές συνθήκες βοήθησαν τους κατοίκους να αντέξουν τον πρώτο καιρό της εγκατάστασής τους και να μην αποδεκατιστούν από επιδημίες και αρρώστιες. Ούτε στιγμή δεν έχασαν και βάλθηκαν να κάνουν δική τους την ξενιτιά. 



Μέσα σε ένα χρόνο έχτισαν στην ερημωμένη περιοχή τα σπίτια τους μοιρασμένα σε πέντε χωριά. Τα οικήματα ήταν λιτά, χτισμένα για να στεγάσουν τους ανθρώπους και τα λιγοστά χρειαζούμενα τους. Εκεί που έδωσαν όλη την αφοσίωση και την αγάπη τους ήταν στην καλλιέργεια της γης. Με σκληρή δουλεία και κόπο, κατάφεραν να επινοήσουν και να εφαρμόσουν πρωτοποριακές για την εποχή και για τον τόπο μεθόδους καλλιέργειας. Στον καθημερινό μόχθο αγόγγυστα λάμβαναν μέρος και οι ορθόδοξοι κληρικοί και μοναχοί. Στέκονταν έμπρακτα στο πλάι του ποιμνίου τους σε όλες τις εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής. 
Αλλά και οι Μανιάτισσες, φημισμένες υφάντρες στην Ελλάδα, εκτός από τις υπόλοιπες ασχολίες τους, επιδόθηκαν στην παραγωγή εξαιρετικών υφαντών. Μέσα σε τρία χρόνια από την άφιξη τους το ερημωμένο μέρος άνθισε τόσο, ώστε έκπληκτοι, ξένοι περιηγητές να αποκαλούν την Παόμια «περιβόλι της Κορσικής».Καλλιεργούνταν αμπέλια, κήποι και μποστάνια, ενώ εκτρέφονταν διάφορα ζώα. Η ανάπτυξή της αυτή σκόρπισε τη φήμη του τόπου και γρήγορα κόσμος από άλλα μέρη του νησιού συνέρρεε στην Παόμια για να αγοράσει τα προϊόντα της. Οι σχέσεις με τους ντόπιους, όμως, βασίζονταν στην αμοιβαία αντιπάθεια. Οι Κορσικανοί είδαν ξαφνικά τους Γενοβέζους να εγκαθιστούν στον τόπο τους έναν λαό εξίσου σκληρό και ανυπότακτο με τους ίδιους, που είχε, όμως, διάθεση για προκοπή και ευημερία. Εγκαταστάθηκαν σε μια ερημωμένη περιοχή και με το πέρασμα λίγων μόνο ετών τη μετέτρεψαν στην πιο ανεπτυγμένη σε όλο το νησί. Ήταν φανερό πως εκείνοι οι άποικοι είχαν έρθει για να ριζώσουν. 
Άλλο στοιχείο, που έφερνε τους δύο λαούς σε αντιπαράθεση, ήταν το θέμα της θρησκείας. Τυπικά, οι Μανιάτες είχαν αποδεχθεί τα πρωτεία του Πάπα, αλλά η εκτέλεση των λειτουργικών παραδόσεών τους και το εορτολόγιό τους, παρέπεμπαν καθαρά στην Ανατολική, Ορθόδοξη Εκκλησία. Σε όλα τα μανιάτικα χωριά είχαν χτιστεί πολλές εκκλησίες, ενώ είχε χτιστεί και ένα μοναστήρι για την εγκατάσταση του Επισκόπου Παρθενίου και των μοναχών που τον είχαν ακολουθήσει στη μετοικεσία. Οι Μανιάτες ήταν πολύ θεοσεβούμενοι και ουσιαστικά τηρούσαν την ορθόδοξη παράδοση, που ήταν και ο συνεκτικός τους δεσμός μαζί με την κοινή καταγωγή. Η Γένοβα, ήταν απρόθυμη στο να επιβάλλει την εδραίωση του Καθολικισμού στους ελληνικούς οικισμούς, όπως προβλεπόταν από τη συμφωνία που είχε επιβάλλει στους αποίκους, γιατί σκόπευε να τους χρησιμοποιήσει εναντίον των Κορσικανών επαναστατών. Έτσι, η Παπική Εκκλησία περιοριζόταν στην αποστολή ιεραποστόλων στην Παόμια με σκοπό την κατήχηση των κατοίκων στο καθολικισμό με απογοητευτικά αποτελέσματα. 
Οι Κορσικανοί αντιμετώπιζαν τους Μανιάτες ως «σχισματικούς». Αλλά και η ενδυμασία των Μανιατών προκαλούσε προβλήματα. Ντυμένοι με την εντυπωσιακή μανιάτικη φορεσιά, άνδρες και γυναίκες άποικοι ξεχώριζαν από τους ντόπιους και ουσιαστικά διαλαλούσαν ότι δεν σκόπευαν να αφομοιωθούν από αυτούς. Οι βράκες, τα κοντά γιλέκα, τα χαμηλά φέσια, τα βελέσια, τα κοκκινοσώπανα και τα τσεμπέρια θύμιζαν στους Κορσικανούς την τουρκική φορεσιά.. Έτσι, δεν μπορούσαν παρά να αντιμετωπίζουν προσβλητικά τους αποίκους, αποκαλώντας τους «Τούρκους». Το γεγονός ότι σε αυτούς τους αποίκους, λοιπόν, που ξεχώριζαν τόσο πολύ και καμιά διάθεση αφομοίωσης δεν επεδείκνυαν, είχε επιτραπεί η οπλοκατοχή, μεγάλωνε ακόμη περισσότερο το χάσμα μεταξύ των δύο λαών. Διαμαρτύρονταν δε οι Κορσικανοί προς τις αρχές της Γένοβας και για ζητήματα καταπάτησης γης και περιουσιών αναφορικά με τη γη της Παόμια. 
Από τη μεριά τους οι Μανιάτες μόνο περιφρόνηση είχαν να αντιτάξουν στους Κορσικανούς. Το αδούλωτο φρόνημα αιώνων και ο διαρκής πόλεμος εναντίον ενός αντιπάλου, όπως η Οθωμανική Αυτοκρατορία, τους έκανε να αποδοκιμάζουν τους γηγενείς κατοίκους του νησιού, που φάνταζαν στα μάτια τους ως «χωριάτες». Ύστερα, η συνείδησή τους και το αίσθημα τιμής που είχαν δεν τους επέτρεπε να συνταχθούν με τους αντιπάλους των ευεργετών τους. Όσο όμως οι Κορσικανοί δεν έρχονταν σε ένοπλη αντιπαράθεση με τους αποίκους, η ζωή στην Παόμια κυλούσε ήρεμη...

Δεν υπάρχουν σχόλια: