Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

ΕΓΙΝΕ Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ 3 ΒΙΒΛΙΩΝ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΠΟΖΙΝΑΚΗ,ΣΤΙΣ 9-2-2019

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΛΥΡΑ
Η  κοσμογονία μελετά την καταγωγή του σύμπαντος.
Η κοσμολογία μελετά τη δομή και λειτουργία του σύμπαντος.
Η φύση είναι απλή και επιλύει το κάθε προβλημά της με τον απλούστερο τρόπο και δεν δημιουργεί τίποτα μάταια και περιττά.
Η φύση δημιουργεί αντίβαρο σε κάθε υπερβολική δύναμη εξομοιώνοντας έτσι ανισότητες και αντιθέσεις.
Ο άνθρωπος μιμείται τη φύση σε όλες  τις δραστηριότητες και εκδηλώσεις του, στην όλη πορεία της εξελιξής του.

Ο Χρόνος , ο Χώρος και τα Φαινόμενα
Είμαστε όλοι εδώ
Τόσο πολύ μακριά-Τόσο πολύ κοντά.
Γεύεσαι και με τις 5 αισθήσεις  χρώματα, αρώματα, το μεγαλείο της φύσης και του Θεού, όπου όλα είναι προγραμματισμένα και δρομολογημένα στο χώρο και στο χρόνο.
Πολλοί από εμάς φοβόμαστε να κοιτάξουμε το βιβλίο της ζωής μας , να το ξεφυλλίσουμε !!
Κατά ένα περίεργο λόγο εμένα μου αρέσει διότι έτσι κάνω ένα λογαριασμό τι κέρδισα τι έχασα ....τι έμαθα και τι αγνόησα.....!!
Ανεκτίμητη αξία τα μαθήματα ζωής !!
Η ζωή μας, να σημαίνει το κυνήγι των ανώτερων πολιτιστικών-πολιτισμικών αξιών, πλήρη κατανόηση των μυστηρίων της φύσης και κατάκτηση της έσχατης αλήθειας, ελεύθερα να ασκήσουμε τις απεριόριστες δυνατότητες του μυαλού μας, για τον πλούτο της μιας και  μοναδικής μας ζωής.
Στο πάντρεμα χρόνου ,χώρου, φαινομένων και κάτω από το βάρος της ευθύνης απέναντι στη ζωή ο καθένας μας δημιουργεί τη δική του φιλοσοφία, το δικό του τρόπο ζωής και σκέψης, αποδέχοντας η απορρίπτοντας  τα δρώμενα, συμμετέχοντας ενεργά ή αρνητικά, κρινόμενος  από τις πράξεις και τα έργα του και όχι από τις θέσεις ή τους τίτλους που κατέχει.
Προτεραιότητες στην αποστολή ζωής είναι η οικογένειά μας, η επιστήμη μας, ο καθημερινός μόχθος της εργασίας  του καθενός μας και βέβαια το χωριό  μας ΒΑΛΥΡΑ,  με όλες τις εκφράσεις πολιτισμού, από τη λαογραφία ως τον αθλητισμό.
Θα πρέπει όλοι να ανακαλύψουμε και ενεργοποιήσουμε τον ήλιο που κρύβεται μέσα  μας , για να μας φωτίζει το  μυαλό, να μας ζεσταίνει τη ψυχή και με την ακτινοβολία που εκπέμπει να μπορούμε να επικοινωνούμε με τους συνανθρώπους μας σε δημιουργικές δραστηριότητες ,με αγάπη, αλήθεια, και ειλικρίνεια, πλουτίζοντας συναισθηματικά τη ψυχή μας έτσι ώστε τα αγιασμένα να εξουδετερώνουν πάντοτε τις οποιεσδήποτε μικρότητες και κακίες, αντιμετωπίζοντας έτσι τις καταστάσεις με ηρεμία ,διάλογο και κριτική, ώστε να παίρνουμε σωστές αποφάσεις, μεταλλάσσοντας τις ζήλιες και κακίες σε υγιή συναισθήματα. Για μας που ασχολούμαστε με τα κοινά, πριν δημοσιοποιήσουμε το οποιοδήποτε, καλό θα είναι να εξετάζουμε, διασταυρώνουμε και ελέγχουμε όλες τις πληροφορίες που αφορούν τα συγκεκριμένα δημοσιεύματα. Θα πρέπει επίσης να αναβαθμίσουμε ποιοτικά τις πολιτιστικές μας δραστηριότητες, να πλουτίσουμε τις εμπειρίες μας από τις δραστηριότητες αυτές ,αποφεύγοντας έτσι τις μίζερες  σχέσεις που κυριαρχούν στην περιοχή μας και να επικρατεί ο σεβασμός και η εκτίμηση του ενός για τον άλλον, για να έχουμε μέλλον, προοπτική και προκοπή.
Η γενιά μου ήταν και άτυχη και  τυχερή. Τυχερή, γιατί  δε γνώρισε τη φρίκη της κατοχής και του εμφυλίου και γιατί δίναμε νόημα στη ζωή μας,  έχοντας στις διάφορες εκδηλώσεις μας  σήματα, κώδικες, σύμβολα και  κανόνες επικοινωνίας. Άτυχη, γιατί είμαστε δέσμιοι μεγάλων στερήσεων.
Είχαμε τον “πλούτο” της “φτώχειας” και της  ξυπολησιάς και τη μαγεία της φύσης με την ηρεμία της και τη γαλήνη. Τσακωνόμαστε για μια μενίδα,  έναν τσιμπουργιάνο, ένα μανούσι, η για το ποιος θα στήσει τα δόκανα, τα αγκίστρια, τις  πλακοπαϊδες στο καλύτερο μέρος, για να πιάσει πουλιά ή ποιος θα φλομώσει τη λίμνη στο ποτάμι, ή θα φτιάσει καλαμωτή ,ή ποιος θ’ ανέβει πρώτος στο δέντρο, για να μαζέψει τα καρακαξάβγουλα ή τα  μικρά πουλιά τους με ανταγωνιστή πολλές φορές τη δεντρογαλιά.     Ο καθένας μας μάζευε   το κοκολόϊ, για να βγάλει το χαρτζιλίκι του, ζώντας την ένταση,  την αγωνία, την περιπέτεια.  Τώρα ζούμε τη «δυστυχία»  και «φτώχεια» του πλούτου και των ανέσεων. Μας συντροφεύει η τηλεόραση, το κινητό και το διαδίκτυο. Η επικοινωνία  μας γίνεται μόνο με το SMS,  καταργώντας  την αλληλογραφία.  Όμως το γράμμα κάποτε είχε πολύ συναίσθημα και αγωνία.
Το μοίρασμα στη χαρά, στη λύπη, στις αγροτικές εργασίες,  στη δανεικαριά σε  ζώα και εργαλεία ,έδιναν σταθερότητα,   αλληλεγγύη,   ασφάλεια  και  κοινωνική συνοχή, στην τοπική μας κοινωνία.
Ζήσαμε τη φύση, χορτάσαμε το παιχνίδι, νιώσαμε την ανθρωπιά δεν είχαμε μεγάλες  διαφορές και είμαστε ευτυχισμένοι.  Ζούσαμε τη σταθερότητα στη θέση με πίστη στον εαυτό μας, τους ανθρώπους ,το Θεό το παρελθόν και μέλλον, την πληρότητα στη σχέση με το συναίσθημα και το σεβασμό στις ιδέες, με τη λογική. Καθημερινά είμαστε ευτυχισμένοι, γιατί κουβεντιάζαμε με τα φυτά, τα ζώα, τους ανθρώπους και τη  φύση . Εκπέμπαμε θετική ενέργεια και θετική σκέψη. Με τις πέντε αισθήσεις βιώναμε πρωτόγνωρες εμπειρίες, φιλοσοφώντας το μεγαλείο της φύσης και δημιουργώντας την έκτη αίσθηση με την υπέρβαση. Παρότι φτωχοί,  είμαστε πολύ πλούσιοι σε συναισθήματα, μοιραζόμαστε τα πάντα και είμαστε αυτάρκεις .Η πραγματική  επιθυμία για αληθινή επικοινωνία, η  ψυχική ανάγκη να μοιραστούμε τα πάντα με τους άλλους ,μας έδινε  γνήσια πνευματική ευχαρίστηση και υπήρξε για μας μια σταθερή πηγή χαράς. Το να νοιάζεται κάποιος για  το τι γίνεται μέσα μας, να μας  επισημαίνουν τα ελαττώματα και αδυναμίες μας, ήταν για μας τρόπος ζωής.

Στεριώναμε την πίστη μας πως κάποτε όλα θ’ αλλάξουν.  Εξασφαλίσαμε εργασία  με οχτάωρο από τους αγώνες της προηγούμενης γενιάς και τώρα στα παιδιά μας παραδίνουμε την απασχόληση και ανεργία. Τώρα δυστυχώς  το όνειρο έσβησε.  Ξεπεράσαμε τις στερήσεις της  φτώχειας και ανέχειας, μεγαλώσαμε, έχοντας παραπανίσια κιλά, λιγότερες τρίχες και μυαλό στο κεφάλι, φώλιασε η κακία και ζήλια μέσα μας, αδιαφορήσαμε,   καταστρέψαμε και αφήσαμε να καταστραφούν ήθη, έθιμα, περιβάλλον, πολιτιστική παράδοση και κληρονομιά, δεν δημιουργήσαμε τίποτα, είμαστε δήθεν ,επαναστάτες του βολέματος, χάθηκαν οράματα, αξίες, ιδανικά, μπέσα, και ομερτά, έχουμε σήμα κατατεθέν και φετίχ το αυτοκίνητο, είμαστε άδειοι από συναισθήματα και συγκινήσεις, καταναλώσαμε, καταναλωθήκαμε και κυρίως ξεχάσαμε. Τώρα δεν θυμόμαστε τα  μικρά ονόματα των παιδικών μας φίλων. Και αν διασταυρωθούμε στο δρόμο  δεν μιλά ο ένας στον άλλον, γιατί ο αρρωστημένος εγωισμός δεν επιτρέπει την ταπεινότητα. Τα παιδικά μας χρόνια,  «η εποχή της αθωότητας»,  ήταν η μόνη γεύση αιωνιότητας,   γιατί δεν παρακολουθήσαμε τη ζωή μας, τη ζήσαμε. Και το μόνο που μας απομένει είναι οι εμπειρίες ως ιδανικές αισθήσεις ζωής και τελικά ως αναμνήσεις .
Οι ευθύνες της τοπικής κοινωνίας μας ,τοπικής αυτοδιοίκησης ,συλλόγων,  φορέων , και όλων των απανταχού Βαλυραίων εντός και εκτός Ελλάδος, απέναντι στους προγόνους μας και απέναντι στην ιστορία του χωριού μας  είναι τεράστια. Αναλογεί σε όλους  μας ένα ποσοστό ευθύνης. Εδώ  και τώρα πρέπει να υπάρξει παρέμβαση, ενεργοποίηση, ομαδικότητα και συλλογικότητα για αποκατάσταση της καταστροφής, και να έχουμε έστω και ελάχιστη αποτελεσματικότητα,  ένα βήμα πριν την παρακμή.
 Όταν καταστρέφεται το οτιδήποτε, σβήνεται και η ιστορία του. 
Ακούω με προσοχή και θαυμάζω εκείνους τους σημαδεμένους και τους πλήρεις στιγμών που βούτηξαν στη ζωή , που έζησαν αυτό που ένοιωθαν , που πάλεψαν με αξιοπρέπεια για εκείνα που πίστευαν , που είδαν τον κόσμο περπατώντας και αγγίζοντας , που τόλμησαν το νέο , που δεν αρκέστηκαν στα κεκτημένα , που δεν φοβήθηκαν τις εξουσίες , που κοίταζαν να σώσουν το καράβι και όχι τον εαυτό τους , που έφτιαξαν τη δική τους ιστορία και δεν εγκλωβίστηκαν στις γραμμένες ιστορίες . Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι κανενός , ανήκουν σε όλη την κοινωνία.
Αν είχες την ευκαιρία ζήσεις , να συνεργαστείς , να συναντήσεις , να αγαπήσεις έναν τέτοιον άνθρωπο είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνεις τι σου λέω. Μπορεί να είσαι και εσύ ένας ή μία από εκείνους και εκείνες που δεν χωράνε σε κουτιά !!!
Το να θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο,δεν είναι τρέλα ούτε ουτοπία. Είναι Δικαιοσύνη.

Σε μια εποχή που ζούμε χωρίς ιδανικά και οράματα, που έχουν ξεπουληθεί αρχές, αξίες και ιδέες, που βαλτώνουν στην πεζότητα και τη λογική της ισοπέδωσης, το να ονειρεύεσαι, μεταπλάθοντας τη δυσφορία της ζωής σε ονειρική φαντασία, το να αγωνίζεσαι πεισματικά για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία,την αλληλεγγύη και την αγάπη, λίγα δεν είναι;
Έγινε χτες 9-2-2019 η παρουσίαση των 3 πονημάτων του Παναγιώτη (Τάκη) Μποζινάκη παρουσία συμμαθητών ,συναδέλφων,  και φίλων του. Μας ευχήθηκαν τηλεφωνικά-ηλεκτρονικά οι: Μιχάλης Γιαννόπουλος (από Λάμπαινα Μεσσηνίας) που ζει στη Ρουμανία, ο Γιώργος Παυλάκης που ήταν συναθλητές στα 100 μέτρα, στο γυμνάσιο Μελιγαλά, από Καλαμάτα,  ο βαλυραίος συμμαθητής του Παναγιώτης Αδαμόπουλος, από Αθήνα,  και Ευγενία Ντουραμάκου-Ζαφειροπούλου από Σπερχογεία, και η τηλεφωνική επικοινωνία με την αδελφή μου Δάφνη και τον τότε συμμαθητή της Μακρή ,από Μελιγαλά.

Η συγκίνηση και η χαρά μας  ήταν μεγάλη, γιατί παρουσίασα τα 3 πονηματά του,  θυμηθήκαμε τα παιδικά μαθητικά μας χρόνια  στη Βαλύρα και στο Μελιγαλά, και αναφέρθηκα στον πατέρα του και θείο του Φώτη Καραβίτη, που μας βλέπουν από ψηλά και χαίρονται που τους μνημονεύονται. Αναφέρθηκα στις 2 αλάνες του σταθμού, στο αυλάκι, στα κάρα, το κολύμπι στα 2 ποτάμια, κυνήγι, ψάρεμα, σχολικό κήπο, στα διάφορα παιχνίδια που παίζαμε ,και ήταν πάνω από 20, στο καφενείο του σταθμού, στο κέντρο του Τσαγκάρη,τη μετανάστευση, την ποδηλατάδα, τον κινηματογράφο, το νυφοπάζαρο, τα ρύζια, τα γιουρούσια με τις κλεψιές που δεν αφίναμε να ωριμάσουν τα φρούτα καθε εποχής,και τέλος το περιοδικό της εποχής τον Μικρό Ήρωα*. Ο Τάκης ως έχων και κατέχων, λόγο πατέρα που ήταν σταθμάρχης στον τότε ΣΠΑΠ, αγόραζε τον Μικρό Ήρωα και στη συνέχεια με τη σειρά το παίρναμε και το διαβάζαμε ομαδικά ή κατά μόνας, νιώθοντας έντονα συναισθήματα.
 Ο πατέρας του στη Βαλύρα έμεινε το 1957-59 και πήρε μετάθεση για το Μελιγαλά.
Με τη λήξη της σχολικής χρονιάς κάθε τάξη φωτογραφιζόταν με τους τότε δασκάλους, και το 1958 ο Τάκης πήγαινε τετάρτη δημοτικού, εγώ πέμπτη δημοτικού και η αδελφή του έκτη δημοτικού, τις οποίες και αναρτώ.
*Ένα από τα δημοφιλή περιοδικά του ’50 -’60 ήταν ο “Μικρός Ήρως” με πρωταγωνιστές το παιδί φάντασμα Γιώργο Θαλάσση, την όμορφη και γενναία Κατερίνα, το Σπίθα με τη λαιμαργία και τις γκάφες του και έχοντας όλοι τους το μικρό μπόμπιρα βοηθό τους, το τζιτζίκι. Τα παιδιά είναι μέλη μιας μυστικής αντιστασιακής οργάνωσης και με κίνδυνο τη ζωή τους έφεραν σε πέρας επικίνδυνες αποστολές, εναντίον των ναζί. Τα κείμενα έγραφε ο Στέλιος Ανεμοδουράς ο οποίος πέθανε πρόσφατα και η εικονογράφηση ήταν του Βύρωνα Απτόσογλου. Εκδόθηκε από το 1952 έως το 1967 που απαγορεύτηκε η κυκλοφορία και έκδοσή του από τη χούντα των συνταγματαρχών. Από το διαδίκτυο.
Τελειώνοντας το δημοτικό με εξετάσεις φοίτησα στο γυμνάσιο-Λυκειο Μελιγαλά Πρακτικής Κατεύθυνσης. Οι έχοντες και κατέχοντες πηγαινοέρχονταν με το τραίνο, και οι υπόλοιποι μέναμε με ενοίκιο 3-4 σε κάθε δωμάτιο γιατί τα οικονομικά μας δεν ήταν ανθηρά. Στο σπίτι της Ευδοκίας Μαντέλου μέναμε τη χρονιά εκείνη πάνω -κάτω 15 άτομα. Παιδονόμος, πηλίκιο, κούρεμα με την ψιλή, απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 7 μ.μ. απαγόρευση σε καφενείο, θέατρο κινηματογράφο, και κάθε Κυριακή υποχρεωτικά εκκλησιασμός. Η πλήρη ελευθεριότητα το μεγαλύτερο σούπερ μάρκετ που ήταν η φύση ζήσαμε ψαρεύοντας, κυνηγώντας και βοτανίζοντας, πουλώντας την πραμάτεια στα διάφορα μαγαζιά του Μελιγαλά, και στους επιβάτες του τραίνου και σε αυτό πάλι μας διευκόλυνε ο πατέρας του Τάκη. (Δυστυχώς τα τραίνα στην Πελοπόννησο σταμάτησαν να κυκλοφορούν από τον Ιανουάριο του 2011, και λειτουργεί μόνο ο προαστιακός μέχρι το Κιάτο).
Εκείνο που  ήταν ευχάριστο και έβγαινε το χαρτζιλίκι μας ήταν τα μανούσια ορχιδέες, πουλιά ψάρια, χέλια και αγριόχορτα, και πολλά από αυτά που ήταν φαγώσιμα κάναμε πανηγύρι.Ο Σπύρος Καρτερολιώτης με το Μήτσο Φειδά ήταν δεινοί σκοπευτές και με το λάστιχο σκότωναν αρκετά πουλιά τα οποία τρώγαμε ή πωλούσαμε.

Κάθε Δευτέρα με ένα καρβέλι ψωμί, παστό, αυγά, τυρί, ελιές, ξηρούς καρπούς, σύκα, σταφίδα, και μετο κυνήγι, ψάρεμα, βοτάνισμα εξασφαλίζαμε το φαγητό της εβδομάδας.
Στο Μελιγαλά καθηγητής φυσικοχημείας  ήταν ο θείος του Τάκη Φώτης Καραβίτης, και όταν πρωτοδιορίστηκα στο Μελιγαλά, ήλθε με μετάθεση γυμνασιάρχης στο σχολείο Μερόπης με παρακάλεσε να του συντάξω  το πρόγραμμα, τα μισθολογικά ,τη σχολική εφορία και την εκπαιδευτική τηλεόραση. Μετά από 46 χρόνια σμίξαμε οι απόφοιτοι του 1965 τον τιμήσαμε μαζί με τους άλλους εν ζωή καθηγητές ,και τον χάσαμε πέρυσι το καλοκαίρι. Στο Μελιγαλά έζησα συνολικά 12 χρόνια. Μαθητής 6 χρόνια, φροντιστής 3 χρόνια, και καθηγητής 3 χρόνια, διδάσκοντας παράλληλα και στα σχολεία, Μερόπη και Ανδρούσα.
 Ζήσαμε το μεγαλείο της φύσης και το μεγαλείο του Θεού. Είχαμε τον πλούτο της φτώχειας και τώρα έχουμε τη φτώχεια του πλούτου.Το κάθε παιδί εκτός από το διάβασμα και το παιχνίδι είχε καθημερινά αποστολές και δραστηριότητες για το νοικοκυριό του σπιτιού ( νερό από το πηγάδι για τις ανάγκες του σπιτιού και των οικόσιτων ζώων, πλύσιμο-λάτρα, ξύλα για μαγείρεμα -ζέσταμα ,μαγκάλι,, φούρνο), τροφή, βόσκημα, άρμεγμα των οικόσιτων ζώων, φροντίδα του κήπου και μπαξέ καθάρισμα, σπόριασμα, φύτεμα πότισμα, συγκομιδή, πώληση, μαγείρεμα και τέλος στις αγροτικές δουλειές με τα κτήματα που είχαν αμπέλια, σταφίδες, ελιές. Αποκτούσαμε δεξιότητες και η δανεικαριά ,αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια ήταν καθημερινό κοινωνικό φαινόμενο,που τώρα δεν υπάρχει.

Ο Τάκης τελείωσε και αυτός το πρακτικό λύκειο Μελιγαλά, μπήκε στο πανεπιστήμιο και διορίστηκε στο ΟΤΕ.Έγινε μελισσάκι , μυρμηγκάκι, τζιτζικάκι και σκουληκάκι, μαζεύοντας  τα διάφορα ανέκδοτα, τα τροποποιούσε και η σατιρά τους προκαλεί γέλιο, αυτοσαρκασμό και αυτός που τα διαβάζει ξεφεύγει από τα διάφορα προσωπικά  προβλήματα και την επικαιρότητα. Μελετώντας  τα ανεκδοτά του, το κορμί μας  πλημμυρίζει από τις ενδορφίνες που είναι οι ορμόνες της αρμονίας ,ευτυχίας ισορροπίας και ηδονής.
Τα συγκέντρωνε από το 1963 και με αυτοχρηματοδότηση τα εξέδωσε σε 2 τόμους. Το ένα πόνημα τυπώθηκε το 2016 με 114 σελίδες, και περιέχει 101 ανέκδοτα, το δεύτερο τυπώθηκε το 2019 με 124 σελίδες και 107 ανέκδοτα.
Τα ανέκδοτα μας παραπέμπουν σε Σουρή, Σκαρίμπα, Πετρόπουλο, Τσιφόρο και Λασκαράτο***.
Το πονημά του με τίτλο:ΣΤΙΓΜΕΣ έχει 114 σελίδες με 37 τίτλους, είναι βιωματικό με πρόσωπα, γεγονότα, οικογενειακές καταστάσεις.
Μετά την παρουσίασή μου ,πήρε τη σκυτάλι ο Τάκης, διάβασε μερικά ανέκδοτα, γίναμε ομάδα και γευτήκαμε την ωραία κουζίνα της ιδιοκτήτριας Δήμητρας, την οποία και ευχαριστούμε.
Αγαπητέ μου Τάκη ευχαριστούμε για τις  στιγμές που μας χάρισες, με το άκουσμα από τα ανέκδοτα που τα έχεις επεξεργαστεί και στρογγυλοποιήσει, χωρίς να προκαλούν και χωρίς χυδαιότητα.
Για να γίνει πιο ανθρώπινη η σκέψη
Πιο ζεστή η φωνή και
Ποιο ειλικρινής η Καλημέρα.





































 Ο ΤΑΚΗΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ
 Η ΒΑΣΩ ΜΠΟΖΙΝΑΚΗ ΠΕΜΠΤΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΥΡΑΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΡΙΤΗ ΣΕΙΡΑ
 ΟΛΕΣ ΟΙ ΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΒΑΛΥΡΑΣ ,ΤΟ 1958

***.Από το διαδίκτυο.
Ο Ανδρέας Λασκαράτος ήταν αξιόλογος σατιρικός ποιητής και πεζογράφος από την Κεφαλλονιά. Αφορίστηκε από την Εκκλησία εξ αιτίας των σατιρικών βελών του κατά των κληρικών.
ο Σουρής είχε πλούσια πνευματικά προσόντα και πλούτο γνώσεων με συνέπεια να καταστεί εξαίρετος δημοσιογράφος της έμμετρης σάτιρας των γεγονότων της εποχής. Οι πρώτοι σατιρικοί του στίχοι δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά "Ασμοδαίος", "Μή χάνεσαι" του Βλάση Γαβριηλίδη και «Ραμπαγάς».
Ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν Έλληνας λογοτέχνης, κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος. Το έργο του, εντυπωσιακό σε έκταση και ποικιλία, σημαδεύτηκε από την έντονη αντιδικία του με τις καθιερωμένες αξίες της ζωής και του αστικού πολιτισμού. Εισήγαγε επίσης υπερρεαλιστικά στοιχεία στην ελληνική πεζογραφία.
Νίκος Τσιφόρος. Κάποιος είπε ότι σήμερα οι Έλληνες είναι ένας λαός μεταπρατών. Ίσως να τον ενόχλησε η ναυτιλία μας, δυσανάλογα μεγάλη για τη χώρα τούτη δω, τη μικρή και ασήμαντη. Ε, λοιπόν, πάντα ήτανε ένας λαός μεταπρατών οι Έλληνες. Η γη, σκουπιδαριό του Θεού που πέταξε όσα βράχια του περισσεύανε, άμα κι έφτιασε την Ευρώπη, φτωχιά, ντούρα και περήφανη, δεν έδινε απλόχερα τον καρπό της για να θρέψει τον κόσμο της. Η ελιά φύτρωνε πάνω στις απότομες πλαγιές για να καλύψει το έλλειμμα από τα αραιά κοπάδια με λίπος φυτικό. Ίσως νάτανε και το κλίμα που την ανάγκασε να φυτρώνει σε τούτες τις Μεσογειακές άκρες. Μπόλικο το σταφύλι, λιγοστό το σιτάρι. Όμως κανένας Έλληνας δεν σκοτίστηκε για την φτώχεια της γης του. Τη γλέντησε τούτη τη φτώχεια. Στη μεγάλη, τη δυνατή Αθηναϊκή Δημοκρατία, τότε τον χρυσό καιρό της, οι «ελεύθεροι πολίτες» περνάγανε κοτσάνι με φακή, κρασάκι και κριθαρένιο ψωμί. Αραιή και γιορταστική ήτανε η καλοφαγία. Το μόνο που δούλευε άφθονα και πληθωρικά ήτανε «ο νους», η σκέψη, το πνεύμα. Και το αντριλίκι, που αντιμετώπιζε νικηφόρα ορδές από Ασιάτες επιδρομείς, σε δυσανάλογους αλλά νικηφόρους αγώνες. Αντίθετα με τη Ρώμη, την Ελλάδα δεν την έφαγε ο πλούτος. Την έφαγε το μυαλό της. Που δημιούργησε διαμάχες ανάμεσα στους Έλληνες και τους έβαλε να μαλώνουνε μεταξύ τους. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος ήτανε η αρχή του τέλους της. Οι τέσσερις σταθμοί της καταστροφής της: Πόλεμος Αθήνας – Σπάρτης, πρόωρος θάνατος του Αλέξανδρου, Βυζαντινή παπαδοκρατία, Μικρασιατική καταστροφή. Ένα από τα τέσσερα ήτανε ικανό να την βουλιάξει. Ήρθανε και τα τέσσερα ακριβώς τη στιγμή που σηκώναμε κεφάλι. «Καλημέρα μεγάλοι και εντιμότατοι ημών σύμμαχοι και προστάτες», αλλά φταίμε κι εμείς. Έχουμε, βλέπεις, πολύ ανεπτυγμένη την ανεξαρτησία, την πρωτοβουλία και το πνεύμα της αρχομανίας. Και δεν πρόκειται να διορθωθούμε ποτέ. Αυτό είναι το δράμα μας.
Ο Ηλίας Πετρόπουλος (Αθήνα26 Ιουνίου 1928 - Παρίσι3 Σεπτεμβρίου 2003) ήταν Έλληνας ποιητής, λαογράφος και μελετητής του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού. Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό, πολέμιος των ακαδημαϊκών και του κατεστημένου, ο Πετρόπουλος ήταν ο πρώτος (ερασιτέχνης) λαογράφος στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με το "περιθώριο" και κατέγραψε πρόσωπα και πράγματα περιφρονημένα από την επίσημη ιστορία της χώρας του. Έζησε από κοντά ρεμπέτες, αλήτες, μάγκες, πόρνες και ομοφυλόφιλους, φυλακισμένους, συμμορίτες και καταδιωκόμενους, που έγιναν οι 'ήρωες' των βιβλίων του. Ακάματος συγγραφέας και ερευνητής έγραφε μέχρι το 2003 που πέθανε από καρκίνο. Σύμφωνα με τη διαθήκη του, το πτώμα του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του πετάχτηκαν στον υπόνομο.
Ο Ηλίας Πετρόπουλος ήταν ένας ρηξικέλευθος συγγραφέας που έγραψε την ιστορία του «υποκόσμου» της Ελλάδας. Αντί να γράφει για πολιτικούς και στρατηγούς, ο Πετρόπουλος προτιμούσε να γράφει για το ρεμπέτικο, τους μποέμ, τους αλήτες και τους εγκληματίες.

Νίκος Καζαντζάκης: Ασκητική Salvatores Dei
Πρόλογος Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή. Ταυτόχρονα με το ξεκίνημα κι ο γυρισμός. Κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι' αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος. Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή. Κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι' αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία. Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν: α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία. β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο. Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει, σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές, μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου. Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει. φυτά, ζώα, ανθρώπους, στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια. Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ' όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές και με τ' όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.
Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΠΡΩΤΟ ΧΡΕΟΣ Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο και λέω: Όλα τούτα που θωρώ, γρικώ, γεύουμαι, οσφραίνουμαι κι αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου. Ο ήλιος ανεβαίνει, κατεβαίνει μέσα στο κρανίο μου. Στο ένα μελίγγι μου ανατέλνει ο ήλιος, στο άλλο βασιλεύει ο ήλιος. Τ' άστρα λάμπουν μέσα στο μυαλό μου, οι Ιδέες, οι άνθρωποι και τα ζώα βόσκουν μέσα στο λιγόχρονο κεφάλι μου, τραγούδια και κλάματα γιομώνουν τα στρουφιχτά κοχύλια των αυτιών μου και τρικυμίζουν μια στιγμή τον αγέρα. Σβήνει το μυαλό μου, κι όλα, ουρανός και γης, αφανίζουνται. -"Εγώ μονάχα υπάρχω!" φωνάζει ο νους. "Μέσα στα κατώγια μου, οι πέντε μου ανυφάντρες δουλεύουν, υφαίνουν και ξυφαίνουν τον καιρό και τον τόπο, τη χαρά και τη θλίψη, την ύλη και το πνέμα. Όλα ρέουν τρογύρα μου σαν ποταμός, χορεύουν, στροβιλίζουνται, τα πρόσωπα κατρακυλούν σαν το νερό, το χάος μουγκρίζει. Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΡΕΟΣ Δε δέχουμαι τα σύνορα, δε με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγουμαι! Την αγωνία τούτη βαθιά, αιματερά να τη ζήσεις, είναι το δεύτερο χρέος. Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει, μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης. Να υποτάξω τη γης, το νερό, τον αγέρα, να νικήσω τον τόπο και τον καιρό, να νιώσω με ποιους νόμους αρμολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οι αντικαθρεφτισμοί που ανεβαίνουν από την πυρωμένην έρημο του νου, τι αξίαν έχει; Ένα μονάχα λαχταρίζω: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, τι είναι το μυστήριο που με γεννάει και με σκοτώνει, κι αν πίσω από την ορατή ακατάπαυτη ροή του κόσμου κρύβεται μια αόρατη ασάλευτη παρουσία. Αν ο νους δεν μπορεί, δεν είναι έργο του να επιχειρήσει πέρα από τα σύνορα την ηρωικήν απελπισμένην έξοδο, να 'ταν να μπορούσε η καρδιά μου! Πέρα! Πέρα! Πέρα! Πέρα από τον άνθρωπο ζητώ το αόρατο μαστίγι που τον βαράει και τόνε σπρώχνει στον αγώνα. Πέρα από τα ζώα ενεδρεύω να δω το πρόσωπο το αρχέγονο που μάχεται δημιουργώντας, συντρίβοντας, ξαναχύνοντας τις αρίφνητες μάσκες να τυπωθεί στο ρεούμενο κρέας. Πέρα από τα φυτά αγωνίζουμαι να ξεχωρίσω τα πρώτα παραπατήματα του Αόρατου μέσα στη λάσπη. Μια προσταγή μέσα μου: -Σκάψε! Τι βλέπεις; -Ανθρώπους και πουλιά, νερά και πέτρες! -Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις; -Ιδέες κι ονείρατα, αστραπές και φαντάσματα. -Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις; -Δε βλέπω τίποτα! Νύχτα βουβή, πηχτή σα θάνατος. Θα 'ναι ο θάνατος. -Σκάψε ακόμα! -Αχ! Δεν μπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό μεσότοιχο! Φωνές γρικώ και κλάματα, φτερά γρικώ στον άλλον όχτο! -Μην κλαις!
 ΤΡΙΤΟ ΧΡΕΟΣ Ο νους βολεύεται. Θέλει να γιομώσει μ' έργα μεγάλα τη φυλακή του, το κρανίο. Να χαράξει στους τοίχους ρητά ηρωικά, να ζωγραφίσει στις αλυσίδες του φτερούγες ελευτερίας. Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές ερωτικές αφουκράζεται στον αγέρα κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες. και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες. Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος. 
Η ΠΟΡΕΙΑ Μα ξάφνου μια σπαραχτικιά κραυγή μέσα μου: -"Βοήθεια!" Ποιος φώναξε; Μάζωξε τη δύναμη σου κι αφουκράσου. όλη η καρδιά του άνθρωπου είναι μια κραυγή. Ακούμπησε απάνω στο στήθος σου να την ακούσεις, κάποιος μέσα σου αγωνίζεται και φωνάζει. Χρέος σου, σε πάσα στιγμή, μέρα και νύχτα, σε χαρά και σε θλίψη, μέσα από την καθημερινήν ανάγκη, να ξεχωρίσεις την Κραυγή τούτη, να την ξεχωρίσεις ορμητικά ή συγκρατημένα, όπως βολεί στη φύση σου, γελώντας ή κλαίγοντας, ενεργώντας ή στοχαζόμενος, και να μάχεσαι να νιώσεις ποιος είναι αυτός που κιντυνεύει και φωνάζει. και πώς μπορούμε εμείς να στρατευτούμε, όλοι μαζί, και να τόνε λευτερώσουμε. Μέσα στην πιο μεγάλη χαρά μας ένας μέσα μας φωνάζει: -"Πονώ! Θέλω να ξεφύγω από τη χαρά σου! 
Α' ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ: ΕΓΩ Δεν είμαι καλός, δεν είμαι αγνός, δεν είμαι ήσυχος! Αβάσταχτη είναι η ευτυχία κι η δυστυχία μου, είμαι γιομάτος άναρθρες φωνές και σκοτάδι. Κυλιούμαι όλο δάκρυα κι αίματα μέσα στη ζεστή τούτη φάτνη της σάρκας μου. Φοβούμαι να μιλήσω. Στολίζουμαι με ψεύτικα φτερά, φωνάζω, τραγουδώ, κλαίω, για να συμπνίγω την ανήλεη κραυγή της καρδιάς μου. Δεν είμαι το φως, είμαι η νύχτα, μα μια φλόγα λοχίζει ανάμεσα στα σωθικά μου και με τρώει. Είμαι η νύχτα που την τρώει το φως. Με κίντυνο, βαρυγκομώντας, τρεκλίζοντας μέσα στο σκοτάδι, πασκίζω να τιναχτώ από τον ύπνο, να σταθώ λίγη ώρα, όσο μπορώ, ορθιος. 
Β': Η ΡΑΤΣΑ Η Κραυγή δεν είναι δική σου. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου. Δεν πεθυμάς εσύ, πεθυμούν αρίφνητες γενεές απόγονοι με την καρδιά σου. Οι νεκροί σου δεν κείτουνται στο χώμα. Γένηκαν πουλιά, δέντρα, αγέρας. Κάθεσαι στον ίσκιο τους, θρέφεσαι με τη σάρκα τους, αναπνές το χνότο τους. Γένηκαν Ιδέες και πάθη, κι ορίζουν τη βουλή σου και την πράξη. Οι μελλούμενες γενεές δε σαλεύουν μέσα στον αβέβαιο καιρό, μακριά από σένα. Ζουν, ενεργούν και θέλουν μέσα στα νεφρά και στην καρδιά σου. Το πρώτο σου χρέος πλαταίνοντας το εγώ σου είναι, στην αστραπόχρονη τούτη στιγμή που περπατάς στη γης, να μπορέσεις να ζήσεις την απέραντη πορεία, την ορατή και την αόρατη, του εαυτού σου. Δεν είσαι ένας. Είσαι ένα σώμα στρατού. Μια στιγμή κάτω από τον ήλιο φωτίζεται ένα από τα πρόσωπα σου. Κι ευτύς σβήνει κι ανάβει άλλο, νεώτερο σου, ξοπίσω σου. Η ράτσα σου είναι το μεγάλο σώμα, το περασμένο, το τωρινό και το μελλούμενο. Εσύ είσαι μια λιγόστιγμη έκφραση, αυτή είναι το πρόσωπο. Εσύ είσαι ο ίσκιος, αυτή το κρέας. Δεν είσαι λεύτερος. Αόρατα μυριάδες χέρια κρατούν τα χέρια σου και τα σαλεύουν.
 Γ': Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ Δε μιλάς εσύ. Μήτε είναι η ράτσα μονάχα μέσα σου που φωνάζει. μέσα σου οι αρίφνητες γενεές των ανθρώπων. 'Ασπροι, κίτρινοι, μαύροι, χιμούν και φωνάζουν. Λευτερώσου κι από τη ράτσα. Πολέμα να ζήσεις όλο τον αγωνιζόμενον άνθρωπο. Κοίτα τον πώς ξεμασκάλισε από τα ζώα, πώς μάχεται να σταθεί όρθιος, να ρυθμίσει τίς άναρθρες κραυγές, να συντηρήσει τη φλόγα ανάμεσα στις πυροστιές, να συντηρήσει το νου ανάμεσα στα κόκαλα της κεφαλής του. Έλεος να σε κυριέψει για το πλάσμα τούτο που ξεκόρμισε ένα πρωί από τους πίθηκους, γυμνό, ανυπεράσπιστο, χωρίς κέρατα και δόντια, μονάχα με μια σπίθα φωτιά στο μαλακό του το καύκαλο. Δεν ξέρει από που έρχεται και κατά που πάει. Μα θέλει, αγαπώντας, δουλεύοντας, σκοτώνοντας, να κυριέψει τη γης. Κοίταξε τους ανθρώπους, λυπήσου τους. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε. Φωνάζουμε βοήθεια! Τρέχουμε. Ξέρουμε πώς τρέχουμε να πεθάνουμε, μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε. Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπο μας, μια στιγμή, φωτίζεται, μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι εύτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον 'Αδη. Η μάνα κοιτάει μπροστά, κατά την κόρη. Η κόρη κοιτάει κι αυτή μπροστά, πέρα από του αντρός της το κορμί, κατά το γιο. Να πώς πορεύεται στη γης ετούτη ο Αόρατος. Όλοι, χωρίς έλεος, κοιτάζουμε καταμπροστά, σπρωγμένοι από τεράστιες πίσω μας αλάθευτες σκοτεινές δυνάμες.
 Η ΠΡΑΞΗ Α': ΣΧΕΣΗ ΘΕΟΥ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Η στερνή, η πιο ιερή μορφή της θεωρίας είναι η πράξη. Όχι να βλέπεις πώς πηδάει η σπίθα από τη μια γενεά στην άλλη, παρά να πηδάς, να καίγεσαι μαζί της. Η πράξη είναι η πλατύτερη θύρα της λύτρωσης. Αυτή μονάχα μπορεί να δώσει απόκριση στα ρωτήματα της καρδιάς. Μες στις πολύγυρες περιπλοκές του νου, αυτή βρίσκει το συντομώτερο δρόμο. Όχι βρίσκει. Δημιουργάει δρόμο, κόβοντας δεξά ζερβά την αντίσταση της λογικής και της ύλης.
 Β': ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Ποιά είναι η ουσία του Θεού μας; Ο αγώνας για την ελευτερία. Μέσα στο ακατάλυτο σκοτάδι μια φλογερή γραμμή ανηφορίζει και σημαδεύει την πορεία του Αόρατου. Ποιό είναι το χρέος μας; Ν' ανεβαίνουμε την αιματερή τούτη γραμμή μαζί του. Καλό είναι ό,τι ορμάει προς τ' απάνω και βοηθάει το Θεό ν' ανηφορίσει. Κακό είναι ό,τι βαραίνει προς τα κάτω, κι αμποδάει το Θεό ν' ανηφορίσει. Όλες οι αρετές κι οι κακίες παίρνουν τώρα καινούρια αξία, λευτερώνουνται από τη στιγμή κι από το χώμα, υπάρχουν απόλυτα μέσα στον άνθρωπο, πριν και μετά τον άνθρωπο, αιώνιες. Γιατί η ουσία της ηθικής μας δεν είναι η σωτηρία του ανθρώπου, που αλλάζει μέσα στον καιρό και στον τόπο, παρά η σωτηρία του Θεού, που μέσα από λογής λογής ρεούμενες ανθρώπινες μορφές και περιπέτειες είναι πάντα ο ίδιος, ο ακατάλυτος ρυθμός που μάχεται για ελευτερία.
 Γ': ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΗΣ Ο κόσμος τούτος, όλη η πλούσια, απέραντη σειρά τα φαινόμενα, δεν είναι απάτη, φαντασμαγορία πολύχρωμη του αντικαθρεφτιζόμενου νου μας. Μήτε απόλυτη πραγματικότητα, που ζει και μεταπλάθεται ανεξάρτητη από τη δύναμη του νου μας, λεύτερη. Δεν είναι η λαμπερή στολή που ντύνει το μυστικό σώμα του Θεού. Μήτε το διάφανό και σκοτεινό μεσότοιχο αναμεσός ανθρώπου και μυστηρίου. Όλος τούτος ο κόσμος που θωρούμε, γρικούμε κι αγγίζουμε είναι η προσιτή στις ανθρώπινες αίστησες, όλο Θεό συμπύκνωση των δυο τεράστιων δυνάμεων του Σύμπαντου. Μια δύναμη κατηφορίζει και θέλει να σκορπίσει, ν' ακινητήσει, να πεθάνει. Μια δύναμη ανηφορίζει και ζητάει ελευτερία κι αθανασία. Αιώνια τα δυο τούτα στρατέματα, τα σκοτεινά και φωτερά, τα στρατέματα της ζωής και του θανάτου, συγκρούονται. Τα ορατά για μας χνάρια της σύγκρουσης τούτης είναι τα πράματα, τα φυτά, τα ζώα, οι άνθρωποι.
Μέσα στη βαθιά Σιγή, όρθιος, άφοβος, πονώντας και παίζοντας, ανεβαίνοντας ακατάπαυτα από κορφή σε κορφή, ξέροντας πως το ύψος δεν έχει τελειωμό, τραγουδά, κρεμάμενος στην άβυσσο, το μαγικό τούτο περήφανο ξόρκι: ΠΙΣΤΕΥΩ Σ' ΕΝΑ ΘΕΟ, ΑΚΡΙΤΑ, ΔΙΓΕΝΗ, ΣΤΡΑΤΕΥΟΜΕΝΟ, ΠΑΣΧΟΝΤΑ, ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΟ, ΟΧΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ, ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΣΤ' ΑΚΡΟΤΑΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΔΥΝΑΜΕΣ, ΤΙΣ ΟΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΟΡΑΤΕΣ. ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤ' ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΠΟΥ ΠΗΡΕ Ο ΘΕΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΚΑΙ ΞΕΚΡΙΝΩ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΦΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ. ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟΝ ΑΓΡΥΠΝΟ ΒΑΡΥΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΔΑΜΑΖΕΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΥΛΗ. ΤΗ ΖΩΟΔΟΧΑ ΠΗΓΗ ΦΥΤΩΝ, ΖΩΩΝ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ. ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΧΩΜΑΤΕΝΙΟ ΑΛΩΝΙ, ΟΠΟΥ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ ΠΑΛΕΥΕΙ Ο ΑΚΡΙΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ. "ΒΟΗΘΕΙΑ!" ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ. "ΒΟΗΘΕΙΑ!" ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ, ΚΙ ΑΚΟΥΩ. ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΟΙ ΡΑΤΣΕΣ ΟΛΕΣ ΚΙ ΟΛΗ Η ΓΗΣ, ΑΚΟΥΜΕ ΜΕ ΤΡΟΜΟ, ΜΕ ΧΑΡΑ, ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΣΟΥ. ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΑΚΟΥΝ ΚΑΙ ΧΥΝΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΟΥΝ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: "ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΜΟΝΑΧΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ". ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΑΝ, ΣΜΙΓΟΥΝ ΜΑΖΙ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: "ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ". ΚΑΙ ΤΡΙΣΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΚΡΑΤΟΥΝ, ΚΑΙ ΔΕ ΛΥΓΟΥΝ, ΑΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥΣ, ΤΟ ΜΕΓΑ, ΕΞΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ: ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ! ΤΕΛΟΣ.
Μπορείτε να μελετήσετε τις  διάφορες αναρτήσεις μου κτυπώντας στο διαδίκτυο την παρακάτω διεύθυνση:
lyrasi.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: