Παρασκευή 23 Ιουλίου 2021

Τα φραγκόσυκα των παιδικών μας χρόνων

Κάθε καλοκαίρι στο χωριό, μετά την γιορτή του Άη Λια, όποιο δρόμο και να πάρεις, της Μαραθιάς, του Αγιώργη, της Ψηλής Ράχης, στο Πρόχωμα και στις Κοκκαλίτσες, θα συναντήσεις ψηλές φραγκοσυκιές με πλάντρες γεμάτες με ώριμα φραγκόσυκα. Τότε είναι που το μυαλό σε πάει στην παιδική ηλικία που το κιτρινοκκόκινο γλυκό φραγκόσυκο ήταν το καθημερινό μας καλοκαιρινό αγνό φρούτο, υπερτροφή της γενιάς μας.
Ποιος δεν θυμάται τις μανάδες αγρότισσες στους κήπους να καψαλίζουν τα τρυφερά φύλλα της φραγκοσυκιάς να φύγουνε τα αγκάθια τους, μετά να τα τεμαχίζουν και να ταϊζουν τα ζώα τους. Οι μανάδες πάντα είχαν κοντά τους το τσιγκλί και το κοφίνι που μισογέμιζαν με ώριμα φραγκόσυκα για να τα φάνε τα παιδιά μετά το φαγητό και να χορτάσουν με τα μοναδικά μας φρούτα. Κάποτε τα παιδιά στα χωριά της Μεσσηνίας τα έτρωγαν σαν γλυκίσματα μετά το φαγητό. Τώρα οι γονείς φοβούνται μη φάνε πολλά και στουμποκολιάσουν και τρέχουμε στους γιατρούς για κλύσματα, αφού όπως είναι γνωστό τα φραγκόσυκα έχουν πολλά σπόρια και είναι λίγο δυσκοίλια. Τα σύγχρονα παιδιά τρώνε μπανάνες και ανανάδες από μέρη εξωτικά, ενώ τα πιο πολλά φραγκόσυκα μένουν αμάζευτα στις φραγκοσυκιές και σαπίζουν το χειμώνα, αφού δεν τα τρώνε ούτε οι καρακάξες. Λίγοι αγρότες τα πουλάνε στις λαϊκές. Πέρυσι θυμάμαι όταν αγόραζα δέκα φραγκόσυκα στη λαϊκή στην Αθήνα, οι διπλανοί μου πρωτευουσιάνοι με κοίταζαν περίεργα, λες και είχα έρθει από το Μεξικό, την πατρίδα του κάκτου.







Πέμπτη 22 Ιουλίου 2021

Η Τανάλια του Παππού Ιωάννη Λινάρδου στη Βαλύρα, το 1950

 Αφιερωμένο σε αυτούς που φροντίζουν  τα άτομα της τρίτης ηλικίας στη Βαλύρα

        Ο παππούς Ιωάννης Λινάρδος γεννήθηκε το 1888   και ήταν ένας ευπρεπής και

 μοσχοαναθρεμένος Βαλυραίος, που κατοικούσε σε ένα από τα ωραιότερα πέτρινα σπίτια επάνω στη δημοσιά (δημόσιο δρόμο) της Βαλύρας, που οδηγεί προς τη Λάμπαινα και τη Μεσσήνη.    Η διώροφη πέτρινη  οικία του κτίστηκε όταν  εκείνος ήταν ακόμη νεαρός και ανύπαντρος και αγοράστηκε από τους γονείς του  το οικόπεδο.  Αρκετά χρόνια ,μετά   την ανέγερση του κτίσματος, φυτεύτηκε στο περιβόλι πίσω από το σπίτι ένας ευκάλυπτος ,που είναι σήμερα τουλάχιστον 120 ετών και ανοίχτηκε ένα πηγάδι με  20 μέτρα βάθος, το οποίο  προσφέρει το δροσερό νερό του    αγόγγυστα, ακόμη και  στις μέρες μας. Ο νεαρός νοικοκύρης Ιωάννης, νυμφεύτηκε τη Βασιλική, μία λεπτή σε τρόπους και ευπαρουσίαστη νέα γυναίκα, με την οποία απέκτησε τρεις κόρες κι έναν γιό, τις  Γεωργία, Ελένη, Αγγελική και τον Ερρίκο,  ο οποίος τον δόξασε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπηρετώντας στο  Ύδρα , που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς στον Σαρωνικό  το 1940 και επέζησε , χαρίζοντας του με τη Βασιλική πέντε εγγόνια, δύο κορίτσια και τρία αγόρια. Το πρώτο από τα αγόρια φέρει το όνομά του.

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2021

Η Κοινωνία της Σταφίδας στη Βαλύρα τη Περίοδο 1960-1970

 Αφιερωμένο στους καλλιεργητές της σταφίδας στη Μεσσηνία

        Στο Δημοτικό Σχολείο της Βαλύρας  κάναμε συχνά εκπαιδευτικές εκδρομές στην ευρεία περιοχή του χωριού περπατώντας και τραγουδώντας. Σε μία από αυτές, το σωτήριον έτος 1969,  που  τελείωνα την έκτη Δημοτικού, ο δάσκαλος μας και Διευθυντής του Σχολείου κ. Χρήστος Γεωργακόπουλος μας ξενάγησε στο   κτίριο της Ελληνικής Εταιρίας Οίνων και Οινοπνευμάτων(Ε.Ε.Ο.Ο.) που ιδρύθηκε το 1906, ως δυνατή λύση για τη κατεργασία της σταφίδας.   Η συγκεκριμένη εταιρία έφθασε στο απόγειό της το 1930 και ήταν ένας από τους μεγαλύτερους βιομηχανικούς οργανισμούς της Ευρώπης στον κλάδο της οινοποιίας. Περιλάμβανε 8 μεγάλα εργοστάσια πανελλαδικά, επίσης αρκετά οινοποιεία, ένα εκ των οποίων λειτουργούσε στη Βαλύρα .

      Το διώροφο οινοποιείο της Βαλύρας ιδρύθηκε το 1928 ανατολικά του σιδηροδρομικού σταθμού του χωριού ,  είχε 11 τσιμεντένιες δεξαμενές, ήταν εξοπλισμένο με χημείο και γεφυροπλάστιγα, όπως διαβάζουμε στο ιστορικό αρχείο του καθ. Ιωάννη Λύρα. Γέμιζαν οι δεξαμενές με μούστο από σταφίδα, ο οποίος μεταφερόταν με βαγόνια του τραίνου στη Καλαμάτα και ήταν η πρώτη ύλη για τη παρασκευή οινοπνεύματος. Η επιχείρηση αυτή είχε και Γάλλους μετόχους-επιχειρηματίες της Ζανέ και Ρως και αγοράστηκε ολοκληρωτικά το 1938 από τον Μποδοσάκη-Αθανασιάδη. Στη συνέχεια το 1973 ιδρύθηκε το Ίδρυμα Μποδοσάκη, το οποίο πέρασε το 1979 στον Τζώρτζη Αθανασιάδη, τον οποίο σκότωσε η 17 Νοέμβρη το 1982.Το εργοστάσιο της Βαλύρας έκλεισε οριστικά και παραμένει ερειπωμένο στον χώρο , εκεί που κάποτε  άνθισε.

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021

Ο Μίμης, το Μουλάρι του Κώστα Σκαμπίλη στη Βαλύρα, του 1940

 Αφιερωμένο σε όλα τα μουλάρια που υπηρέτησαν στη Βαλύρα

        Στη Βαλύρα,  πριν τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο  και τρεις δεκαετίες μετά , οι νέοι του χωριού  ονειρεύονταν αυτοκίνητα, οι  μεγαλύτεροι όμως στηρίζονταν παραδοσιακά στα κάρα με τα άλογα , στα  γαϊδούρια  και στα  εργατικά μουλάρια τους. Ιδίως  για τη μεταφορά στο Μοναστήρι του Βουλκάνου στην Ιθώμη , όπου ο δρόμος δεν ήταν κατάλληλος για μηχανικά μέσα μεταφοράς και σε ορισμένα σημεία ήταν γεμάτος πέτρες και ψηλά χορτάρια, το μουλάρι ήταν η ιδανική λύση  .Αυτό όμως που έχει   ιδιαίτερο λαογραφικό ενδιαφέρον είναι το  μουλάρι του Κώστα Σκαμπίλη ,  το  οποίο γεννήθηκε  λιγότερο από δέκα χρόνια ,πριν το 1940.

       Ο Κώστας Σκαμπίλης ήταν ένας πράος, μετρίου αναστήματος γεωργός  , πολύ συμπαθής σε όλους τους κατοίκους του χωριού ,γιατί ήταν έντιμος και εργατικός, παράλληλα όμως ήταν ο “υποτακτικός “ της  δυναμικής γυναίκας του   Μαρίας, που έκλεινε μέσα της δέκα στρατηγούς και πενήντα  αφέντες, με τη σημαία σε έπαρση. Επειδή ο Κώστας δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει εύκολα οικονομικά ως οικογενειάρχης και άκουγε συχνά τα σχολιανά του, εκτός από τη καλλιέργεια των κτημάτων, την κατασκευή σαρωματίνων (σκούπες με αφάνες) εργαζόταν και ως μεταφορέας επισκεπτών στη Μονή του Βουλκάνου , με το προπολεμικό μουλάρι του , όπως και  με  εκείνα που απέκτησε σταδιακά μετά τον πόλεμο, μέχρι το σωτήριον έτος 1970.

Κυριακή 18 Ιουλίου 2021

Η Μπαταλοθανάσω και οι Παραβάτες του Άγραφου Νόμου του Αυλακίου, στη Βαλύρα του 1960

 Αφιερωμένο  στην αείμνηστη κυρά Θανάσω τη Μυλωνού

        Η Βαλύρα ουδέποτε μαράθηκε, ουδέποτε δίψασε.  Ο ελεήμων Θεός έδωσε κουράγιο στους σκληρά εργαζόμενους αγρότες να χαράξουν αυλάκια πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τη δέση του ποταμού της Μαυροζούμενας, ψηλά στο Μπιζάνι, έως τον κάμπο του χωριού ,κάτω στα Μανιατέικα. Οι δύο υπέροχοι μύλοι  της Βαλύρας εργάζονταν Χειμώνα Καλοκαίρι,  επίσης το νερό, κατόπιν κατανόησης και συνεννόησης ,το δρομολογούσαν οι κάτοικοι του χωριού στα ποτιστικά τους και στους μοναδικούς ,με παντός είδους κηπευτικών και καρποφόρων δέντρων μπαξέδες τους.

Το  αυλάκι είχε κι έναν ανεπανάληπτο φύλακα άγγελο. Μία ανδρειωμένη αγρότισσα, με τσιγκελωτό μουστάκι  ,  στρατιωτικές μπότες μέχρι το γόνατο και με μια αξίνα μονίμως στο χέρι,  η οποία έδινε Ελληνιστί και Γαλλιστί  ,με την  αγριοφωνάρα της, στους μουλωχτούς παραβάτες του νόμου να καταλάβουν τι “εστί  Θανάσω η Μυλωνού”. Την έβλεπαν όλοι και έτρεμαν!

       Η κυρά Θανάσω,   γέννημα και θρέμμα της Βαλύρας, ήταν ευθυτενής, μετρίου προς ψηλού αναστήματος, λεπτή αλλά γεροδεμένη, με έξαρση των ανδρικών ορμονών, αλλά λειτουργικά ετεροσεξουαλική ,  μία πιστή και έντιμη σύζυγος του εκ ίσου ατρόμητου Δημήτρη Μπατάλια, που το χωριό τον θυμάται από τις εθνικές γιορτές και το Πάσχα .Άναβε τα τρία μάσκουλα στο προαύλιο του ιερού ναού του Αγίου Αθανασίου, παίρνοντας κομμένα κεραμίδια, που του κουβαλούσε στη ποδιά της η Θανάσω και συγκλόνιζε  τη Βαλύρα και τον Μεσσηνιακό κάμπο με τους κρότους  του φόβου και του τρόμου, αλλά και της χαράς, εξαναγκάζοντας τα  κακοποιά πνεύματα και την κακοτυχία να μετοικήσουν στα άγρια όρη και βουνά.

      Η κυρά Θανάσω δεν είχε αναλάβει εξ αρχής τη λειτουργία του παλιού Μύλου του χωριού και την επιστασία στο αυλάκι, γιατί  έκανε στα νιάτα της   άλλες εργασίες.  Στα δεκαοχτώ της χρόνια  εργάστηκε ως οικιακή βοηθός για δύο  χρόνια , στην οικία   του Βαλυραίου Παναγιώτη Λύρα στη Μασσαλία και έμαθε να μιλάει πολύ καλά Γαλλικά ,σταδιακά και  με φυσικό τρόπο. Ο Παναγιώτης Λύρας  είχε εργοστάσιο κατασκευής πολυελαίων και παραγωγής σαπουνιών στη Γαλλία και ήταν ιδιαίτερα ευκατάστατος. Οι δύο πολυέλαιοι στον ιερό ναό του Αγίου Αθανασίου της Βαλύρας είναι δική του δωρεά. Η   Θανάσω, αν και ήταν   νοήμων, και τελείωσε με καλούς βαθμούς το Δημοτικό Σχολείο, στην προπολεμική εποχή  που έζησε, τα κορίτσια του χωριού δεν  πήγαιναν στο Σχολαρχείο, ούτε στο Πανεπιστήμιο, με εξαίρεση κάποιες σχολές τεχνικών επαγγελμάτων, όπως οικοκυρικών, κοπτικής ραπτικής,  κοφτού κεντήματος στη ραπτομηχανή και υφαντικής.  Οι κόρες ετοίμαζαν τη προίκα τους και παντρεύονταν.  Η Θανάσω έκανε έναν παραδοσιακό γάμο, με ένα άξιο και ατρόμητο παλικάρι, που αν το γνώριζε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σίγουρα θα το  έκανε  πρωτοπαλίκαρο του. Κι ενώ  συμπορευόταν αρμονικά μετά του συζύγου της,που τον φωνάζαμε κυρ Μήτσο, και  απέκτησαν δύο υγιέστατα παιδιά, έναν γιο και μία κόρη, η δουλειά που ανέλαβε με το αυλάκι στη Βαλύρα, παράλληλα με τη λειτουργία του παλιού Μύλου της Βαλύρας, ήθελε πολλά κότσια, γιατί ανάμεσα σε εκείνους που τηρούσαν ανελλιπώς το πρόγραμμα  δρομολόγησης του νερού στο αυλάκι, όπως όριζε ο κανόνας, κατόπιν προφορικής συνεννόησης μεταξύ των κατοίκων, υπήρχαν και οι εξαιρέσεις. Ήταν συνήθως άτομα, τα οποία κατά την καλοκαιρινή περίοδο  αγχώνονταν ιδιαίτερα ότι θα τους ξεραθούν τα ζαρζαβατικά αν περίμεναν τη σειρά τους και έκλεβαν νερό, δρομολογώντας το αυλάκι προς τα ποτιστικά τους. Ένας εξ αυτών ήταν και ο  Μπότης, που είχε  το κτήμα του πριν τα Μανιατέικα.

Και τι δεν είχε ακούσει, που για  χρόνια, χωρίς μεταμέλεια ,χαλούσε το πρόγραμμα της κυράς Θανάσως και εξέθετε την επαγγελματική αξιοπιστία της στα μάτια των Βαλυραίων!

- Μπότη, που είσαι ουρέ  Μπότη να σου πάρω το κεφάλι; Είπε βροντοφωνάζοντας η Θανάσω ,σαν  φλεγόμενο μπαρούτι.

Ο  Μπότης ,μόλις την  είδε να έρχεται από μακριά, ανέβηκε γρήγορα ,για καλού και κακού, πάνω σε μία φουντωτή και ψηλή καρυδιά που είχε φτιάξει στα κλαδιά της ένα κρεβατάκι με σανίδια για να ξαπλώνει και τράβηξε τη σκάλα, την κρέμασε ψηλά στο δέντρο για να μην ανέβει η  Μπαταλοθανάσω και τον καρατομήσει.

-Πού κρύβεσαι ουρέ λαδοπόντικα, πανάθεμα σε ,που έμειναν  τρία κτήματα απότιστα σήμερα εξ αιτίας σου ,κωθώνι, και φωνάζουν με το δίκιο τους οι άνθρωποι. Τον Θεό δεν τον φοβάσαι αγράμματε;

Ο  Μπότης τσιμουδιά!

-Δεν μιλάς; Πώς να μιλήσεις; Έχεις βρεγμένη τη φωλιά σου! Κι όντως ,λίγο ήθελε για να κατουρηθεί επάνω  από τον φόβο του ο παραβάτης του “νόμου του αυλακίου”.

-Βέβαια! Δεν σε συμφέρει. Έτσι και το ξανακάνεις κακομοίρη μου θα σου κάνω μήνυση. Θα βάλω τον βουλευτή στη Καλαμάτα που λύνει και δένει να σε πάνε μέσα δεμένο. Θα πουλήσεις το χωράφι σου για να ξεπληρώσεις!

Ο Μπότης λογικευόταν αρκετές φορές, αλλά όταν έβλεπε  λιποθυμισμένα φύλλα  στα καλοκαιρινά λαχανικά του  ξεχνούσε και τη Θανάσω, τα ξεχνούσε όλα. Μια μέρα, καθώς πήγαινε για να αγοράσει ψωμί στη πλατεία, τον άρπαξε η Θανάσω δυνατά  από τη ζώνη του παντελονιού του πίσω στη πλάτη και τον ακινητοποίησε.

-Πρόσεξε τυφλοπόντικα, του είπε στο αυτί. Σε παρακολουθώ!

-Δεν έκανα τίποτα, διαμαρτυρήθηκε εκείνος, λίγο νερό πήρα γιατί μαράθηκαν όλα.

-Τίποτα δεν μαράθηκε, απάντησε η κυρά Θανάσω. Παρακολουθώ όλα τα κτήματα και τους μπαξέδες σας από το πρωί έως το βράδυ. Λες να είμαι καμιά διαβολογυναίκα  που θέλει να  καούν τα ποτιστικά σας;  Προσεύχομαι για σας. Ο Θεός επιβλέπει και θα σε τιμωρήσει που δεν  βάζεις μυαλό μέσα στο κουρκούτι σου.

Κι αν δεν μπόρεσε η κυρά Θανάσω να λογικέψει τον Μπότη, τον λογίκεψε σίγουρα η κοιλιά του, γιατί κάθε φορά που παρανομούσε εις βάρος των συγχωριανών του θυμόταν τη Μπαταλοθανάσω και είχε  μεγάλη διάρροια. Μόλις το έμαθε αυτό η κυρά Θανάσω γέλασε με την καρδιά της, γονάτισε μπροστά στη Δέση ψηλά στη Μαυροζούμενα , έκανε τον σταυρό της και είπε με ανακούφιση ψυχής: “Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου”!

      Όταν ήρθε νυφούλα   η Βάσω του Λινάρδου στη Βαλύρα από του Κεφαληνού, αδελφή τριών μορφωμένων πανεπιστημιακά ανδρών,  μιλούσε με το σας και με το σεις. Ο πεθερός της ο Γιάννης, κάπου κάπου έκανε ατασθαλίες με το νερό στο αυλάκι. Η  Μπαταλοθανάσω τον έψαχνε για να του τα σούρει, αλλά έπεσε μία φορά πάνω στη Βάσω, και  κόντεψε να πάει  από τη καρδιά της η νιόπαντρη κόρη! Τόσο πολύ τρόμαξε η  νύφη του Λινάρδου, που μόλις   άκουσε την αγριοφωνάρα της κυράς Θανάσως και την είδε  που κτυπούσε νευρικά κάτω στο χώμα   την αξίνα δεν είπε κουβέντα, αλλά   μπήκε τρέχοντας στο σπίτι και κλειδώθηκε μέσα  στο γαμήλιο υπνοδωμάτιο.

Μόλις γύρισε ο πεθερός της  , άρχισε να την καλεί :

-Βασούλα, Βασούλα,   είσαι εδώ;

-Εκείνη ξεθάρρεψε, κτύπησε τρεις φορές δυνατά την πόρτα του υπνοδωματίου, χωρίς να βγάλει  άχνα.

Θα αλλάζει το κορίτσι στο δωμάτιο του, σκέφτηκε ο πεθερός της και την άφησε χωρίς ενόχληση για μισή ώρα. Μόλις είδε   ότι δεν  έβγαινε από το δωμάτιο, πήγε έξω από την πόρτα, κτύπησε  και τη ρώτησε διακριτικά:

-Βάσω μου, είσαι καλά;

-Τρέμει η καρδιά μου, απάντησε εκείνη.

-Άνοιξε τη πόρτα παιδάκι μου να δω τι έχεις, απάντησε ο κυρ Γιάννης.

-Μόνος σας είστε; Ρώτησε η Βάσω.

-Μόνος μου είμαι, ο Ρίκος με τη πεθερά σου δεν έχουν γυρίσει ακόμη.

Η Βάσω άνοιξε την πόρτα κρατώντας την καρδιά της, πήγε στη κουζίνα, πήρε ένα ποτήρι νερό και κάθισε σε μία καρέκλα.

-Θέλεις να πάμε στο γιατρό; Ρώτησε ο πεθερός της.

-Όχι, απάντησε εκείνη, και του διηγήθηκε τι συνέβη.

Μία άγρια γυναίκα με μαύρο μουστάκι και με μία αξίνα , που την κτυπούσε κάτω απειλητικά σας έψαχνε για να σας σκοτώσει! Και επειδή δεν βρήκε εσάς, άρχισε να φοβερίζει εμένα , αλλά της ξέφυγα! Έτρεξα γρήγορα και κλειδώθηκα στο δωμάτιο για να μη με βρει, μέχρι να επιστρέψετε,  εξήγησε η Βάσω.

Ο πεθερός της τη φίλησε στο μέτωπο και  τη καθησύχασε:

-Μη φοβάσαι   κορίτσι μου, αυτή είναι η  κυρά Θανάσω η Μυλωνού. Δεν σκοτώνει κανέναν, αλλά πολλοί μπορούν να πάνε από καρδιακή προσβολή αν την δουν για πρώτη φορά ξαφνικά μπροστά τους. Κρίμα που δεν σε είχα ενημερώσει.

-Τι της κάνατε και είναι τόσο πολύ θυμωμένη μαζί σας; Ρώτησε η Βάσω.

-Της χαλάω τα σχέδια μερικές φορές και παίρνω νερό από το αυλάκι, όταν δεν είναι η σειρά μου.

-Συγνώμη, αλλά αυτό δεν είναι σωστό πατέρα, είπε η Βάσω.

-Σωστό, λάθος, μερικές φορές είναι αναγκαίο, όταν δεν επαρκεί το νερό για το πότισμα. Γιατί ναι μεν έχουμε συμφωνήσει πότε θα ποτίζει ο καθένας, αλλά σε όλους τους νόμους, που δεν είναι ποτέ τέλειοι ,υπάρχουν και εξαιρέσεις.

Η Βασούλα δαγκώθηκε, δεν είπε τίποτα, αλλά μέσα σ΄ ένα χρόνο εξοικειώθηκε με την νοοτροπία των Βαλυραίων και συμφιλιώθηκε με τη κυρά Θανάσω. Όταν ο πεθερός της παρατυπούσε, εκείνη διακριτικά επανέφερε τα πράγματα στη τάξη. Αυτό το πρόσεξε η  Μυλωνού και τη συμπάθησε ιδιαίτερα. Μαζί της έπιανε συζήτηση σαν γυναίκα και όχι σαν διοικητής στο μέτωπο. Μια μέρα συζήτησαν για την εξαίρεση στον κανόνα.

-Καήκαμε, είπε η κυρά  Θανάσω, αν τους πω ότι ισχύει η εξαίρεση. Δεν θα υπάρχει πλέον κανόνας, όλοι θα συμπεριφέρονται ως  “οι αχαλίνωτοι της εξαίρεσης” και θα κάνουν ό,τι κατέβει στη γκλάβα τους. Πέταξε και μερικά γαλλικά της καθομιλουμένης  (κοματαλεβού- με καταλαβαίνεις) η γαλλομαθής Μπαταλοθανάσω στη Βάσω και την κούφανε κυριολεκτικά!

-Εσύ είσαι μορφωμένη!  Της απάντησε η νύφη του Λινάρδου.

-Η ζωή με τον Θεό κυβερνήτη μας μορφώνει  , απάντησε η κυρά Θανάσω , με ύφος ταπεινής δασκάλας.

Η Βάσω άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και είδε την άλλη όψη της   Μυλωνούς.

      Εκείνη που συμπαθούσε πολύ  η κυρά Θανάσω ,και ποτέ δεν της φώναξε ,ήταν η μητέρα μου,   Ευγενία  Γρίβα, γιατί όχι μόνο δεν τηρούσε ανελλιπώς το πρόγραμμα της  , αλλά όταν υπήρχε ανάγκη για επιπλέον νερό στα ποτιστικά φόρτωνε στο πηγάδι του Βίγκου και πότιζε στα Αγρίλια, χωρίς να  εμποδίζει τη ροή στο αυλάκι.

Όταν βλέπαμε τη κυρά Θανάσω, αμέσως   έκοβε  διάφορους καρπούς  από το κτήμα για να της δώσουμε, μπουρνέλες (κορόμηλα), δαμάσκηνα, βερίκοκα ,ροδάκινα , σταφύλια, καρπούζια, πεπόνια, φασολάκια, μελιτζάνες , κολοκυθάκια , πιπεριές ,και ό,τι άλλο είχε φυτέψει και είχε καρποφορήσει.

Της φώναζα δυνατά , όταν πλησίαζε:

-Γιαγιά Θανάσω, γιαγιά Θανάσω,  έχω να σου δώσω κάτι από τη μαμά μου.

Μια μέρα με πίεζε η μητέρα μου να φάω ένα ζυμωτό κουλούρι  ,αλλά  προτιμούσα τη σοκολάτα αμυγδάλου που μου είχε αγοράσει ο πατέρας μου.

-Αυτά από τη μαμά μου κι αυτό από μένα,   της είπα.

Εκείνη πήρε το κουλούρι, χαμογέλασε και μου  απάντησε ,δήθεν αυστηρά:

-Μόνο αυτή τη φορά θα το  δεχτώ και δεν θα  πω τίποτα της μάνας σου , είπε χαμηλόφωνα, και μου έκλεισε το μάτι.

Η ιστορία με την κυρά Θανάσω και τον πονηρό τσοπάνο είναι μοναδική, όπως μας την αφηγείται ο καθ. Ιωάννης Λύρας, που τη γνώριζε καλά, γιατί είχε  εργαστεί στο σπίτι του θείου του στη Μασσαλία, παράλληλα ο ίδιος έκανε παρέα με τον γιό της τον Αχιλλέα στα παιδικά του χρόνια:

 

Το ψάρεμα κάποτε στο ποτάμι της Μαυροζούμενας ήταν μια πολύ συχνή ενασχόληση των Βαλυραίων. Τα ψάρια του γλυκού νερού, σε παλιές εποχές, ήταν τα μόνα διαθέσιμα. Θαλασσινά δεν υπήρχαν αλλά και η φτώχεια ανάγκαζε τον κόσμο να ψαρεύει στο ποτάμι μας,για να συμπληρώσει το οικογενειακό τραπέζι. Τότε η μόλυνση δεν είχε μολύνει τα νερά και κάθε τι ποταμίσιο ήταν καθαρό και κατάλληλο προς βρώση. Τρόποι ψαρέματος υπήρχαν αρκετοί. Ένας πιο συνηθισμένος και μεγάλης απόδοσης τρόπος ήταν η καλαμωτή .Η κυρά Θανάσω η Μυλωνού που άλεθε το σιτάρι στον παλιό μύλο του χωριού, είχε παράλληλα στήσει στην κοίτη της Μαυροζούμενας και την καλαμωτή της, για να τρώει κανένα ψαράκι αυτή και οικογένειά της. Πλούσια ήταν κάθε φορά η ψαριά γεμάτη κεφαλόπουλα,τριχόπουλα, χαμοσούρτια, χέλια, και καβούρια. Ροβόλαγε νωρίς πρωί-πρωί και γέμιζε το καλάθι της. Με τα πολλά και με τα λίγα,πήρε πρέφα την καλαμωτή και ένας τσοπάνος που είχε το μαντρί του  πιο πέρα στις ελιές και του μπήκε η ιδέα να φάει και αυτός κανένα ψαράκι. Μόνο που ''γλυκάθηκε'' από τη πρώτη φορά και του έγινε συνήθεια. Έτσι λοιπόν έπαιρνε τα άγρια χαράματα τη καρδάρα του και ξάφριζε κυριολεκτικά την καλαμωτή. Η κυρά Θανάσω ήταν πολύ έξυπνη γυναίκα και γρήγορα την ψιλιάστηκε τη δουλειά. Αμέσως έβαλε σε εφαρμογή σχέδιο για την ''σύλληψη'' και την παραδειγματική τιμωρία του δράστη. Έτσι μια νύχτα γέμισε μπροστογιομή την τσιάγκρα της με μπαρούτι,προσθέτοντας αντί για σκάγια,χοντρό αλάτι και ψιλοφάσολα! Κρύφτηκε λοιπόν από τις πέντε τα χαράματα πίσω από κάτι λυγαριές με το όπλο της προτεταμένο και περίμενε τον απρόσκλητο επισκέπτη. Πράγματι αυτός δεν άργησε να φανεί, σαν σκιά μέσα στο σκοτάδι,κρατώντας την καρδάρα του,που αντί για γάλα τα πρωινά,την ''ασήμωνε'' πρώτα τελευταία με φρέσκα ψαράκια Μαυροζούμενας. Η κυρά Θανάσω τον άφησε να πλησιάσει στην καλαμωτή και όταν αυτός έσκυψε να πάρει τη λεία του,σηκώθηκε όρθια και του φώναξε:

-Αλτ μπαγάσα και σ' έφαγα!

 Δεν περίμενε περαιτέρω ενέργειες του δράστη και αμέσως του έσκασε μια μπαταριά στα προτεταμένα από το σκύψιμο οπίσθια του. Τρομαγμένος ο βλάχος τόβαλε στα πόδια πετώντας τη καρδάρα κατάχαμα και ακόμα τρέχει από το τσούξιμο του αλατιού στον πισινό του. Ένας Θεός ξέρει που στα καπινίδια έχει σκαπετήσει, αφού ακόμα τρέχει”! 

 

      Ένα καλοκαιρινό βράδυ η κυρά Θανάσω με τον μπάρμπα Μήτσο θυμήθηκαν ότι εκείνη την ημερομηνία παντρεύτηκαν και πήγαν στο  εξοχικό κέντρο του Τσαγκάρη για να διασκεδάσουν, που ήταν κοντά στις σιδηροδρομικές  γραμμές   στη Βαλύρα. Η κυρά Θανάσω κάθισε με το ένα πόδι πάνω στο άλλο, και έπινε άνετα το κρασάκι της. Κάπου - κάπου, όταν βρεχόταν το μουστάκι της το σκούπιζε και το έστριβε  απαλά, με το δεξί της χέρι.

Δύο  νεαροί  τουρίστες από την πρωτεύουσα,  κάθονταν στο διπλανό τραπέζι. Δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο θέαμα , και δεν άντεχαν  , ήθελαν να το σχολιάσουν  χωρίς  η κυρά Θανάσω να το  αντιληφθεί!

 Υπολόγισαν ότι μία τέτοια γυναίκα σίγουρα δεν γνωρίζει Γαλλικά , διαφορετικά θα ήταν εκλεπτυσμένη, όπως οι Αθηναίες των “καλών οικογενειών”.Άρχισαν να την εκθέτουν ασύστολα και να γελούν  εις βάρος της,  επικοινωνώντας Γαλλιστί. Η κυρά Θανάσω τους άκουγε με υπομονή για  να δει πού τελικά θα φτάσουν,  κατέβαζε το κρασάκι γουλιά γουλιά και έστριβε το μουστάκι της, κουνώντας  και το κεφάλι της.

-Κοίτα γυναίκα να σου πετύχει, είναι παντρεμένη, απίστευτο! Καλά, ο άντρας της ήθελε να  πάρει   το φίλο του;

-Κοίτα πώς στρίβει το μουστάκι της ,έλεγε ο άλλος. Σίγουρα είναι ερμαφρόδιτος, κόβω το κεφάλι μου.

Μόλις το είπαν αυτό, η  Μυλωνού δεν άντεξε, σηκώθηκε όρθια, έσυρε τη καρέκλα της νευρικά  στο τραπέζι των νεαρών , κάθισε απροσκάλεστη και τους  ξάφνιασε κυριολεκτικά. Αφού έστριψε και με τα δύο χέρια το μουστάκι της ,τους είπε:

-Non, ce n est pas un homme, c est une femme, (νόν σε νε παζ εν ομ ,σετ υν φαμ) όχι δεν είναι άνδρας, είναι γυναίκα je suis (ζε συι) Batalothanaso ( εγώ είμαι η Μπαταλοθανάσω )και συνέχισε Ελληνιστί:

-Να κόψετε το κεφάλι σας!  Δεν αξίζει ούτε μια δεκάρα !

Άγουρα δαμάσκηνα και πικρές ελιές, τα κρυφομουρμουρίσματα δεν ειν΄καλές δουλειές!

-Συγνώμη, απάντησαν και οι δύο αναψοκοκκινισμένοι.

-Είστε σπουδασμένοι ή όχι;

-Είμαστε απόφοιτοι της ιατρικής ,απάντησε ο ένας.

-Κι αυτά που σας μάθαιναν στη Σχολή  πού  μπήκαν; Στου Κασίδη το κεφάλι;

Πώς σας έδωσαν πτυχίο, χωρίς να ξέρετε να κλείνετε το στόμα σας;

Κάτι  πήγε να πει ο ένας για να δικαιολογηθεί, αλλά τον διέκοψε , αφού τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα της και του  απάντησε λακωνικά η κυρά Θανάσω:

Φερμέ λα μπούς. Κλείσε το στόμα .

Όπως τους κεραυνοβόλησε και τους επέπληξε, έτσι ξαφνικά και τους   εγκατέλειψε, ψιθυρίζοντας les boeufs (μπε) τα βόδια! Άρπαξε την καρέκλα της , και τους γύρισε τη πλάτη ,αγνοώντας τους κυριολεκτικά. Εκείνοι αισθάνθηκαν πολύ  άβολα, δεν άντεξαν, και σε τρία λεπτά πλήρωσαν και αποχώρησαν βιαστικά.

Μόλις αποχωρούσαν , τους είπε ο μπάρμπα  Μπατάλιας επιδεικτικά:

-Σερσέ λα φαμ, ψάξε τη γυναίκα, αυτό ήταν το μόνο που θυμόταν από τους συχωριανούς του και όχι από αυτά που του  μάθαινε η κυρά Θανάσω!

-Βρε θηρίο, της είπε  χαμογελώντας, τους κατάλαβες που σε σχολίαζαν;

-Φερμέ λα μπους. Του απάντησε η   Μπαταλοθανάσω,  κτύπησαν  τα ποτήρια τους εις υγείαν, κι εκείνος για να την ευχαριστήσει κατάπιε τη γλώσσα του!

      Η κυρά Θανάσω η Μυλωνού έφυγε ένδοξα,  ήταν Χριστιανά τα τέλη της. Κοιμήθηκε σαν πουλάκι, και παρέδωσε    την αξίνα στον Κύριο.  Στη Βαλύρα, μετά τον αναδασμό την δεκαετία του 1970 και με τα αρδευτικά έργα στον Πάμισο, μπάζωσαν όλα τα αυλάκια ( όπως διαβάζουμε στο ιστορικό αρχείο του καθ. Ιωάννη Λύρα). Οι μύλοι ερειπώθηκαν , το νερό άρχισε να κοστίζει και κανένας δεν είχε πλέον κίνητρο για  να πληρώνει τα λαχανικά του χρυσά στην ΕΥΔΑΠ. Τα δέντρα ξεράθηκαν και τα υπέροχα περιβόλια χάθηκαν από τον χάρτη του χωριού. Η μετανάστευση και η αστυφιλία τράβηξαν μακριά από τις ρίζες τους πολλούς άξιους  Βαλυραίους και γέμισαν τη τσέπη τους χρήμα και την ψυχή τους θλίψη,  σε ξένη   γη. Κι όμως, μέσα στη ξέρα και την απόγνωση , ο τόπος  ανέδειξε νέα γεννήματα και η Βαλύρα παραμένει σήμερα ανθισμένη στις αυλές των λιγοστών σπιτιών, συγκριτικά με αυτό που ήταν άλλοτε , στο ένδοξο παρελθόν της. Ας φροντίσουμε  τον τόπο μας  με νύχια και με δόντια, έστω κι από το  μικρό περίσσευμά μας. Ας διατηρήσουμε τη Βαλύρα ολόδροση και τη ψυχή μας ανθισμένη , “κυλώντας το νερό στο αυλάκι”.

    Ο Θεός μαζί σας!

 Ευθυμία Η. Κοντοπούλου

 16/7/2021

 

 

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2021

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΑΛΥΡΑΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ ΤΖΙΜΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ 13-7-2021


 1. Ο ΣΤΑΘΜΟΣ ΤΗΣ ΒΑΛΥΡΑΣ

ΤΗΣ ΒΑΛΥΡΑΣ Ο ΣΤΑΘΜΟΣ ΤΩΡΑ ΠΛΕΟΝ ΜΑΡΑΣΜΟΣ

ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΠΑΛΙ ΛΗΣΜΟΛΗΣΜΕΝΟΣ

ΤΙ ΝΑ ΠΡΩΤΟΘΥΜΗΘΩ ΠΑΙΔΑΚΙ ΠΟΥ ΗΜΟΥΝΑ ΚΑΙ ΓΩ

ΤΟΤΕ ΠΟΥ Ο ΣΤΑΘΜΟΣ ΑΝΘΟΥΣΕ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΧΑΡΑ  ΣΚΟΡΠΟΥΣΕ

Ο ΣΤΑΘΜΟ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΝΤΑ ΗΤΑΝΕ ΓΙΟΡΤΗ

ΚΑΙ ΒΟΛΤΑΡΙΖΑΝ ΟΙ ΝΕΟΙ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΕΝΟΙ

ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ’60 ΑΝΤΕ ΙΣΩΣ ΚΑΙ ‘70

ΓΙΑ ΑΥΤΑ ΤΩΡΑ ΣΑΣ ΜΙΛΩ  ΑΧ ΠΟΣΟ  ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΩ

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021

Το Ευλογημένο Χωράφι του παπά Δημήτρη Καρύδη

 Αφιερωμένο στην ευφορία της Μεσσηνιακής γης

        Η διατροφή όλων των Μεσογειακών λαών, επίσης των Βαβυλωνίων , στηρίχθηκε στη καλλιέργεια του σίτου, όπως αντίστοιχα στη Κίνα η διατροφή   βασίστηκε στο ρύζι και στη Νότια Αμερική, στους Ίνκα, Μάγιας και Αζτέκους στον αραβόσιτο.  Αν και τα πρωτεία για την καλλιέργεια του σίτου είχε από αρχαιοτάτων χρόνων ( από την  7η χιλιετία π.χ.) η Θεσσαλία, στους κάμπους όλης της Ελλάδας ανέμιζαν χρυσά στάχια , το ίδιο και στη Μεσσηνιακή  γη, όπου υπήρχε γόνιμο  έδαφος, κατάλληλο για καλλιέργεια σιτηρών. Όλα όμως τα χωράφια δεν ήταν ευλογημένα, όπως του παπά   Καρύδη στη Βαλύρα!

     Ο παπά Δημήτρης Καρύδης γεννήθηκε το 1869 στη Βαλύρα και ήταν  ο τρίτος γιος στη σειρά, ανάμεσα σε έξι αγόρια και δύο κορίτσια, όπως διαβάζουμε στο ιστορικό αρχείο του καθ. Ιωάννη Λύρα. Ακολούθησε  το ιερατικό λειτούργημα, όπως ο πατέρας του,  ο οποίος ήταν ιερέας στη Βαλύρα.  Αρχικά  διορίστηκε στον Άγιο Ιωάννη της Μαγούλας Μεσσηνίας και στη συνέχεια διαδέχθηκε τον πατέρα του   στη Βαλύρα.  Η   πρεσβυτέρα του Καλλιόπη καταγόταν από το Βουρνάζι ,  και  απέκτησαν μία πανέμορφη κορούλα ,την Αγλαϊα. Ήταν ένα εξαιρετικό  ζευγάρι και πρότυπο για τους κατοίκους της Βαλύρας,  το οποίο άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του στο ιστορικό γίγνεσθαι του χωριού μας ,στις αρχές του 1900. Οι παππούδες μας μάς μετέφεραν  γλαφυρά τις αναμνήσεις των γονιών τους σχετικά με την αγία συμπόρευση του συγκεκριμένου ζεύγους και πόσο ο  παπά Δημήτρης ήταν παράλληλα ένας καλός γεωργός , ο οποίος καλλιεργούσε αγιασμένο σίτο στο μικρό χωράφι του , στον  κάμπο της Βαλύρας, που κληρονόμησε από τον άγιο πατέρα του, τον ιερέα Γεώργιο Καρύδη.

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2021

Η Θεολογία της Θαυματουργής Εικόνας της Παναγίας Βουλκανιωτίσσης

   Αφιερωμένο στα τέκνα της Παναγίας  του Βουλκάνου

       Στη ταπεινή περιγραφή μας για την σεπτή εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας της Μονής Βουλκάνου, θα στηριχθούμε στη θεωρία της Ορθόδοξης εκκλησίας, που διαφοροποιείται από την εξωεκκλησιαστική θεώρηση των πραγμάτων, ακριβώς γιατί η εκκλησία βλέπει μέσα στο ορατό το αόρατο, μέσα στο πρόσκαιρο το αιώνιο , που μας αποκαλύπτει στη λατρεία της, μέρος της οποίας αποτελεί και  η εικόνα. Όπως η ίδια η λατρεία έτσι και η εικόνα  είναι  αποκάλυψη της αιωνιότητας μέσα στον χρόνο (Α΄Κορ.15,35-38).

 Η Μονή του Βουλκάνου και η Εύρεση της Θαυματουργής Εικόνας:

      Η ιστορικές μαρτυρίες για την εύρεση της εικόνας της Παναγίας Βουλκανιωτίσσης ανάγονται στον 8ο μ.χ. αιώνα, στην εποχή του εικονομάχου βασιλέως Λέοντος Ισαύρου. Κρεμασμένη σ΄ένα πουρνάρι, με μία καντήλα να φέγγει εμπρός της , βρέθηκε η αγία εικόνα από εικονολάτρες μοναχούς (που κατέφυγαν εκεί λόγω των διώξεων από τον εικονομάχο βασιλέα) ,  στο αρχαίο ιερό του Ιθωμάτα Δία, σε υψόμετρο 359 μέτρων, στο όρος Ιθώμη.

Τρίτη 13 Ιουλίου 2021

Ο Ανδρειωμένος Αριστομένης και η Ελλήνισσα Παναγιά

   Αφιερωμένο  σ΄ όσους   διακρίνονται για  τον φωτισμένο νου τους

        Οι Μεσσήνιοι, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας,  υπόδουλοι και καταπιεσμένοι, είχαν δύο θεία λιθάρια για ν΄ ακουμπήσουν. Το ένα ήταν να θαυμάσουν τα αθάνατα έργα των προγόνων τους , που δεν τους άφηναν να ξεχάσουν την Ελληνική καταγωγή τους ,και το  δεύτερο  ήταν το φωτεινό θυσιαστήριο στην  εκκλησιά  της Παναγιάς, που ποτέ δεν τους εγκατέλειψε και φώτιζε στο σκοτάδι της σκλαβιάς τον νου και την ψυχή τους. Και τα δύο αυτά σημεία αναφοράς ανέκαθεν  συνδυάζει το όρος Ιθώμη, με το Μοναστήρι του Βουλκάνου και τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Βουλκανιώτισσας,   και πίσω από το βουνό , στο χωριό Μαυρομάτι , ορθώνονται τα αρχαία τείχη , με τα σημάδια κατά γης του αλόγου του ανδρειωμένου Αριστομένη. Αυτά ζητούσαν οι ψυχές των δύστυχων ραγιάδων. Να ακουμπήσουν στην Παναγιά και στον Ανδρειωμένο τους, για να  μην αστοχήσουν, να μην ξεχάσουν και να μην χάσουν το προορισμό τους ,που οδηγούσε στην πολυπόθητη και χιλιοτραγουδισμένη ελευθερία, που πάντα βγαίνει από τα κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά.

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2021

Ο “Αράπης”, ο Χριστός και τα Απλά Φιστίκια

 Αφιερωμένο  σ΄ εκείνους που βλέπουν

         Η λέξη αράπης ,στην σημερινή εποχή μας ,χαρακτηρίζεται  ως   ρατσιστική ,   όσον αφορά τη μαύρη φυλή και   το  σκούρο χρώμα του δέρματος του ανθρώπου.

Όμως,  την  περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα, ο Αράπης δεν  ήταν λέξη, αλλά οντότητα,   και δεν αφορούσε  τους μαύρους ανθρώπους του πλανήτη, ούτε καμία  άλλη εθνικότητα, αν και η λέξη καθεαυτό είναι τουρκικής προελεύσεως .Αναφερόταν στην δόλια και σκοτεινή, στη μαύρη ψυχή του αποθανόντος , η οποία δεν  έβρισκε γαλήνη λόγω των αμαρτημάτων της, όπως  ήταν η ψυχή των πειρατών, των Σαρακηνών και των Αράβων ,  οι οποίοι έκαναν επιδρομές στην σκλαβωμένη Ελλάδα και προκαλούσαν τον θάνατο αθώων ανθρώπων και καταστροφές στον τόπο. Αναφερόταν επίσης στον σκληρό κατακτητή που βασάνιζε τους υπόδουλους Έλληνες και στους κοτζαμπάσηδες, που ήταν φιλοχρήματοι και αδικούσαν τον φορολογούμενο λαό. Γενικά ,  αφορούσε κάθε άδικο και άπληστο άνθρωπο, που  ζούσε μακριά από τον Θεό, τον  Χριστό και την εκκλησία.

Κυριακή 11 Ιουλίου 2021

Ο Λόγιος Ιωνάς Κεφάλας στο Δημοτικό Σχολείο της Βαλύρας

Αφιερωμένο  στους  μαθητές  του Δημοτικού Σχολείου της Βαλύρας

        Ένα χρόνο πριν την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου,   ο λόγιος  δικαστής , ιστοριογράφος και ποιητής Ιωνάς Κεφάλας, σε ηλικία 65 ετών, ξεκίνησε από το χωριό του τη Λάμπαινα για να επισκεφθεί το Δημοτικό Σχολείο της Βαλύρας και να γνωρίσει τον κατά 15 χρόνια μικρότερό του Διευθυντή  ,τον κύριο Νικόλαο Νιφόρο, για τον οποίο είχε ακούσει πολλά και θαυμαστά. Το φορτίο του ήταν βαρύ και ασήκωτο, γιατί ως Οδυσσέας, επιστρέφοντας  στο χωριό του το 1926, έφερε μαζί του κι  ένα σεντούκι γεμάτο γνώσεις, εμπειρίες ,δόξα και τιμή, αλλά και πολλές αμαρτίες. Ήταν  η γνώση αλλά και  η φθορά, μέσα από την  ανάμιξή του  στα πολιτικά, νομικά , πολεμικά και κοινωνικά δρώμενα της  εποχής του, εντός και εκτός Ελλάδος, που θα χρειαζόμασταν πολλά τετράδια και μήνες για να τα καταγράψουμε και αναλύσουμε.

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

Και οι Ελιές έχουν τον Άγιο τους

 Αφιερωμένο στους  ελαιοπαραγωγούς  της Βαλύρας

        Η Κωνσταντινιά ήταν μία παραδοσιακή Βαλυριώτισσα, που γεννήθηκε λίγο μετά τον Α΄Παγκόσμιο πόλεμο  στο χωριό. Προερχόταν από μία πολύ   καλή χριστιανική οικογένεια     και ήταν η πρώτη κόρη ανάμεσα σε τρεις αδελφές, τη Καλλιόπη και τη Σταυρούλα. Ήταν η αγαπημένη της μητέρας της Γεωργίας, γιατί την ακολουθούσε κατά γράμμα και από μικρή ηλικία έμαθε όλα τα μυστικά της υφαντικής τέχνης , του ραψίματος και του κεντήματος,  της παρασκευής τοπικών προϊόντων όπως ήταν το πήξιμο του τυριού, οι μυζήθρες, οι χυλοπίτες , ο τραχανάς, οι ελιές, τα τουρσιά, τα λουκάνικα, το σύγκλινο,  ο πελτές, τα παραδοσιακά φαγητά και γλυκά. Είχε αναπτύξει και άλλες δεξιότητες η Κωνσταντινιά, όπως  τη καλλιέργεια του κήπου και την αποξήρανση των οσπρίων , σκόρδων, κρεμμυδιών, και άλλων λαχανικών. Γνώριζε πώς να πήζει ωραίο σαπούνι, να φτιάχνει τα λούπινα τις απόκριες και να κάνει υπέροχες πίτες με υλικά από τον κήπο της, όπως κολοκυθόπιτες, γλυκιές σπανακόπιτες με μαύρη σταφίδα  ,  και πίτες με σπαράγγια και μανιτάρια του βουνού δικής της έμπνευσης. Βοηθούσε τον άντρα της  όταν έφτιαχνε το κρασί της χρονιάς και  φρόντιζαν μαζί τα ζωντανά τους, γιατί ήταν κτηνοτρόφοι. Την πρώτη χρονιά που παντρεύτηκαν, οι ελιές που  της έδωσαν  προίκα  οι   γονείς της στα Αγρίλια, έκαναν πολύ καρπό και το λάδι έφτασε  πλουσιοπάροχα     μέχρι τον επόμενο χειμώνα, πέρα από εκείνο που πούλησαν. Τη δεύτερη χρονιά   η σοδειά ήταν πολύ μικρή, αλλά ήταν αναμενόμενο, γιατί πάντα έτσι συνέβαινε και συμβαίνει  στους ελαιώνες  στο χωριό.

Κυριακή 4 Ιουλίου 2021

Το Κυπαρίσσι της Αγίας Παρασκευής

 Αφιερωμένο σε όσους αγωνίζονται για να περισώσουν τη χλωρίδα και τη πανίδα της Βαλύρας

        Η Βαλύρα ,  προς το τέλος του 1800 , είχε νύμφες στα δάση και τις όχθες της Μαυροζούμενας, Δρυάδες και Αμαδρυάδες, Συλφίδες στον μυρωδάτο αέρα της και Σαλαμάνδρες ,που χόρευαν στις φωτιές του Αι Γιάννη  Ριγανά. Είχε όμως κι έναν περαστικό  γαμπρό από τη Ζάκυνθο, που ζούσε στη Μεσσήνη, τον λεγόμενο Ζαμπάτο, που έλαβε το παρανόμι του από τα μανουσάκια που έκοβε στον κάμπο της Βαλύρας και τα έλεγε ζαμπάκια.Με αυτά  στόλιζε το πέτο στο σακάκι του, και το  ασορτί καπέλο του . Η Βαλύρα είχε και μία γύφτισσα, τη Γαλιάντρα,  με πνεύμα προφητικό, που  όπως  εκείνη υποστήριζε, κατοικούσε εντός της από τον προπάππο της στην Αφρική. Η Γαλιάντρα    πληρωνόταν καλύτερα από  δικαστή παρά τω Αρείω Πάγω, διότι έλυνε, με συνοπτικές διαδικασίες, πολλές και σημαντικές υποθέσεις  στη Βαλύρα!

Αυτή την ιστορία που θα σας διηγηθώ , μου την  είπε κάποτε ο παππούς μου Γιώργης, που την είχε ακούσει από έναν συμμαθητή του Βαλυραίο, όταν πήγαιναν μαζί στο Σχολαρχείο στην Ανδρούσα, μετά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο..